Κοσσυφοπέδιο: Το Μαύρο Αγκάθι της Γιουγκοσλαβίας

Αυτό το άρθρο είναι το 5ο μέρος από τα 5 με τίτλο: Διπλωματία και Πολιτική των Εδαφικών Διαφορών

Το Κόσοβο αποτελεί μια μικρή περιοχή στη νότια Σερβία, αλλά -κατά πολλούς- εξαιρετικής σημασίας. Όπως σε κάθε άλλη εδαφική διαμάχη, το Κόσοβο επιβαρύνεται από ανταγωνιστικές -και συχνά αντικρουόμενες- ιστορικές διεκδικήσεις. Ενώ η Αλβανία επιμένει ότι τα δικαιώματά της πάνω στην περιοχή βασίζονται στην παρουσία του λαού της για περισσότερο από μια χιλιετία, οι γνήσιοι κάτοικοι των Βαλκανίων, οι Σέρβοι, υποστηρίζουν ότι το Κόσοβο αποτελεί τη βάση και την καρδιά του έθνους τους (Vickers, 1998).

Η παρούσα μελέτη αναλύει, μέσα από μια ιστορική αναδρομή, την εδαφική διαμάχη στο Κόσοβο έως σήμερα, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στις κυριότερες διενέξεις που έλαβαν χώρα, την πολιτική σημασία τους, αλλά και σε ζητήματα που μπορούν να τεθούν υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου και της διπλωματίας.

Ιστορικό Υπόβαθρο

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Κόσοβο απετέλεσε τμήμα του νέου Βασιλείου που δημιουργήθηκε το 1929, υπό την ονομασία Γιουγκοσλαβία. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Σερβία κατοχύρωσε την κυριαρχία της στην περιοχή, ενθαρρύνοντας τη μεγάλης κλίμακας εγκατάσταση μεταξύ των Σέρβων και άλλων νότιων Σλάβων χωρικών, γεγονός που πυροδότησε την εγκατάλειψη αυτών των εδαφών από πολλούς Αλβανούς και Τούρκους, οι οποίοι κατευθύνθηκαν -κυρίως- προς Αλβανία και Τουρκία αντίστοιχα. Επιπροσθέτως, οι Σέρβοι επεδίωξαν την αφομοίωση των εναπομεινάντων Αλβανών κατοίκων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την απαγόρευση αλβανόφωνων σχολείων και την αντικατάστασή τους από σλαβόφωνα (Schnabel, A. & Thakur, R. 2000).

Ωστόσο, τα πράγματα πήραν άλλη τροπή κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το μεγαλύτερο τμήμα της Γιουγκοσλαβίας πέρασε σε ιταλική κατοχή. Ο αλβανικός πληθυσμός αδημονούσε για εκδίκηση κατά του σερβικού πληθυσμού. Άδραξε, λοιπόν, την ευκαιρία, και δεκάδες χιλιάδες Σέρβοι που τράπηκαν σε φυγή αντικαταστάθηκαν άμεσα από νεοεισελθέντες Αλβανούς. Έτσι, συνέβη για πρώτη φορά οι Σέρβοι να αποτελέσουν τη μειονότητα στο Κόσοβο (Malcolm, N. 1998).

Πορεία προς την Ανεξαρτησία

Με τη δημιουργία της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, στα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Κόσοβο ενσωματώθηκε ξανά στη Σερβία, αυτή τη φορά, όμως, ως αυτόνομη περιοχή. Παρόλο που το γεγονός αυτό σήμανε τη ρητή αναγνώριση του ιδιαίτερου καθεστώτος του Κοσόβου, δεν βρήκε αρκετά ικανοποιημένους τους Αλβανούς της περιοχής. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Αλβανοί άρχισαν σταδιακά να απαιτούν την αναγνώρισή τους ως έθνος στη Γιουγκοσλαβία, και την αναγωγή του Κοσόβου σε έβδομη Γιουγκοσλαβική δημοκρατία. Μια τέτοια κίνηση ωστόσο -που θα διαχώριζε το Κόσοβο από τη Σερβία, αλλά όχι από τη Γιουγκοσλαβία-, βρήκε αντίθετους τον πρόεδρο της Γιουγκοσλαβίας, Marshal Tito, και τη Σοσιαλιστική Κυβέρνηση.

Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1960, οι Αλβανοί του Κοσόβου άρχισαν να αποκτούν ισχυρή θέση στην ομοσπονδία, σημειώνοντας μια «συνολική εθνική, πολιτική, οικονομική και πολιτισμική αναβίωση και ανάπτυξη» (Jordan, M. 2004). Την ανάπτυξη αυτή ακολούθησε η διεξαγωγή διαδηλώσεων το 1968, επιζητώντας την αναγνώριση του Κοσόβου ως δημοκρατία. Παρόλο που αυτό δεν συνέβη, το 1974 το Κόσοβο αναβαθμίστηκε – από αυτόνομη περιοχή, σε αυτόνομη επαρχία της Σερβίας. Συνέπεια ήταν το Κόσοβο να απολαμβάνει όλων των δικαιωμάτων και προνομιών που χορηγούνται σε μια δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν το δικό τους σύνταγμα, συνέλευση και θέση στο ομοσπονδιακό συμβούλιο. Παρόλα αυτά, κρίσιμο χαρακτηρίζεται το γεγονός ότι αρνήθηκε στον πληθυσμό του Κοσόβου το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση – προνόμιο που απολαμβάνουν -θεωρητικά- μόνο οι δημοκρατίες (Rusu, S. 2000).

Ωστόσο, η πίεση από την επαρχία για την αναγνώρισή της ως δημοκρατίας συνέχισε να μεγαλώνει στους Αλβανούς του Κοσόβου. Το 1981, σειρές φοιτητικών διαδηλώσεων απεικόνιζαν την ένταση που υπήρχε γύρω από το θέμα της ανεξαρτησίας. Ταυτόχρονα, όσο περισσότεροι Σέρβοι εγκατέλειπαν την επαρχία -λόγω του ολοένα αυξανόμενου αντί-σερβικού αισθήματος-, τόσο το ερώτημα του Κοσόβου έπαιρνε πολιτική χροιά στη Σερβία. Το 1985, μερικοί διανοούμενοι προετοίμασαν μνημόνιο, στο οποίο ανέπτυσσαν την άποψή τους περί γενοκτονίας των Σέρβων του Κοσόβου στα χέρια της αλβανικής πλειοψηφίας, καλώντας τη Σερβία να ανακτήσει την εξουσία στην επαρχία (Prentiss, C. 2003).

Αυτός ο κίνδυνος -που λέγεται πως αντιμετώπιζαν οι Σέρβοι του Κοσσόβου- αποτέλεσε την ευκαιρία του Slobodan Milošević να αναρριχηθεί στην πολιτική σκηνή. Το 1989, έχοντας αναλάβει τη Σερβική Προεδρία, απομάκρυνε το αυτόνομο καθεστώς της επαρχίας του Κοσόβου, και εγκαθίδρυσε απευθείας εξουσία από το Βελιγράδι (Rogel, C. 2004).

  • Διάλυση Γιουγκοσλαβίας

Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, οι Αλβανοί του Κοσόβου, ακολουθώντας το παράδειγμα της Σλοβενίας και της Κροατίας, επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην εξασφάλιση επίσημης κρατικής υπόστασης. Έτσι, τον Μάιο του 1992, προχώρησαν στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία και την εκλογή του Ibrahim Rugova -υποστηρικτή της μη βίαιης αντίστασης στην σερβική εξουσία- ως ανεπίσημου προέδρου. Ωστόσο, το αίτημα των Αλβανών του Κοσόβου για ανεξαρτησία δεν αναγνωρίστηκε από τη διεθνή κοινότητα. Παρόλο που ορισμένα μέλη της Αμερικανικής Διοίκησης επιθυμούσαν να εγείρουν το εν λόγω ζήτημα, η ανάγκη για την παραμονή του Milošević στη διαδικασία τερματισμού του εμφύλιου πολέμου της Βοσνίας, σε συνδυασμό με την παράλληλη επιμονή του τελευταίου ότι το Κόσοβο συνιστά εσωτερικό ζήτημα της Σερβίας, αναπόφευκτα σήμανε τον παραγκωνισμό της κοσοβαρικής ανεξαρτησίας (Clark, H. 2000).

Ύστερα από την εφαρμογή παθητικής αντίστασης, πολλοί ένιωθαν πια ότι ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία τους ήταν να παλέψουν για αυτήν.

Βασικότερες Διαμάχες

Το Φεβρουάριο του 1996, ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσόβου (Kosovo Liberation Army, εφεξής KLA) διεξήγαγε την πρώτη επίθεση εναντίον μιας σερβικής αστυνομικής φρουράς. Τα επόμενα δύο χρόνια οι επιθέσεις εντατικοποιήθηκαν – στοχεύοντας κυρίως την αστυνομία, Σέρβους πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην επαρχία, ακόμα και Αλβανούς που θεωρούνταν ότι συνεργάζονταν με τις Σερβικές Αρχές με οποιοδήποτε τρόπο. (Judah, T. 2000)

Στις αρχές του 1998, η διαμάχη είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις, καθώς ο KLA ήλεγχε αρκετά τμήματα της επαρχίας, και η κοινή γνώμη φάνηκε να στρέφεται προς το πλευρό της Σερβίας, χαρακτηρίζοντας τον KLA ως τρομοκρατική οργάνωση. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε αφορμή για τις σερβικές δυνάμεις ασφαλείας για οργάνωση και εκτέλεση πολυάριθμων επιχειρήσεων με θανατηφόρες συνέπειες, ακόμα και σε γυναίκες και παιδιά (Sullivan, C. 2014).

Οι επιθέσεις αυτές κατέστησαν σαφές στη διεθνή κοινότητα ότι μια νέα εθνική διαμάχη έκανε την εμφάνισή της στα Βαλκάνια, ενισχύοντας, έτσι, την ανάγκη για συντονισμένη δράση. Σχηματίζοντας μια Ομάδα Επαφής (Contact Group), το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ρωσία και οι ΗΠΑ κάλεσαν για την άμεση έναρξη των διαπραγματεύσεων, και, λίγο αργότερα, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ πέρασε το Ψήφισμα 1160, καταδικάζοντας την «εκτεταμένη χρήση βίας» κατά του άμαχου πληθυσμού από τη Σερβία και τις «τρομοκρατικές ενέργειες» του KLA (S/RES/1160, 1998). Παράλληλα, η Ουάσιγκτον, αναλαμβάνοντας ρόλο διαμεσολαβητή, ενεπλάκη σε μια διαδικασία εξομάλυνσης της κατάστασης. Ωστόσο, παρά τη συνάντηση που έλαβε χώρα μεταξύ Milošević και Rugova, η προσπάθεια απέβη άκαρπη, όταν σερβικές δυνάμεις ασφαλείας συμμετείχαν σε άλλη μια μεγάλη επίθεση κατά του KLA. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η δυτική υπομονή έχει ξεκινήσει να εξαντλείται (Ker-Lindsay, J. 2009).

  • Νατοϊκός Βομβαρδισμός

Τον Ιανουάριο του 1999, η υπομονή της Δύσης είχε πια στερέψει. Η ανακάλυψη 45 νεκρών Αλβανών στο χωριό Racak προκάλεσε τη διεθνή αποδοκιμασία και οργή. Το Contact Group συγκλήθηκε στο Λονδίνο, και αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα για την οργάνωση ενός επίσημου συνεδρίου, με στόχο την επίλυση της διαμάχης του Κοσόβου. Οι συμμετέχοντες είχαν μόλις δύο εβδομάδες στη διάθεσή τους για να συμφωνήσουν τις λεπτομέρειες του σχεδίου ειρήνης, διαφορετικά θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες. Για τη Σερβία, αυτό σήμαινε στρατιωτική επίθεση. Για τους Αλβανούς του Κοσόβου, σήμαινε την απώλεια εξωτερικής βοήθειας. Και οι δύο πλευρές, λοιπόν, φαίνονταν να μην έχουν περιθώρια ανεπιθύμητου ελιγμού (Daalder, I. & O’Hanlon, M. 2000).

Μέχρι τον Μάρτιο του ίδιου έτους, οι διεθνείς μεσολαβητές είχαν προετοιμάσει ένα προσχέδιο συμφωνίας, γνωστό ως Rambouillet Accords. Η συμφωνία καλούσε για την αποκατάσταση της αυτονομίας του Κοσόβου, και τη χρήση ειρηνευτικών δυνάμεων του NATO. Επιπροσθέτως, προέβλεπε τη σύγκλιση ενός μεγάλου συνεδρίου μετά το πέρας τριών ετών, «ώστε να καθοριστεί ο μηχανισμός της τελικής διευθέτησης για το Κόσοβο στη βάση της επιθυμίας του λαού...» (Rambouillet Accords, Chapter 8, Article 3). Αυτό ήταν αρκετό για να πείσει τους Αλβανούς του Κοσόβου να αποδεχτούν τους όρους. Πράγματι, στις 18 Μαρτίου υπέγραψαν τη συμφωνία. Από την άλλη πλευρά, ο Milošević απέρριψε τις προτάσεις, θεωρώντας πως μια τέτοια συμφωνία όχι μόνο θα επέτρεπε στα στρατεύματα του NATO να εισέρχονται στο Κόσοβο, αλλά θα τους έδινε και το δικαίωμα να ταξιδεύουν σε όλη τη χώρα κατά βούληση. Έτσι, αντίθετα σε όλες τις προσδοκίες, η διαδικασία κατέρρευσε στις 19 Μαρτίου, χωρίς την επίτευξη συμφωνίας. (Glenny, M. 1999)

Από τις 24 Μαρτίου έως και τις 10 Ιουνίου 1999, το NATO επενέβη, βομβαρδίζοντας σειρά στρατηγικών στόχων της Σερβίας, με απώτατο σκοπό τον εξαναγκασμό του Milošević για απόσυρση των δυνάμεών του από το Κόσοβο. Αυτοί οι στόχοι, όμως, δεν περιλάμβαναν μόνο γιουγκοσλαβικές στρατιωτικές δυνάμεις στο Κόσοβο, αλλά επίσης γέφυρες και διυλιστήρια. Παρόλο που η αρχική πεποίθηση ήταν ότι το Βελιγράδι θα υποχωρούσε σύντομα, αυτό στην πραγματικότητα δεν συνέβη. Αντιθέτως, σε απάντηση των νατοϊκών επιθέσεων, ο Milošević διέταξε τις σερβικές δυνάμεις να αυξήσουν τις επιχειρήσεις τους κατά των Αλβανών του Κοσόβου, οδηγώντας σε μαζικό εκτοπισμό του κοσοβαρικού πληθυσμού. Αναπόφευκτα, αυτή η σύγκρουση εξελίχθηκε πολύ γρήγορα σε μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση (Minear, L., Baarda, T. & Sommers, M. 2000).

 

Ωστόσο, η συζήτηση γύρω από τη νομιμότητα της εμπλοκής του NATO με μη ειρηνικά μέσα λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις. Χωρίς να έχει αποκτηθεί νομιμοποιητική ισχύς για παρέμβαση από το Συμβούλιο Ασφαλείας, οι ερμηνείες που έθεταν τις ενέργειες του NATO σε συμφωνία με το διεθνές δίκαιο ήταν αισθητά περιορισμένες. Καταρχήν, οι πράξεις του NATO αποτελούσαν παραβίαση του διεθνούς δικαίου εκτός αν: πρώτον, γίνει αποδεκτό ότι το NATO είχε δικαίωμα προληπτικής συλλογικής άμυνας -σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών- και, δεύτερον, ότι είχε ασκήσει καταλλήλως το δικαίωμα αυτό (Schreuer, 1999).

Εν προκειμένω, φαίνεται να υπάρχει μια πρακτική ανεκτικότητας από τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών, απέναντι σε τέτοιες ενέργειες που πραγματοποιούνται από περιφερειακούς οργανισμούς ασφαλείας, γεγονός που οδηγεί στην άποψη ότι το NATO έχει πράγματι δικαίωμα προληπτικής συλλογικής άμυνας. Επιπροσθέτως, φαίνεται ότι οι δράσεις της Γιουγκοσλαβίας θέτουν ένα γνήσιο κίνδυνο στη σταθερότητα της περιοχής.

Από την άλλη πλευρά, δεν φαίνεται να υπάρχει αυτή τη στιγμή εθιμικός κανόνας διεθνούς δικαίου που να επιτρέπει τη χρήση βίας από κράτη, με στόχο την παρεμπόδιση άλλων κρατών από τη θανάτωση ή την εκδίωξη του πληθυσμού τους. Πάραυτα, η πρακτική των κρατών απέναντι στην ενέργεια του NATO θα μπορούσε να επιφέρει μια αλλαγή στο διεθνές εθιμικό δίκαιο: μια μεγάλης κλίμακας αποδοχή -ή ακόμα και ανοχή- για τις πράξεις του NATO, ίσως αποδεικνύει την ανάγκη για τη δημιουργία ενός τέτοιου κανόνα (Schwabach, A. 1999).

Προσπάθειες επίλυσης

Στο πλαίσιο της επίλυσης του ζητήματος του Κοσόβου, στις 10 Ιουνίου 1999, το Συμβούλιο Ασφαλείας πέρασε το Ψήφισμα 1244, το οποίο τοποθέτησε το Κόσοβο υπό τη μεταβατική διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών -γνωστή ως United Nations Mission in Kosovo (UNMIK)-, και εξουσιοδότησε τη λεγομένη Δύναμη του Κοσόβου –Kosovo Force (KFOR)-, μια ειρηνευτική μονάδα καθοδηγούμενη από το NATO. Το Ψήφισμα 1244 προέβλεπε ότι το Κόσοβο θα είχε αυτονομία μέσα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, και επιβεβαίωσε την εδαφική ακεραιότητα της Γιουγκοσλαβίας, η οποία είχε νόμιμα επιτευχθεί από τη Δημοκρατία της Σερβίας (S/RES/1244, 1999).

Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ έχει υιοθετήσει πολυάριθμα ψηφίσματα που σχετίζονται με την κατάσταση στο Κόσοβο. Προηγηθέντα της υιοθέτησης του Ψηφίσματος 1244 (1999) του Συμβουλίου Ασφαλείας, υπήρξαν πέντε ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης, τα οποία αφορούσαν σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Κόσοβο, και ένα ακόμη μετά [A/RES/49/204 (1994), A/RES/50/190 (1996), A/RES/51/111 (1997), A/RES/52/139 (1997), A/RES/53/164 (1999), A/RES/54/183 (2000)].

  • Ανεξαρτησία Κοσόβου και Γνωμοδότηση Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης

Στις 17 Φεβρουαρίου 2008, το Κόσοβο προχώρησε στη μονομερή διακήρυξη της ανεξαρτησίας του – η νομιμότητα της οποίας, ωστόσο, αμφισβητήθηκε (Republic of Kosovo – Assembly – News. 2008). Έτσι, στις 8 Οκτωβρίου 2008, η Γενική Συνέλευση αιτήθηκε γνωμοδοτήσεως από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, κάτω των ορίων του άρθρου 96 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (A/RES/63/3, 2008).

Στις 22 Ιουλίου 2010, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης -κατόπιν αίτησης της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, και ενεργώντας κάτω των ορίων του άρθρου 65 του Καταστατικού του- εξέδωσε γνωμοδότηση σχετική με τη Συμφωνία με το διεθνές δίκαιο της μονομερούς διακήρυξης ανεξαρτησίας του Κοσόβου.

Η ερώτηση που ετέθη στο Δικαστήριο ήταν συγκεκριμένη: ζητήθηκε η γνώμη του Δικαστηρίου για το εάν ήταν ή δεν ήταν σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο η διακήρυξη ανεξαρτησίας. Η ερώτηση δεν είχε σχέση με τις νομικές συνέπειες αυτής της διακήρυξης, ούτε με την εγκυρότητα ή τις νομικές συνέπειες της αναγνώρισης του Κοσόβου από εκείνα τα κράτη που το αναγνώρισαν ως ανεξάρτητο κράτος. Συγκεκριμένα, δεν ήταν αντικείμενο κρίσης η κρατική υπόσταση -ή μη- του Κοσόβου (Advisory Opinion, para. 51).

Έτσι, το Δικαστήριο, εξετάζοντας το γενικό διεθνές δίκαιο, τόνισε ότι η αρχή της εδαφικής ακεραιότητας είναι ένα σημαντικό κομμάτι της διεθνούς νομικής τάξης, και κατοχυρώνεται στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (Advisory Opinion, para. 80). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 2, παράγραφος 4, το οποίο αναφέρει πως «όλα τα Μέλη στις διεθνείς τους σχέσεις θα απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας που εκδηλώνεται εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους, είτε με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ασυμβίβαστη προς τους  Σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών» (UN Charter, Article 2 para. 4).

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, ενώ το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε καταδικάσει συγκεκριμένες διακηρύξεις ανεξαρτησίας, η παρανομία αυτών των διακηρύξεων δεν προερχόταν από τη μονομερή φύση της διακήρυξης, αλλά από το γεγονός ότι ήταν συνδεδεμένες με την παράνομη χρήση βίας ή άλλη εξωφρενική παραβίαση των αρχών του γενικού διεθνούς δικαίου που συνιστούν jus cogens. Ωστόσο, στην περίπτωση του Κοσόβου, το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν είχε πάρει ποτέ τέτοια θέση. Διευρύνοντας, μάλιστα, το πλαίσιο αυτό, σε κανένα ψήφισμά του το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν στράφηκε κατά της μονομερούς διακήρυξης ανεξαρτησίας – γεγονός που οδήγησε το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει γενική απαγόρευση κατά αυτής (Advisory Opinion, para. 81).

Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, στις 17 Φλεβάρη 2008, δεν παραβιάζει το γενικό διεθνές δίκαιο (Advisory Opinion, para. 84). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε το Δικαστήριο, κατόπιν εξέτασης του Ψηφίσματος 1244 (1999) του Συμβουλίου Ασφαλείας -το οποίο επιβάλλει διεθνείς νομικές υποχρεώσεις- και του Συνταγματικού Πλαισίου (Constitutional Framework) το οποίο αντλεί τη δεσμευτική του ισχύ από το άνωθεν Ψήφισμα (Advisory Opinion, para. 93).

  • Επαναπροσέγγιση

Παρόλα αυτά, ακόμα και ύστερα από την απόφαση του Δικαστηρίου, η αντιπαράθεση μεταξύ της σερβικής μειονότητας του Κοσόβου και των Αλβανών της περιοχής παρέμεινε τεταμένη. Κάποιες προσπάθειες επαναπροσέγγισης των δύο κυβερνήσεων έλαβαν χώρα στις 19 Απριλίου 2013. Οι δύο πλευρές κατέληξαν στη Συμφωνία των Βρυξελλών – μια Ευρωπαϊκή συμφωνία, η οποία θα επέτρεπε στις σερβικές μειονότητες του Κοσόβου να έχουν το δικό τους σύστημα αστυνόμευσης και δικαιοδοτικών οργάνων (BBC News. 2013).

Συμπεράσματα

Ίσως η ανεξαρτησία του Κοσόβου να ταυτιζόταν από τις περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις με άρση του αδιεξόδου στην περιοχή, όμως η πραγματικότητα το έχει διαψεύσει. Παρόλο που γίνονται προσπάθειες από τη διεθνή κοινότητα για την προώθηση των δημοκρατικών αρχών, της δικαιοσύνης και της ισονομίας, χρειάζεται ακόμα να διανυθεί πολύς δρόμος σε πρακτικό επίπεδο. Προς το παρόν, την κατάσταση του Κοσόβου χαρακτηρίζουν κοινωνικές αναταραχές, συγκρούσεις με κρατικούς φορείς, και υψηλά επίπεδα φτώχειας που αγγίζουν κάθε κοινωνική βαθμίδα (Zaum, D. 2009).

Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το Κόσοβο δεν είναι ακόμη έτοιμο να «βαδίσει» μόνο του. Από τη στιγμή που ο πόλεμος έληξε, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους άσκησαν σημαντική επιρροή σε όλους τους τομείς που είναι απαραίτητοι για την επιβίωση μιας κρατικής οντότητας, όπως την οικονομία, την πολιτική και το στρατό, και έτσι, παρά τις προσπάθειες αυτονόμησης του Κοσόβου, φαίνονται αναπόφευκτα τα -μονίμως επικείμενα- ξεσπάσματα βίας.

Στην πραγματικότητα, η «άτακτη» κατάσταση του Κοσόβου είναι το τίμημα που καλούνται να πληρώσουν τόσο οι Η.Π.Α., όσο και η Ε.Ε, για την επιμονή τους σε μια «επιφανειακή πολιτική σταθερότητα εις βάρος των βαθύτερων αναγκών του Κοσόβου, οι οποίες ανάγκες ταυτίζονται με το νόμο και την τάξη, την καταπολέμηση της διαφθοράς και το ξερίζωμα του οργανωμένου εγκλήματος» (Bieber, F. and Daskalovski, Z. 2003).

Πήγες:

  1. International Court of Justice (2013) Reports of judgments, advisory opinions and orders accordance with international law of the unilateral declaration of independence in respect of Kosovo – advisory opinion of 22 July 2010. United States: United Nations Pubns.
  2. BBC News. (2013). Serbia and Kosovo reach EU-brokered landmark accord’ – BBC News. [online] Available at: http://www.bbc.com/news/world-europe-22222624 (Accessed 21 Jan. 2017).
  3. Bieber, F. and Daskalovski, Z. (2003). ‘Understanding the war in Kosovo’. 1st ed. London: Frank Cass.
  4. Charter of the United Nations (1945). Available at: https://treaties.un.org/doc/publication/ctc/uncharter.pdf (Accessed 22 Jan. 2017).
  5. Clark, H. (2000). Civil resistance in Kosovo’. 1st ed. London: Pluto Press.
  6. Daalder, I. and O’Hanlon, M. (2000). Winning ugly’. 1st ed. Washington, D.C.: Brookings Institution Press.
  7. Glenny, M. (1999). The Balkans, 1804-1999’. 1st ed. London: Granta.
  8. Jordan, M. (2004). ‘Even in eager Kosovo, nation-building stalls’. The Christian Science Monitor. Available at: http://www.csmonitor.com/2004/0922/p01s04-woeu.html (Accessed 19 Jan. 2017).
  9. Judah, T. (2000). ‘Kosovo: War and Revenge’. 1st ed. New Haven: Yale University Press.
  10. Ker-Lindsay, J. (2009). ‘Kosovo’. 1st ed. London: I.B. Tauris.
  11. Malcolm, N. (1998). Kosovo: A Short History’. 1st ed. New York: New York University Press.
  12. Minear, L., Baarda, T. and Sommers, M. (2000). NATO and humanitarian action in the Kosovo crisis’. 1st ed. Providence, RI: Thomas J. Watson Jr. Institute for International Studies, Brown University.
  13. Prentiss, C. (2003). Religion and the creation of race and ethnicity’. 1st ed. New York: New York University.
  14. Rambouillet Accords, ‘Interim Agreement for Peace and Self-Government in Kosovo’, February 23 1999. Available at: http://peacemaker.un.org/sites/peacemaker.un.org/files/990123_RambouilletAccord.pdf (Accessed 22 Jan. 2017).
  15. Republic of Kosovo – Assembly – News. (2008). Available at: http://www.assembly-kosova.org/?cid=2,128,1635 (Accessed 22 Jan. 2017).
  16. Rogel, C. (2003). ‘Kosovo: Where It All Began’International Journal of Politics, Culture and Society, 17(1), pp.167-182.
  17. Rusu, S. (2000). ‘Kosovo Report: Conflict, International Response, Lessons Learned’. Independent International Commission on Kosovo. International Journal of Refugee Law, 12(4), pp.696-699.
  18. Schnabel, A. and Thakur, R. (2000). Kosovo and the challenge of humanitarian intervention’. 1st ed. Tokyo: United Nations University Press.
  19. Schreuer, (1999). ‘Is there a Legal Basis for the NATO Intervention in Kosovo?’International Law FORUM du droit international, 1(3), pp.151-154.
  20. Schwabach, A. (1999). ‘The legality of the Nato bombing operation in the Federal Republic of Yugoslavia’. Pace International Law Review, 11(2). Available at: http://digitalcommons.pace.edu/pilr/vol11/iss2/6 (Accessed 22 Jan. 2017).
  21. Sullivan, C. (2014). Kosovo Liberation Army (KLA)’ | Kosovar militant group. Encyclopedia Britannica [online] Available at: https://www.britannica.com/topic/Kosovo-Liberation-Army (Accessed 22 Jan. 2017).
  22. United Nations General Assembly (1994). Resolution No 49/204. Available at: http://www.un.org/documents/ga/res/49/a49r204.htm (Accessed 22 Jan. 2017).
  23. United Nations General Assembly (1996). Resolution No 50/190. Available at:http://www.un.org/documents/ga/res/50/ares50-190.htm (Accessed 22 Jan. 2017).
  24. United Nations General Assembly (1997). Resolution No 51/111. Available at:http://www.un.org/documents/ga/res/51/ares51-111.htm (Accessed 22 Jan. 2017).
  25. United Nations General Assembly (1997). Resolution No 52/139. Available at: http://www.un.org/ga/documents/gares52/res52139.htm (Accessed 22 Jan. 2017).
  26. United Nations General Assembly (1999). Resolution No 53/164. Available at: http://www.un.org/en/ga/search/view_doc.asp?symbol=A/RES/53/164 (Accessed 22 Jan. 2017).
  27. United Nations General Assembly (2000). Resolution No 54/183. Available at: http://www.un.org/en/ga/search/view_doc.asp?symbol=A/RES/54/183 (Accessed 22 Jan. 2017).
  28. United Nations General Assembly (2008). Resolution No 63/3. Available at: http://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/Kos%20A%20RES63%203.pdf (Accessed 22 Jan. 2017).
  29. United Nations Security Council (1998). Resolution No 1160. Available at: https://documents-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/N98/090/23/PDF/N9809023.pdf?OpenElement (Accessed 22 Jan. 2017).
  30. United Nations Security Council (1999). Resolution No 1244. Available at: https://documents-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/N99/172/89/PDF/N9917289.pdf?OpenElement (Accessed 22 Jan. 2017).
  31. Vickers, M. (1998). Between Serb and Albanian’. 1st ed. New York: Columbia University Press.
  32. Zaum, D. (2009). States of Conflict: A case study on statebuilding in Kosovo’. Ippr.org [online] Available at: http://www.ippr.org/publications/states-of-conflicta-case-study-on-statebuilding-in-kosovo (Accessed 21 Jan. 2017).

 

Πλοήγηση στις σειρές<< Παλαιστίνη: Δυο λαοί για ένα κομμάτι γης

Tagged under:

Είμαι προπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Παν/μιου Αθηνών και παράλληλα κάνω Minor πάνω στις διεθνείς σχέσεις στο DEREE. Έχω συμμετάσχει στον 7th International Air Law Moot Court Competition καθώς και σε πολυάριθμες προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών. Υπήρξα ασκούμενη στο Υπουργείου Εξωτερικών και στόχος μου είναι η ενεργή συμμετοχή στο διεθνές προσκήνιο.

Website: https://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest