Μνημονίων συνταγματικότητα

Τα «αποτυπώματα» των επιπτώσεων της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008 είναι ακόμα πρόδηλα, εξαιτίας των επέκεινα διαμορφωθεισών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που αποτέλεσαν αποκυήματα των πολιτικών λιτότητας – όπως αυτές εφαρμόστηκαν σε πληθώρα κρατών ανά την υφήλιο, ώστε να αντιμετωπιστεί η κρίση χρέους, αλλά και η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής -ήτοι τα προαναφερθέντα μέτρα λιτότητας που ελήφθησαν ειδικά σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, δυνάμει των «Μνημονίων Συνεννόησης»- οδήγησαν αυτόχρημα στον περιορισμό κοινωνικών και οικονομικών συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, αλλά και τη συρρίκνωση του επονομαζόμενου «κοινωνικού κράτους». Μάλιστα, προβλήθηκαν αιτιάσεις ότι τα περιβόητα «Μνημόνια», πέραν του περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων, συνεπάγονται, ακόμα, τον αθέμιτο περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας των κρατών που δεσμεύονται από αυτά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, υποστηρίχθηκε πως τα «Μνημόνια» αυτά προσκρούουν σε συνταγματικές διατάξεις, γεγονός που έχει ιδιάζουσα σημασία, δεδομένου πως το Σύνταγμα συνιστά για κάθε πολιτεία το σύστημα των κανόνων δικαίου που εγκαθιδρύουν τη θεμελιώδη νομική τάξη της – την προμετωπίδα, δηλαδή, του νομικού της συστήματος, το σημείο αναφοράς του νομικού πολιτισμού της. Κρίνεται, επομένως, σκόπιμο να διερευνηθεί εάν, πράγματι, οι διεθνείς συμφωνίες που ονομάζονται «Μνημόνια» ναρκοθετούν τις βάσεις επάνω στις οποίες εδράζεται το σύνολο των κανόνων δικαίου ενός κράτους.

Ο “ασθενής” του Νότου: Ελλάδα

Πριν την εξαγωγή ενός συμπεράσματος επί του προαναφερθέντος ζητήματος, κρίσιμο είναι να αναλυθεί η έννοια και η νομική υφή του όρου «Μνημόνιο Συνεννόησης». Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» -αγγλιστί “Memorandum of Understanding”- αποτελεί μία άτυπη διεθνή συμφωνία (δη τύπου διακανονισμού), η οποία εντάσσεται και αποτελεί αναπόσπαστο -για την ακρίβεια, το πλέον θεμελιώδες- τμήμα ενός συνόλου αποφάσεων, πράξεων, δηλώσεων, ψηφισμάτων ή ενεργειών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωζώνης, του Συμβουλίου των Υπουργών του περίφημου Eurogroup, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Η ως άνω, μάλιστα, συμφωνία περιέχει σύνθετες και νομικά πρωτότυπες μορφές ρύθμισης, των οποίων η ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός πως δεν κατατάσσονται στα παραδοσιακά και καθιερωμένα νομικά εργαλεία του διεθνούς και συνταγματικού δικαίου, καθώς αναφέρονται σε πρωτόγνωρες σχέσεις, και δεν ακολουθούν παραδεδεγμένα νομικά πρότυπα. Πρόκειται, επεξηγηματικά, για υιοθετούμενες μορφές ρύθμισης λιγότερο τυπικές, “εύπλαστες” ή “ήπιες”, προσανατολισμένες στο σκοπό που επιδιώκουν, και στην αποτελεσματικότητα της ρύθμισης. Μάλιστα, ομοιάζουν προς το soft law, ακριβώς διότι η συμφωνία δεν είναι νομικά εξαναγκαστή και, επομένως, τυχόν αθέτησή της δεν επιφέρει τις κλασσικές νομικές συνέπειες. Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει επιπλέον να διασαφηνιστεί πως το «Μνημόνιο» διαφοροποιείται από τη δανειακή σύμβαση, εφόσον φέρει διαφορετικές ρυθμιστικές συνέπειες και χαρακτηριστικά γνωρίσματα (Μανιτάκης, 2011).

Σε ό,τι αφορά το «Μνημόνιο Ι», με τη ρητή αναφορά που γίνεται στο νόμο 3845/2010 και με την προσάρτηση του εν λόγω «Μνημονίου» στον τελευταίο ως παράρτημα, δεν αποκτά το κείμενο αυτό μορφή ή ισχύ τυπικού νόμου, και αυτό διότι δεν κυρώνεται ούτε επικυρώνεται η άτυπη αυτή διεθνής συμφωνία – απλώς προσαρτάται στο τέλος του νόμου, μετά τις νομοθετικές ρυθμίσεις που αυτός περιέχει. Το «Μνημόνιο Ι», ήγουν, προστέθηκε στο ως άνω νομοθέτημα για λόγους διαφάνειας και ενημέρωσης της Βουλής, καθώς και προς το σκοπό της αιτιολόγησης των νομοθετικών μέτρων δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής που ελήφθησαν, δυνάμει του νόμου 3845/2010. Επέχει, δηλαδή, θέση αιτιολογικής έκθεσης των ουσιαστικών ρυθμίσεων του νομοθετήματος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως, καθ’ όλη τη διάρκεια της δριμύτατης κρίσης, η εκάστοτε πολιτική εξουσία προέβη στην ίδια ακριβώς επιλογή, σε ό,τι αφορά τα «Μνημόνια II και III», με τους νόμους 4046/2012 και 4336/2015 αντίστοιχα (Καϊδατζή, 2012). Κατά πάγια, μάλιστα, πρακτική, τα «Μνημόνια» συνιστούσαν αιτιολογίες των νόμων που υιοθετούνταν προς το σκοπό της εφαρμογής και υλοποίησης των άτυπων αυτών διεθνών συμφωνιών. Απόρροια του ως άνω συνιστά το γεγονός ότι κάθε «Μνημόνιο», ως κείμενο τεχνικών προβλέψεων -ή, διαφορετικά, δημοσιονομικών στόχων-, δεν δύναται το ίδιο να συνιστά αντικείμενο δικαστικού ελέγχου αναφορικά με τη συνταγματικότητά του ή μη. Εξαίρεση αποτελεί, εντούτοις, η εξέταση της πραγματικής συνδρομής και του σύννομου των ίδιων δημοσιονομικών στόχων, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι περιορισμοί που επέρχονται στα κοινωνικά δικαιώματα και τις ατομικές ή συλλογικές ελευθερίες -ειδικά η ένταση και η έκταση προσβολής αυτών- είναι συνταγματικά επιτρεπτοί ή όχι (Μανιτάκης, 2011). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ελέγχεται εκ πλαγίου, μέσα από τον έλεγχο του σκοπού του νόμου, το συνταγματικά θεμιτό -ή μη- των στόχων των «Μνημονίων».

Επιπροσθέτως, υπέρ της συνταγματικότητας των «Μνημονίων» καθεαυτών, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη το ακόλουθο επιχείρημα: κατά την κρατούσα -και μάλλον ορθότερη άποψη-, οι άτυπες αυτές διεθνείς συμφωνίες, ήτοι τα «Μνημόνια», δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Άρθρων 28 παρ. 1,2 και 3 (Βουλή των Ελλήνων, 2008) και 36 παρ. 2 (Βουλή των Ελλήνων, 2008) του Συντάγματος, ώστε να απαιτούν κύρωση – η οποία, φυσικά, ουδέποτε έλαβε χώρα από τη Βουλή των Ελλήνων εν προκειμένω. Οι ως άνω συνταγματικές διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά, όταν πρόκειται για την ενσωμάτωση στην εθνική/εσωτερική -δηλαδή την ελληνική- έννομη τάξη «διεθνών συμβάσεων ή διεθνών συνθηκών», και όχι άτυπων διεθνών συμφωνιών (όπως των «Μνημονίων»), οι οποίες δεν είναι νομικά δεσμευτικές, αλλά ρυθμίζουν είτε τεχνικά/δημοσιονομικά ζητήματα, είτε ζητήματα πολιτικής φύσεως.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, θα πρέπει να συναχθεί πως τα «Μνημόνια», ως κείμενα soft law, δεν μπορούν να γίνουν τα ίδια αντικείμενα δικαστικού ελέγχου – πέραν, βέβαια, του ελέγχου του συνταγματικώς θεμιτού και δικαιολογημένου, ή όχι, των δημοσιονομικών στόχων διαμέσου των οποίων επιδιώκονται.

Στο σημείο αυτό, μία θεμελιώδους σημασίας διευκρίνιση κρίνεται ως αδήριτη. Το συνταγματικά αχαρακτήριστο των «Μνημονίων» δεν συνεπάγεται αναπόδραστα τη συνταγματικότητα -ή μη- των νομοθετικών μέτρων που λαμβάνονται προς την εκπλήρωση των στόχων που αυτά θέτουν – ήτοι, προς την εφαρμογή τους. Ορισμένα μέτρα ενδέχεται να προσκρούουν σε συνταγματικές διατάξεις, εφόσον είτε θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος που πλήττεται, είτε ο επιβληθείς περιορισμός παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (η οποία περαιτέρω αναλύεται στην αρχή της αναγκαιότητας, την αρχή της προσφορότητας και την αρχή της αναλογικότητας sticto sensu). Εκείνο, δηλαδή, που πρέπει να υπογραμμισθεί -και συνιστά το συνηθέστερο σφάλμα, κατά την εκφορά απόψεων ακόμα και από πολιτικά πρόσωπα ή πρόσωπα στον χώρο της δημοσιογραφίας- είναι πως τυχόν αντισυνταγματικές προσβολές ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων δεν έχουν επέλθει από τα «Μνημόνια», κατά νομική κυριολεξία, αλλά αντίθετα από τους νόμους που εφαρμόζονται, με σκοπό την υλοποίηση και εφαρμογή των δημοσιονομικών στόχων που τίθενται από τις άτυπες αυτές διεθνείς συμφωνίες. Εντός του προαναφερθέντος πλαισίου, νοηματοδοτούνται η παράθεση και ο σχολιασμός επί των αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας σχετικά με τους εφαρμοστικούς νόμους των «Μνημονίων».

Σύμφωνα, λοιπόν, με την υπ’ αριθμόν 668/2012 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), η οποία έκρινε επί της Κοινής Υπουργικής Απόφασης που βασίστηκε στον νόμο 3845/2010 -παράρτημα του οποίου ήταν το «Μνημόνιο I»-, η «περικοπή των αποδοχών δημοσίων υπαλλήλων και η περικοπή των συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής» προς την εξυπηρέτηση στόχων που συνιστούν λόγους σοβαρού δημοσίου συμφέροντος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ΣτΕ απεφάνθη πως τα σχετικά δικαιώματα υποχωρούν, εν όψει του δημοσίου συμφέροντος, ενώ ταυτόχρονα κρίθηκε πως ο επιβληθείς περιορισμός επί των προαναφερθέντων δικαιωμάτων δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Συνεπώς, οι ως άνω -κατακριθείσες από πληθώρα κοινωνικών ομάδων- περικοπές μισθών και συντάξεων θεωρήθηκαν συνταγματικές (Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, 2012). Αξίζει, δε, να σημειωθεί πως με τη συγκεκριμένη απόφαση το Συμβούλιο της Επικρατείας επικύρωσε τη γνώμη, σύμφωνα με την οποία το «Μνημόνιο Ι» -ως άτυπη διεθνής συμφωνία- δεν απαιτεί κύρωση με βάση το Άρθρο 28 του Συντάγματος, εφόσον, λόγω ακριβώς του είδους της, δεν εμπίπτει στη ρυθμιστική εμβέλεια του ως άνω Άρθρου.

Όμως, σε κάθε περίπτωση, το ΣτΕ με την απόφασή του αυτή δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πως δεν θα πρέπει η κρίση του περί συνταγματικότητας να θεωρείται δεδομένη, αλλά κάθε φορά ο επιβαλλόμενος περιορισμός θα πρέπει να δικαιολογείται, σαφώς, από την ύπαρξη σημαντικού λόγου δημοσίου συμφέροντος. Μάλιστα, δέον είναι να επισημανθεί πως, στις αποφάσεις που έπονται της συγκεκριμένης (βλ. παρακάτω την 2287/2015), το ακυρωτικό δικαστήριο αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, επιζητώντας πλέον από το ίδιο το κράτος να αποδεικνύει τη μη διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβίωσης των μισθωτών και συνταξιούχων, προκειμένου ο περιορισμός των δικαιωμάτων να είναι συνταγματικά ανεκτός.

Δύο χρόνια αργότερα, και ενόψει του «Μνημονίου ΙΙ», η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας βγάζει την απόφαση 2307/2014, η οποία έκρινε επί της Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) που εκδόθηκε με βάση το νόμο 4046/2012 – παράρτημα του οποίου υπήρξε το «Μνημόνιο ΙΙ», ως συμπληρωματικό του «Μνημονίου Ι». Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, συνταγματικά ανεκτή κρίθηκε η μείωση των κατώτατων ορίων των μισθών και ημερομισθίων, αλλά και η μερική κατάργηση της μετενέργειας των συμβάσεων εργασίας. Αντιθέτως, κρίθηκε ότι η κατάργηση της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, καθώς και οι προβλεπόμενοι περιορισμοί ως προς την προσφυγή αυτή αντίκεινται στο Άρθρο 22 του Συντάγματος, καθιστώντας, επομένως, τις ως άνω ρυθμίσεις αντισυνταγματικές. Την ίδια στιγμή, το ΣτΕ απεφάνθη ότι η ρύθμιση από το νομοθέτη των όρων εργασίας κατά τρόπο αποκλειστικό -καθώς και των ζητημάτων που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις- είναι συνταγματικά επιτρεπτή, όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας, και ενόσω αυτοί διαρκούν. Τέλος, με την ίδια απόφαση, ο περιορισμός μισθολογικών και εργασιακών -εν γένει- δικαιωμάτων κρίθηκε συνταγματικός, λόγω πάλι της κάμψης των τελευταίων, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος (Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, 2014).

Εν έτει 2015, ωστόσο, παρατηρείται μία πολύ σημαντική στροφή της νομολογίας του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, εφόσον με μία σειρά αποφάσεων -και συγκεκριμένα με τις 2287/2015, 2288/2015, 2289/2015 και 2290/2015- το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις περαιτέρω περικοπές των αποδοχών των συνταξιούχων που επήλθαν, δυνάμει των εφαρμοστικών νόμων του «Μνημονίου ΙΙ». Το ακυρωτικό δικαστήριο προέβη στην ως άνω κρίση με το επιχείρημα (μεταξύ άλλων, όπως τα επιχειρήματα των Άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, 106 παρ. 1 του Συντάγματος) πως το κράτος δεν θέσπισε τις μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μετά από μελέτη των συνολικών επιπτώσεών τους στο βιοτικό επίπεδο των θιγόμενων συνταξιούχων, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της συμβατότητάς τους με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2015).

Τέλος, ιδιαίτερης μνείας χρήζει η Γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου -ενός εκ των τριών ανώτατων δικαστηρίων της Ελλάδας-, σύμφωνα με την οποία η Ολομέλειά του (4η Ειδική Ολομέλεια της 15ης Οκτωβρίου 2015) έκρινε ως αντισυνταγματικές τις πλέον σημαντικές ρυθμίσεις του πρώτου εφαρμοστικού νόμου (νόμος 4337/2015) του «Μνημονίου ΙΙΙ», οι οποίες αφορούν συνταξιοδοτικές παροχές. Μπορεί μεν το Ελεγκτικό Συνέδριο να ασκούσε εν προκειμένω τη γνωμοδοτική αρμοδιότητά του (Άρθρο 73 παρ. 3 του Συντάγματος), η διατύπωση, όμως, εκ μέρους του μίας τέτοιας κρίσης είναι βαρύνουσας σημασίας για το νομικό κόσμο. Ήδη, άλλωστε, σε προγενέστερο χρόνο, με τις Γνωμοδοτήσεις της 2ης και 3ης Ειδικής Ολομέλειας, το εν λόγω δικαστήριο είχε κρίνει ως αντισυνταγματικές τις ουσιωδέστερες ρυθμίσεις του νόμου 4336/2015.

Η υπ’ αριθμόν 244/2017 πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκρινε αντισυνταγματική την επιβολή Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) στους εν γένει συνταξιούχους του Δημοσίου, με το επιχείρημα πως εκείνη προσκρούει στα Άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος. Συνεπώς, διατάξεις νόμων (π.χ. των νόμων 3865/2010 και 3986/2011) που ελήφθησαν για την εφαρμογή του «Μνημονίου Ι», κρίθηκαν αντισυνταγματικές (Ελεγκτικό Συνέδριο, 2017).

Εν κατακλείδι, και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προαναφερθέντων, θα πρέπει να υπογραμμισθεί πως ο χαρακτηρισμός των «Μνημονίων» καθεαυτών, κατά νομική κυριολεξία, ως συνταγματικών -ή μη- δεν ευσταθεί. Αυτοτελή αντικείμενα δικαστικού ελέγχου ως προς τη συνταγματικότητά τους μπορούν να αποτελέσουν μόνο οι νομοθετικές διατάξεις που τίθενται προς την υλοποίηση των δημοσιονομικών στόχων και των εν γένει πολιτικών που οι άτυπες αυτές διεθνείς συμφωνίες περιέχουν (δηλαδή οι διεθνείς συμφωνίες που καταδεικνύουν τον πολύπλοκο χαρακτήρα της σημερινής διεθνούς κοινωνίας, αλλά και τη λίαν περίπλοκη σχέση της κρατικής κυριαρχίας με διεθνείς οργανισμούς, υπερεθνικά όργανα, μάλιστα, πολλές φορές, μη θεσμοθετημένα, και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα). Και είναι η εφαρμογή αυτών των διεθνών συμφωνιών που οδηγεί στην παραβίαση ακόμα και της ΕΣΔΑ, ως αναπόσπαστου κομματιού του διεθνούς δικαίου, εφόσον πια συνιστά εθιμικό δίκαιο. Εντούτοις, δεν θα πρέπει να λησμονηθεί πως η προαναφερθείσα εφαρμογή πραγματοποιείται μέσω πολιτικών -και συγκεκριμένα κυβερνητικών- επιλογών, οι οποίες ανάγονται αποκλειστικά στην κυριαρχική βούληση των ασκούντων τη νομοθετική και εκτελεστική λειτουργία. Επιλογών που -ίσως όχι άδικα- έχει υποστηριχθεί πως ευθύνονται για τα δεινά τα οποία σήμερα εξακολουθούν να ταλανίζουν την Ελληνική Δημοκρατία.

Πηγές:

  1. Βουλή των Ελλήνων. (2008). Σύνταγμα. http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/To-Politevma/Syntagma/
  2. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών. (2012). ΣτΕ.Ολ 668/2012. http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/668.htm
  3. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών. (2010). ΝΟΜΟΣ 3845/2010 – ΦΕΚ 65/Α’/6.5.2010. http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomothesia/n3845_10.htm
  4. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών. (2014). ΣτΕ.Ολ 2307/2014. http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/ste%202307.htm
  5. Ελεγκτικό Συνέδριο. (2017). Απόφαση Ολομέλειας Ε.Σ. 244/2017. https://www.elsyn.gr/el/node/473
  6. Καϊδατζή, Ακρ. (2012). ‘Μεγάλη πολιτική’ και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο ‘Μνημόνιο’. https://www.constitutionalism.gr/2347-megali-politiki-kai-astenis-dikastikos-eleghos-syn/
  7. Μανιτάκης, Αντ. (2011). Τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου ενόψει μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής. https://www.constitutionalism.gr/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BF/
  8. Βουλή των Ελλήνων. (2008). Σύνταγμα της Ελλάδας, Άρθρο 28: (Κανόνες του διεθνούς δικαίου και διεθνείς οργανισμοί). http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/To-Politevma/Syntagma/article-28/
  9. Βουλή των Ελλήνων. (2008). Σύνταγμα της Ελλάδας, Άρθρο 36: (Διεθνής παραστάτης, διεθνείς συνθήκες). http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/To-Politevma/Syntagma/article-38/
  10. Συνταγματικό Δίκαιο – Τμήμα Νομικής Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. (2015). ΣτΕ (Ολ) 2287/2015. http://law-constitution.web.auth.gr/lina/files/StE.%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1_2287-2015.pdf
  11. Υπουργείο Οικονομικών. (2015). ΝOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4336 Συνταξιοδοτικές διατάξεις − Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης. http://www.minfin.gr/documents/20182/455201/FekA94.pdf/de2d334d-5bd8-47e3-b201-032481c5096b
  12. Taxheaven. (2012). ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4046 (ΦΕΚ Α’ 28/14-02-2012). https://www.taxheaven.gr/laws/law/index/law/411
  13. Taxheaven. (2015). ΣτΕ 2289/2015 Ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011. https://www.taxheaven.gr/laws/circular/view/id/21155

Tagged under:

Ονομάζεται Θωμάς Μητρόπουλος, είναι 21 ετών και φοιτά στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, στην Κομοτηνή. Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα μοντέλων προσομοίωσης του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών τόσο στην Ελλάδα, όσο και το εξωτερικό σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελβετία, η Ολλανδία και το Βέλγιο ως σύνεδρος, μέλος προεδρείου, αλλά και της γραμματείας, ήγουν του επονομαζόμενου Secretariat. Επιπροσθέτως, έχει λάβει μέρος σε μεγάλο αριθμό ημερίδων, συνεδρίων και σεμιναρίων με αντικείμενο το Δημόσιο Διεθνές και Ποινικό Δίκαιο, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αλλά και μείζονα οικονομικά ζητήματα. Τέλος, επελέγη ως Ειδικός Συνεργάτης του τομέα Marketing στην Ευρωπαϊκή Ένωση Φοιτητών Νομικής “ELSA Komotini” έχοντας ξεκινήσει τη θητεία του τον Σεπτέμβριο του 2016.

[email protected]

Website: https://powerpolitics.eu/

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest