Κοινωνική επιχειρηματικότητα: Μία πρωτοφανής δυναμική των οικονομιών

Η κοινωνική οικονομία (social economics) είναι μια αλληλέγγυα οικονομία, και αποτελεί ξεχωριστό τομέα από αυτόν της ανταγωνιστικής οικονομίας. Είναι η χρυσή τομή ανάμεσα στο φιλελεύθερο και το σοσιαλιστικό οικονομικό μοντέλο, όπου ο οικονομικός και ο κοινωνικός σκοπός συνυπάρχουν. Ορισμένοι μπορεί να στηρίξουν ότι συμπεριλαμβάνεται στη γενικότερη οικονομία ενός κράτους ή και της διεθνούς οικονομίας, ενώ, αντίθετα, μπορεί εξίσου να υποστηριχθεί ότι αποτελεί έναν αυτοτελή, ξεχωριστό τομέα οικονομικής δραστηριότητας. Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνική οικονομία και επιχειρηματικότητα έχει αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό, κυρίως τα τελευταία 20 έτη. Η πρωτοπορία και η μοναδικότητά της χαρακτηρίζεται από τη σύνδεση του ιδιωτικού τομέα με την κοινωνική ωφέλεια. Με λίγα λόγια, ο απώτερος στόχος μιας κοινωνικής επιχείρησης είναι ο κοινωνικός αντίκτυπος της οικονομικής δραστηριότητάς της, και όχι η δημιουργία κέρδους.

Είναι αλήθεια ότι η κοινωνική επιχειρηματικότητα μπορεί να στηρίξει συμπληρωματικά την οικονομική ανάπτυξη και μεγέθυνση -δευτερευόντως-, παρόλο που δεν έχει υποπέσει ακόμα στην ελληνική αντίληψη, τουλάχιστον όχι στον επιθυμητό βαθμό. Προτού προχωρήσουμε σε μία ανάλυση του τί μπορεί ο κλάδος αυτός να προσφέρει στην ελληνική οικονομία -και τί έχει ήδη κατορθώσει να προσφέρει στον κόσμο-, θα ήταν ωφέλιμο να εξοικειωθούμε με τις βασικές έννοιες-κλειδιά γύρω από αυτόν.

Αρχικά, ο διαχωρισμός μεταξύ κοινωνικής οικονομίας και κρατικής οικονομίας κρίνεται απαραίτητος. Η πρώτη αναφέρεται στην «οικονομία των πολιτών». Αφορά, επομένως, πρωτοβουλίες πολιτών που συστήνουν επιχειρήσεις με ιδιωτική -και όχι κρατική- ιδιοκτησία, για την εξυπηρέτηση, όμως, κοινωνικών αναγκών. Επειδή και η κρατική (ή δημόσια) οικονομία -το κράτος πρόνοιας, με άλλα λόγια- εξυπηρετεί μέρος των αναγκών της κοινωνίας, συχνά τα όρια μεταξύ των δύο παραπάνω είναι θολά. Παρόλα αυτά, σκοπός της κοινωνικής οικονομίας δεν είναι σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει την κρατική οικονομική δραστηριότητα. Θα πρέπει να αντιμετωπιστεί περισσότερο ως η οικονομικά και πρακτικά εκφρασμένη κοινωνική αλληλεγγύη, δημοκρατία και υπευθυνότητα της κοινωνίας των πολιτών.

Ο εθελοντισμός είναι μία ακόμα άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική οικονομία έννοια. Μία ιδιαιτερότητα της κοινωνικής επιχειρηματικότητας -που, ταυτόχρονα, αποτελεί και την πηγή της δύναμης και της αξίας της- είναι η μη απολαβή κερδών. Οι κοινωνικές επιχειρήσεις βασίζονται στο σκεπτικό ότι το κεφάλαιο που επενδύεται για τη δραστηριότητά τους είτε μεταφράζεται σε κοινωνικό αντίκτυπο, είτε επιστρέφει στην ίδια την οικονομία, και δη στους πολίτες. Επομένως, είναι έκδηλο ότι οι κοινωνικές επιχειρήσεις βρίσκουν ερείσματα στον εθελοντισμό – μία έννοια που επεκτείνεται σε μία ολόκληρη φιλοσοφία και τρόπο ζωής, σχετικά με τη λειτουργία και τη συμμετοχή του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία, παρόλο που ένα μικρό κομμάτι της φιλοσοφίας αυτής γίνεται αντιληπτό στην πράξη. Εν ολίγοις, για την ανάπτυξη μίας υγιούς κοινωνικής οικονομίας απαιτείται μία συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα, η οποία θα συνοδεύει τους πολίτες είτε βρίσκονται στην πλευρά των «παραγωγών», είτε σε εκείνη των «καταναλωτών».

Μία επίσης σημαντική έννοια, πολύ δύσκολα οριζόμενη, είναι αυτή του κοινωνικού αντίκτυπου. Η ιδιαιτερότητα του όρου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι συχνά ο αντίκτυπος είναι μη μετρήσιμος. Βασίζεται σε ποιοτικά στοιχεία, και έχει μία χρονική συνέχεια, ή απαιτείται ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα προτού προκύψουν εμφανή αποτελέσματα. Ο κοινωνικός αντίκτυπος ερμηνεύεται διαφορετικά από κοινωνία σε κοινωνία, ακόμα και από πολίτη σε πολίτη. Πολλές κοινωνικές επιχειρήσεις, ιδρύματα και ΜΚΟ θέτουν ως στόχο και αποστολή τους την κοινωνική αλλαγή. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις όπου είναι περισσότερο προς όφελος της κοινωνίας η διατήρηση, παρά η αλλαγή. Για να ξεπεραστεί η δυσκολία αυτή, δημιουργήθηκε μία μέθοδος ad hoc καθορισμού του κοινωνικού αντίκτυπου, η Social Impact Assessment (ελλείψει ελληνικού όρου, χρησιμοποιείται καταχρηστικά ο διεθνής). Η μέθοδος αυτή, αρχικά, χρησιμοποιήθηκε σε κρατικό επίπεδο, για την εκτίμηση του οφέλους που θα προκαλούνταν από διάφορα σχέδια βελτίωσης υποδομών στις Η.Π.Α, το 1970. Στη συνέχεια υιοθετήθηκε και από αρκετές άλλες χώρες, με τελικό σταθμό -προς το παρόν- τις δραστηριότητες κοινωνικών επιχειρήσεων. Ο αντίκτυπος (Impact) είναι, επομένως, η κινητήριος δύναμη της κοινωνικής οικονομίας. Το πλέον θετικό είναι ότι, στα πλαίσια του ιδιωτικού τομέα, η ανταγωνιστικότητα, η ανάγκη για συνεχή βελτίωση και η μάχη για το συγκριτικό πλεονέκτημα εξακολουθούν να υφίστανται, με μικρές αποκλίσεις, προωθώντας ανάλογα και την κοινωνική ανάπτυξη στους διάφορους τομείς.

Η αμέσως επόμενη και απολύτως εύλογη ερώτηση θα ήταν η εξής: «Άρα οι κοινωνικές επιχειρήσεις είναι στην ουσία Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις;» Η απάντηση, σαφέστατα, είναι πως όχι. Οι κοινωνικές επιχειρήσεις (εφεξής Κοιν.Σ.Επ.) και οι ΜΚΟ δεν είναι το ίδιο, ούτε νομικά, αλλά ούτε και ουσιαστικά. Σε νομικό επίπεδο, οι Κοιν.Σ.Επ. ορίζονται -βάσει του νόμου για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία (4430/16)- ως Φορείς Κοινωνικής Οικονομίας, επομένως η δημιουργία και το πεδίο δράσης τους είναι καθορισμένο με βάση την οικονομική τους δραστηριότητα. Αντιθέτως, στην περίπτωση των ΜΚΟ, αυτές καθορίζονται διεθνώς με βάση τους στόχους τους, δηλαδή τη συμβολή τους στην «ανάπτυξη, την πραγματοποίηση και τη διαρκή επιβίωση των δημοκρατικών κοινωνιών, ιδιαιτέρως με την προώθηση της συλλογικής συνείδησης και της συμμετοχικής δράσης των πολιτών στην Πολιτεία, έτσι ώστε να συμβάλλουν εξίσου σημαντικά στον πολιτισμό και την κοινωνική ευημερία των κοινωνιών» (Συμβούλιο της Ευρώπης, Απρίλιος 2003).

Πηγή: Dees, J. G., (1998). «Enterprising Non Profits», Harvard Business Review

Η νομική τους διαφοροποίηση επιφέρει αναπόφευκτα και την ουσιαστική τους διαφοροποίηση. Στον πυρήνα της φιλοσοφίας των κοινωνικών επιχειρήσεων κυριαρχεί η ιδέα ότι η οικονομική δραστηριότητα είναι το κατεξοχήν και αποτελεσματικότερο μέσο συνεχούς κοινωνικής ανάπτυξης και εξέλιξης. Αντιθέτως, οι ΜΚΟ δεν έχουν περιοριστεί ουδέποτε στην ιδέα αυτή, και έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο οικονομικά, όσο και πολιτικά και νομικά μέσα, για τη συγκεκριμένη επιδίωξη. Πάνω σε αυτήν τη συλλογιστική, οι κοινωνικές επιχειρήσεις εισέρχονται σε μία διαδικασία σχεδιασμού μιας συγκεκριμένης στρατηγικής, ώστε το έργο τους να παραμένει οικονομικά βιώσιμο. Οι ΜΚΟ συχνά δεν υπεισέρχονται σε μία τέτοια διαδικασία, καθώς η βιωσιμότητά τους εξασφαλίζεται είτε από την αναζήτηση δωρεών, είτε βασίζεται εξολοκλήρου στο εθελοντικό ανθρώπινο δυναμικό. Μία τέτοια πρακτική, όμως, καλώς ή κακώς, δεν αποτελεί επιλογή για τις κοινωνικές επιχειρήσεις. Παρόλο που το τελικό αποτέλεσμα λίγη διαφορά έχει στα μάτια των πολιτών, η παραπάνω διαφοροποίηση είναι θεμελιώδους σημασίας για τον εκάστοτε πολιτικοοικονομικό αναλυτή.

Πώς λειτουργεί, όμως, στην πράξη μια κοινωνική επιχείρηση; Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια την ερώτηση: όπως κάθε επιχείρηση. Αρχικά, το μόνο που χρειάζεται είναι μια ιδέα. Η ιδέα αυτή, μέσα από μια ειδική ζύμωση, την κατασκευή στρατηγικής βιωσιμότητας και τη χρήση των διάφορων απαραίτητων συντελεστών παραγωγής, μεταφέρεται στην κοινωνία ως ένα ποσοτικοποιημένο προϊόν ή υπηρεσία. Το προϊόν αυτό, έπειτα, διοχετεύεται στην κοινωνία διαμέσου των αγορών, μέσα στις οποίες προσπαθεί να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά του. Έτσι, η δημοτικότητα και η χρήση του από τους πολίτες, σε πρώτο στάδιο, επιβεβαιώνουν τη χρηστικότητά του και, σε δεύτερο στάδιο, εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητά του. Έτσι, το αποτέλεσμα αυτό μεταφράζεται αυτόματα και σε κοινωνικό αντίκτυπο – μικρό ή μεγάλο είναι δύσκολο να κριθεί, όμως η ύπαρξή του είναι αδιαμφισβήτητη.

Το πλέον επίκαιρο ερώτημα σχετικά με την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας έγκειται στο κατά πόσο -αλλά και πώς- μπορεί να αποτελέσει πυλώνα οικονομικής ανάπτυξης και ανανέωσης, για την αντιμετώπιση μιας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, δεδομένου ότι ωφελεί και τους δύο τομείς (οικονομία και κοινωνία). Σε αυτό το σημείο, αξίζει να επισημανθεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται ακόμα σε πολύ πρώιμο στάδιο, όσον αφορά την ανάπτυξη του εν λόγω τομέα, χωρίς αυτό βέβαια να προκαθορίζει τη γενικότερη δυναμική του.

Το σημαντικότερο, ίσως, χαρακτηριστικό των κοινωνικών επιχειρήσεων είναι ότι η αιτία γενέσεώς τους εντοπίζεται στην κάλυψη μιας ανάγκης της κοινωνίας, και όχι στη μεγιστοποίηση του κέρδους. Δεδομένου του παραπάνω, οι κοινωνικές επιχειρήσεις ενδέχεται να παρουσιάζουν μία σχετική ανθεκτικότητα στις εκάστοτε οικονομικές και κοινωνικές χρήσεις, καθώς η ανάγκη της κοινωνίας ως συνόλου δεν παύει να υπάρχει. Πέραν αυτού, η κοινωνική οικονομία προσφέρει μία βιώσιμη εναλλακτική στην κοινωνία, τη στιγμή που η οικονομική κρίση τείνει να αποεπενδύει το κράτος, μέσω ιδιωτικοποιήσεων. Έτσι, λειτουργίες του κοινωνικού κράτους πρόνοιας μεταφέρονται στον ιδιωτικό τομέα, και αναλαμβάνονται από κοινωνικές επιχειρήσεις. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι αυτός θα πρέπει να είναι απαραίτητα και ο κανόνας, καθώς το σύστημα είναι ακόμα κρατοκεντρικό, και η ύπαρξη ενός ισχυρού έθνους-κράτους κρίνεται επιτακτική.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Επιτροπή θεσμοθέτησε την Πρωτοβουλία για τις κοινωνικές επιχειρήσεις το 2011, μετατρέποντας την κοινωνική οικονομία και επισήμως μία από τις αποτελεσματικότερες εναλλακτικές λύσεις για βιωσιμότητα και ανάπτυξη. Το σημαντικότερο προϊόν της κοινωνικής επιχείρησης είναι η δημιουργία θετικών εξωτερικοτήτων. Δεν δημιουργείται απλά ένα προϊόν προς κατανάλωση για την κάλυψη μίας προσωπικής ανάγκης (όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των τυπικών επιχειρήσεων). Οι κοινωνικές επιχειρήσεις αποπειρώνται να καταπολεμήσουν φαινόμενα όπως τη φτώχεια και την ανεργία, να προστατεύσουν το περιβάλλον, και να συμπληρώσουν το κράτος, όπου αυτό τείνει να αδυνατεί να αντεπεξέλθει. Οι δομές αλλάζουν διαρκώς, και στην παρούσα συζήτηση διαβλέπεται περισσότερη ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στο σύντομο μέλλον, ιδιαίτερα με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην Ευρώπη, οι κοινωνικές επιχειρήσεις αποτελούν το 10% όλων των επιχειρήσεων, απασχολώντας περίπου τα 11 εκατομμύρια ανθρώπους, και καλύπτοντας ένα ευρύτατο πεδίο τομέων δραστηριότητας. Η Ε.Ε. έχει, επίσης, μεριμνήσει και για τις στοχευμένες επιδοτήσεις προς τις κοινωνικές επιχειρήσεις, μέσω του Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, και προγραμμάτων όπως το COSME και ο Ορίζοντας 2020 (Horizon 2020). Παράλληλα, στην Ελλάδα οι κοινωνικές επιχειρήσεις αποτελούν μόλις το 1,8% της απασχόλησης, ωστόσο γίνονται σε καθημερινή βάση αξιόλογες προσπάθειες για την προώθησή τους, και για τη δημιουργία νέων. Όσον αφορά την κρατική χρηματοδότηση που λαμβάνουν, θα μπορούσε κανείς εύλογα να υποθέσει ότι αυτή δεν βρίσκεται στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας ούτε της παρούσας, αλλά ούτε και προηγούμενων κυβερνήσεων. Καθώς, όμως, η φιλοσοφία τους βασίζεται στην επιχειρησιακή στρατηγική, η κρατική -ή οποιαδήποτε εξωτερική χρηματοδότηση- οφείλει να λειτουργεί μονάχα υποστηρικτικά, όπως και σε οποιαδήποτε τυπική μικρομεσαία επιχείρηση που βρίσκεται στα εναρκτήρια στάδιά της.

Σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν οι κοινωνικές επιχειρήσεις τη μετάβαση σε μία νέα ουτοπική πραγματικότητα, μέσα στην οποία ο άκρατος ανταγωνισμός, η κερδοσκοπία και η κρατική εξουσία θα αποσυντεθούν και θα αντικατασταθούν από πολλαπλές πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών – δηλαδή, τις κοινωνικές επιχειρήσεις. Στην πραγματικότητα, δεν έχει υπάρξει ακόμα η πολυεθνική κοινωνική επιχείρηση που θα αλλάξει τους κανόνες παιχνιδιού στην οικονομία. Παρόλα αυτά, ο κλάδος της κοινωνικής οικονομίας συγκεντρώνει όλο και περισσότερη ισχύ και αξία στις σημερινές, ζημιωμένες από κοινωνικοοικονομικές κρίσεις κοινωνίες παγκοσμίως. Η μεγαλύτερη ευχή που θα μπορούσε να έχει κανείς επί του θέματος είναι να υπάρξει μία ανανέωση στις κοινωνικές δομές και στην πολιτική κουλτούρα, φορέας της οποίας θα είναι η οικονομική δραστηριότητα. Η Ευρώπη, αδιαμφισβήτητα, έχει ανάγκη, μέσα στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, μία υπενθύμιση της ισχύος που κρύβει η κοινωνία των πολιτών -πόσω μάλλον η Ελλάδα- εδώ και τώρα.

Πηγές:

  1. Τράπεζα Πληροφοριών Νομοθεσίας – e-nomothesia.gr. (2017). Νόμος 4430/2016 – ΦΕΚ 205/Α/31-10-2016 (Κωδικοποιημένος). [online] Available at: https://www.e-nomothesia.gr/kat-oikonomia/nomos-4430-2016.html [Accessed 4 Apr. 2017].
  2. Council of Europe, (2002). Fundamental Principles on the Status of Non-governmental Organisations in Europe and explanatory memorandum. Fundamental Principles on the Status of Non-governmental Organisations in Europe. [online] Strasbourg: Council of Europe, p.e. Available at: https://www.coe.int/t/dghl/standardsetting/cdcj/ONG/Fundamental%20Principles%20E.pdf [Accessed 4 Apr. 2017].
  3. Asante-Antwi, N. (2016) What is the difference between an NGO and an enterprise? LinkedIn Available at: https://www.linkedin.com/pulse/what-difference-between-ngo-social-enterprise-nkunimdini-asante-antwi [Accessed 4 Apr. 2017]
  4. McKinsey on Society. (2017). What is Social Impact Assessment? | McKinsey on Society. [online] Available at: http://mckinseyonsociety.com/social-impact-assessment/what-is-social-impact-assessment/ [Accessed 4 Apr. 2017].
  5. European Commision (2017) Social economy in the EU – Aναπτυξη – European Commission. [online] Available at: https://ec.europa.eu/growth/sectors/social-economy_el [Accessed 4 Apr. 2017].
  6. Σκερλετόπουλος, Λ. (2017). Η κοινωνική επιχειρηματικότητα: Ένα εργαλείο για Kοινωνική Ανάπτυξη & Βιωσιμότητα | Κοινωνική Επιχειρηματικότητα. [online] Available at: http://www.epixeiro.gr/article/2576 [Accessed 4 Apr. 2017].

 

Tagged under:

Ο Αιμίλιος Κλήμης φοιτά στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Στα ακαδημαϊκά και προσωπικά του ενδιαφέροντα εντάσσονται η πολιτική, οι διεθνείς σχέσεις, η οικονομία, και η φιλοσοφία. Στα πλαίσια της αρθρογραφίας, της έρευνας και ενημέρωσης θα τον βρείτε στο [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest