Οι συνταγματικές αναθεωρήσεις της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας

Αναλογιζόμενος κανείς τα τρέχοντα ζητήματα της εθνικής επικαιρότητας, αντιλαμβάνεται ότι ο θεσμός του κράτους δικαίου δοκιμάζεται καθημερινά. Εύλογες φαίνονται, λοιπόν, οι συζητήσεις που εξετάζουν το ενδεχόμενο μιας συνταγματικής αναθεώρησης, προκειμένου να καλυφθούν τα κενά του δικαιοπολιτικού μας συστήματος, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες. Δεδομένου ότι τέτοιες συζητήσεις βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στους πολιτικούς κόλπους της χώρας, θα είχε νόημα μια ανασκόπηση στην ελληνική συνταγματική ιστορία, ώστε να διαπιστώσουμε πώς οι συνταγματικές αναθεωρήσεις του τελευταίου μισού αιώνα επηρέασαν τη μορφή του κράτους δικαίου της Ελλάδας.

Η ιστορία του Συντάγματος, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, ξεκίνησε μετά την πτώση της δικτατορίας, που κράτησε στη χώρα μας από το 1967 μέχρι το 1974. H εξουσία, τότε, παραδόθηκε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ήταν η λεγόμενη κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και αποτελούσε de facto κυβέρνηση. Στο πλαίσιο της λαϊκής κυριαρχίας, που αποτελούσε και πάλι θεμελιώδη κανόνα της έννομης τάξης, αλλά και με σκοπό την άμεση αποφυλάκιση των αντιστασιακών που φυλακίστηκαν κατά τη διάρκεια της χούντας, αμνηστεύτηκαν με προεδρικό διάταγμα όλα τα εγκλήματα τα σχετικά με το καθεστώς της 21ης Απριλίου, και διακηρύχθηκε ότι η δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη.

Η πρώτη συντακτική πράξη της de facto κυβέρνησης -που έλαβε χώρα την 1η Αυγούστου 1974- καταργούσε το Σύνταγμα της δικτατορίας, και έθετε σε ισχύ αυτό του 1952, εξαιρώντας τις διατάξεις που καθόριζαν τη μορφή του πολιτεύματος – ουσιαστικά, τις σχετικές με τον Βασιλέα. Όριζε ότι η μορφή του πολιτεύματος θα καθοριζόταν μέσω της ελεύθερης έκφρασης και βούλησης του λαού, και ότι μέχρι τότε τα καθήκοντα του Ανώτατου Άρχοντος θα ασκούνταν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Έτσι, ήταν φανερό πως μέλημα της κυβέρνησης ήταν η εγκαθίδρυση ενός κράτους δικαίου και η αποκατάσταση μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση Καραμανλή διεξήγαγε ελεύθερες βουλευτικές εκλογές στις 17 Νοεμβρίου 1974, και δημοψήφισμα στις 8 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Οι εκλογές απέβλεπαν στην ψήφιση Συντάγματος, και η γενικότερη διαδικασία ξεκίνησε με τη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και την άρση της κατάστασης πολιορκίας – της επιβολής δηλαδή στρατιωτικού νόμου και της αναστολής της λειτουργίας του Κοινοβουλίου από τη χούντα. Το δημοψήφισμα απέβλεπε στη λύση του πολιτειακού, δηλαδή στον καθορισμό της μορφής του πολιτεύματος, και διεξήχθη πριν από την εναρκτήρια συνεδρίαση της Βουλής, με αποτέλεσμα η τελευταία να βρει το πολιτειακό λυμένο. Το πολίτευμα που επιλέχθηκε από το 69,7% των έγκυρων ψηφοδελτίων ήταν η Αβασίλευτη Δημοκρατία, έναντι της Βασιλευομένης. Η Βουλή που συνεδρίασε έπειτα έμεινε γνωστή ως Ε’ Αναθεωρητική και, εφόσον ασχολήθηκε με την επεξεργασία, συζήτηση και υπογραφή νέου Συντάγματος, ήταν και συντακτική.

Το Σύνταγμα ψηφίστηκε στις 9 Ιουνίου 1975, και εισήγαγε το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο τίτλος αυτός παρουσιάζει ένα εξορθολογισμένο κοινοβουλευτικό σύστημα μονήρους Βουλής, εκλεγμένης από το λαό, πληρώντας, έτσι, την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά που, ταυτόχρονα, παρέχει σημαντικές εξουσίες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίες του επιτρέπουν να παρεμβαίνει αποφασιστικώς στη ρύθμιση της πολιτικής ζωής. Προβλέφθηκε, επίσης, συμβουλευτικό δημοψήφισμα, ο θεσμός των νόμων-πλαισίων, η άσκηση της νομοθετικής εξουσίας σε τμήματα της Βουλής, καθώς και η ίδρυση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Το κράτος δικαίου, μετά την εμπειρία της δικτατορίας, προστατευόταν αποτελεσματικώς μέσα από την ύπαρξη ενός ευρέως καταλόγου ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων – όπως η προστασία του ανθρώπου, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, η θέση ανώτατου ορίου για την προφυλάκιση, η απαγόρευση των βασανιστηρίων και η ισότητα των φύλων. Τέλος, προβλεπόταν και η συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς, καθώς θεσπίστηκε η υπεροχή του διεθνούς έναντι του εθνικού δικαίου με ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο· έτσι, διευκολύνθηκε η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Η πρώτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 τέθηκε σε ισχύ με ψήφισμα της ΣΤ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων στις 6 Μαρτίου 1986, και αποτέλεσε πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εξελέγη στις εκλογές του προηγούμενου έτους, λαμβάνοντας, έτσι, την έγκριση του λαού για την υλοποίηση αυτής της πρωτοβουλίας. Οι διατάξεις που αναθεωρήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος, ήταν 11, και αφορούσαν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και, συγκεκριμένα, την ισχύ του, την οποία μείωσαν, αφού περιόρισαν τις πράξεις του, οι οποίες έπρεπε πλέον να έχουν υπουργική προσυπογραφή.

Κατ’ αρχάς, με την αναθεώρηση κατέστη φανερός ο στόχος να μην μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να συγκρουστεί με την πλειοψηφία της Βουλής. Καταργήθηκαν, δηλαδή, οι διατάξεις του Συντάγματος που επέτρεπαν στον Πρόεδρο να διαλύει τη Βουλή σε περιπτώσεις πασιφανούς αντίθεσής της προς το λαϊκό αίσθημα, και να παύει την Κυβέρνηση. Επιπλέον, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορούσε πλέον να αποφασίζει τη διενέργεια συμβουλευτικού ή νομοθετικού δημοψηφίσματος – κάτι που κατέστη αρμοδιότητα της Βουλής. Ο διορισμός πρωθυπουργού, ενώ μέχρι πρότινος αποτελούσε διακριτική ευχέρεια του Προέδρου, μετατράπηκε σε δέσμια αρμοδιότητά του και, αντίστοιχα, οι νόμοι δεν θα κυρώνονταν πια από αυτόν. Ακόμα, η αμνηστία θα παρείχετο πλέον με νόμο και όχι με διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, και αναδιατυπώθηκε, στο ίδιο πνεύμα, η διαδικασία κήρυξης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας. Σε αδρές γραμμές, παρόλο που κάποιες από τις παραπάνω αλλαγές κρίνονται δευτερεύουσες, η αναθεώρηση του 1986 εισήγαγε ένα αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, που υποσχόταν κοινοβουλευτική σταθερότητα και ομαλότητα.

Η δεύτερη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 αποτέλεσε προϊόν συνεργασίας των ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, ξεκίνησε το 1995, ματαιώθηκε το 1995 με τη διάλυση της Βουλής το επόμενο έτος, και εκκίνησε εκ νέου -σε συναινετικό, κατά κανόνα, κλίμα- μετά τις εκλογές του 2000. Ολοκληρώθηκε στις 6 Απριλίου 2001, στη Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, και ήταν αρκετά εκτεταμένη. Σημειωτέον ότι η αναθεώρηση έγινε αποδεκτή, στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, από τα τέσσερα πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, γεγονός που επιβεβαιώνει τον συναινετικό χαρακτήρα της.

Η τροποποίηση αφορούσε τουλάχιστον το 1/3 των άρθρων, αλλά σε δευτερεύοντα θέματα. Το αναθεωρημένο Σύνταγμα εισήγαγε νέα ατομικά δικαιώματα, όπως είναι η προστασία της γενετικής ταυτότητας και η προστασία από την ηλεκτρονική επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, και απαγόρευσε τη θανατική ποινή, η οποία μέχρι τότε απαγορευόταν από κατώτερο κανόνα δικαίου. Εισήχθησαν, ακόμα, κανόνες με στόχο τη διαφάνεια στην πολιτική ζωή, σχετικά, μεταξύ άλλων, με τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, τις προεκλογικές δαπάνες και τις σχέσεις των ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης με το Κράτος, και λήφθηκε υπόψη η νομολογία του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου για την ανάδειξη στο βουλευτικό αξίωμα. Τροποποίηση υπέστησαν, επιπρόσθετα, οι διατάξεις που αφορούσαν τις λειτουργίες της Βουλής και τις ανεξάρτητες αρχές, οι οποίες ανήχθησαν σε συνταγματικό θεσμό βαρύνουσας σημασίας, ενώ παράλληλα έγινε εκτεταμένη μεταρρύθμιση στο πεδίο της Δικαιοσύνης και ενισχύθηκε το αποκεντρωτικό σύστημα της χώρας. Γενικά, οι διατάξεις ήταν άλλοτε λεπτομερείς και άλλοτε γενικόλογες, και δεν ήταν πάντα φανερός ο σκοπός τους. Όπως είχε επισημάνει και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, το Σύνταγμα αντιμετωπίσθηκε σαν ένα πολιτικό κείμενο, εκτός από νομοθετικό, από το οποίο δεν έλειπε η ρητορική και ο επικοινωνιακός χαρακτήρας (Παντελής, 2007: 306).

Το Σύνταγμα που ισχύει σήμερα, όμως, είναι προϊόν ακόμα μίας αναθεώρησης. Στις 27 Μαΐου 2008 η Η’ Αναθεωρητική Βουλή έθεσε σε ισχύ, με ψήφισμά της, συνταγματική αναθεώρηση περιορισμένου αριθμού άρθρων. Μεταξύ των κυριότερων διατάξεων που τροποποιήθηκαν είναι η κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου, που είχε θεσπισθεί με την αναθεώρηση του 2001, η λήψη μέριμνας για τις νησιωτικές και ορεινές περιοχές κατά τη θέσπιση αναπτυξιακών μέτρων, η δυνατότητα της Βουλής για υποβολή προτάσεων τροποποίησης επί μέρους κονδυλίων του προϋπολογισμού, και η πρόβλεψη ειδικότερης διαδικασίας ελέγχου από τη Βουλή επί της εκτελέσεως του προϋπολογισμού.

Δέκα χρόνια μετά, το εγχείρημα μιας συνταγματικής αναθεώρησης υποστηρίζεται εκ νέου, και οι προϋποθέσεις του άρθρου 110 του Συντάγματος, που προβλέπει την αναθεώρησή του, φαίνεται να πληρούνται. Η σχετική απόφαση θα ληφθεί από τη Βουλή, αλλά το διακύβευμα ήταν, είναι και πρέπει να είναι ένα: η θεραπεία των πληγών του κράτους δικαίου.

Πηγές:

  1. Αλιβιζάτος, Ν. (2018). Άποψη: Αναθεώρηση του Συντάγματος: 5+1 προτάσεις για τα βασικά. http://www.kathimerini.gr/955451/article/epikairothta/politikh/apoyh-ana8ewrhsh-toy-syntagmatos-51-protaseis-gia-ta-vasika
  2. Ναυπλιώτης, Α. (2017). Εδραίωση του δικτατορικού καθεστώτος. http://www.kathimerini.gr/915445/article/epikairothta/ellada/edraiwsh-toy-diktatorikoy-ka8estwtos
  3. Παντελής, Αντ. (2007). Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη.
  4. Βουλή των Ελλήνων. (2012) Συνταγματική Ιστορία http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/To-Politevma/Syntagmatiki-Istoria/ 
  5. e-nomothesia.gr. (1986) Σύνταγμα της Ελλάδος (1986) – ΦΕΚ A 23 – 14-3-1986. https://www.e-nomothesia.gr/syntagma/suntagma-ellados-1986.html

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest