Συνοπτική Ιστορική Επισκόπηση των Σχέσεων ΗΠΑ και Μέσης Ανατολής

Οι σχέσεις των ΗΠΑ με τη Μέση Ανατολή πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν περιορισμένες. Ωστόσο, στον οικονομικό τομέα και, συγκεκριμένα, στο εμπόριο υπήρχαν ισχυροί δεσμοί ήδη από τον 19ο αιώνα. Ο Πρόεδρος Andrew Jackson και ο Σουλτάνος του Ομάν Said II Βin απέκτησαν διπλωματικές επαφές από το 1833. O Σουλτάνος έβλεπε τις ΗΠΑ ως αντιστάθμισμα της συντριπτικής υπεροχής των Βρετανών στην περιοχή.
Σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Βρετανία και η Γαλλία, οι οποίες κατάφεραν να αποικίσουν σχεδόν ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1918, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν «δημοφιλείς και σεβαστές σε όλη τη Μέση Ανατολή» (Fawcett 2005).
Από το τέλος του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να θεωρούν την περιοχή της Μέσης Ανατολής ως “την πιο στρατηγικά σημαντική περιοχή του κόσμου“, όπως υποστηρίζει ο Noam Chomsky.
Την εποχή εκείνη η περιοχή γνώρισε μεγάλες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αλλαγές και, ως εκ τούτου, εσωτερικά η Μέση Ανατολή ήταν σε αναταραχή.
Από πολιτική άποψη, η Μέση Ανατολή βίωσε την άνοδο της εθνικιστικής πολιτικής και αύξησε τον αριθμό των εθνικιστικών πολιτικών ομάδων σε ολόκληρη την περιοχή – γεγονός που προκάλεσε μεγάλες δυσκολίες για τις αποικιακές δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία
Ο ιστορικός αναλυτής Jack Watson εξηγεί πως «οι Ευρωπαίοι ήταν αδύνατο να κρατήσουν τη Μέση Ανατολή κάτω από την έξαρση του Αραβικού Εθνικισμού». Ωστόσο, ο εθνικισμός ήταν κάτι που δεν συνέδραμε στα συμφέροντα των αμερικανών, και ήταν ο καταλύτης για τις μελλοντικές συγκρούσεις στην περιοχή.
Σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν πολλούς σημαντικούς συμμάχους στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αυτοί οι σύμμαχοι είναι το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, η Ιορδανία, το Αφγανιστάν, η Αίγυπτος, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Κατάρ. Η Τουρκία αποτελεί τον σημαντικότερο εταίρο στην περιοχή, καθώς είναι και μέλος του ΝΑΤΟ, ωστόσο η πολιτική Erdogan δείχνει να απομακρύνει τη χώρα από τις επιδιώξεις των αμερικανών.
Το Ισραήλ και η Αίγυπτος είναι οι κύριοι αποδέκτες των ξένων ενισχύσεων των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι έλαβαν $2,775 δισ. και $1,75 δισ. το 2017.
Πάρ’ όλα αυτά, η ανικανότητα των ΗΠΑ να αρθρώσουν μια ξεκάθαρη πολιτική για τη Μέση Ανατολή γενικότερα, έχει ενθαρρύνει περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία, η Ρωσία και το Ιράν να επιδιώξουν τα δικά τους εθνικά συμφέροντα. Επιπλέον, η άνοδος του Ισλαμικού Κράτους αποτέλεσε μείζον ζήτημα ασφάλειας των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή.

Η Μέση Ανατολή στις Διεθνείς Σχέσεις

Η Εγγύς Ανατολή αποτελείται από 15 κράτη με συνολικό πληθυσμό 400 εκατομμύρια ανθρώπους. Η πλειοψηφία είναι αραβικά κράτη, ενώ υπάρχει ένα τουρκικό, ένα περσικό και ένα ισραηλινό κράτος. Στα σύνορά τους υπήρχαν και υπάρχουν χώρες με τις οποίες συνδέονται ιστορικά και στρατηγικά και, παρά τον εδαφικό ή πολιτικό διαχωρισμό, συνεχίζουν να αλληλεπιδρούν στην κουλτούρα και στο εμπόριο. Πρόκειται για τις χώρες των Βαλκανίων, του Καυκάσου, της Κεντρικής Ασίας αλλά και της Βόρειας Αφρικής.
Πέραν της διπλωματίας, «υπερεθνικοί παράγοντες» όπως η μετανάστευση, οι φυλές, η γλωσσική συνέχεια και οι θρησκευτικές ομάδες καθορίζουν τις εξελίξεις στις σχέσεις των κρατών αυτών, τόσο μεταξύ τους όσο και διεθνώς.
Από τον 7ο αιώνα το «Ισλάμ» κυριαρχούσε πολιτιστικά και στρατηγικά για περίπου μια χιλιετία. Η ανάκτηση της Ισπανίας τον 15ο αιώνα από τους Χριστιανούς, και η κυριαρχία της Ισπανικής Μοναρχίας στην αμερικανική ήπειρο οδήγησαν σε μια μετατόπιση της ισχύος στη Μεσόγειο. Από το 1600, η ανάδυση της Ευρώπης ως παγκόσμιας οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης άλλαξε τους συσχετισμούς με τον μουσουλμανικό κόσμο.
Το σύγχρονο μοντέλο, που ισχύει από τον 17ο αιώνα, είναι η κυριαρχία των ευρωπαϊκών μη μουσουλμανικών κρατών στον μουσουλμανικό κόσμο, και ιδιαίτερα στην Εγγύς Ανατολή. Δηλαδή, η Μέση Ανατολή αποτέλεσε μέρος των αποικιοκρατικών δυνάμεων της Ευρώπης.
Η σύγχρονη αντίληψη περί «Μέσης Ανατολής» γεννήθηκε με την υποχώρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Αμερικανός Ναύαρχος Mahan επινόησε το 1902 τον όρο «Μέση Ανατολή», για τις περιοχές που κατείχε άλλοτε η Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Αντίθετα, στη Ρωσία δεν υιοθετήθηκε ο δυτικός όρος. Η ρωσική διπλωματία χρησιμοποιούσε τον όρο «Κεντρική Ανατολή» για τις χώρες που συνορεύουν με τη Ρωσία -και αργότερα ΕΣΣΔ-, και Εγγύς Ανατολή για τον υπόλοιπο Αραβικό κόσμο.

Τα κύρια ενδιαφέροντα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή

1. Ασφαλής πρόσβαση στα πετρέλαια του Περσικού Κόλπου
Το πρωτεύον ενδιαφέρον των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή είναι η διασφάλιση της πρόσβασης στα πετρέλαια. Βλέποντάς το ιστορικά, δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικό μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, καθώς η χρήση του κάρβουνου ήταν η κύρια πηγή ενέργειας.
Ωστόσο, στις αρχές του 20ου αιώνα το πετρέλαιο έγινε το βασικότερο αγαθό για τη λειτουργία της βιομηχανίας, και η κατανάλωση αυξήθηκε ραγδαία στα ισχυρά κράτη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Μέχρι τότε κύριες πετρελαϊκές χώρες ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, το Μεξικό και η Ρουμανία (Gelvin 2005).
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δυτικές εταιρείες απέκτησαν δικαιώματα έρευνας για ορυκτά στο Ιράν, στο Μπαχρέιν, στο Κουβέιτ και στη Σαουδική Αραβία. Το 1948, η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρηματοδότησε εταιρείες να εκμεταλλευτούν τα δικαιώματα που είχαν λάβει από τα κράτη της Μέσης Ανατολής, επενδύοντας στην παραγωγή και επεξεργασία προϊόντων πετρελαίου.
Η Αραβική – Αμερικανική Εταιρεία Πετρελαίου (ARAMCO), που ιδρύθηκε από την Esso (σημερινή Exxon Mobil), η Texaco και η SoCal αποτέλεσαν τις πρώτες αμερικανικών συμφερόντων εταιρείες στην περιοχή του Κόλπου που απέφεραν τεράστια κέρδη (Diller 1991).
Πάραυτα, ενώ η παραγωγή του αραβικού πετρελαίου αυξανόταν, η εγχώρια παραγωγή των ΗΠΑ μειωνόταν δραματικά, και μέχρι το 1970 ήταν μόνο το 6% των παγκοσμίων αποθεμάτων (Iskandar 1974). Έτσι, οι αμερικανικές εταιρείες με την υποστήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ άρχισαν να επενδύουν ολοένα και περισσότερο στο Ιράκ, στο Κουβέιτ και στη Σαουδική Αραβία όπου συγκεντρώνονταν το 60% των παγκοσμίων αποθεμάτων (Iskandar 1974).
Ωστόσο, η εξάρτηση της οικονομίας των ΗΠΑ από το αραβικό πετρέλαιο αποτελεί μείζον ζήτημα για την ενίσχυση της παρουσίας τους στη Μέση Ανατολή. Το εμπάργκο του 1973 κατά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους το αποδεικνύουν, καθώς οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν τεράστια προβλήματα στην εγχώρια οικονομία τους λόγω της έλλειψης καυσίμων (Gelvin 2005).

2. Υποστήριξη και προστασία του κράτους του Ισραήλ
Ένα από τα βασικότερα δόγματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι η διασφάλιση της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας του Ισραήλ. Ένα ισχυρό Ισραήλ εγγυάται τη διασφάλιση των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή. Αυτό το δόγμα ισχύει από το 1948 έως και σήμερα.
Ο Πρόεδρος Woodrow Wilson, παρά τις αντιθέσεις του, στήριξε τη βρετανική Διακήρυξη του Balfour (1922), με την οποία η περιοχή της Παλαιστίνης αποτελούσε την «εθνική εστία» του εβραϊκού λαού, υπό τη βρετανική εντολή. Το 1922 το Κογκρέσο υιοθέτησε τη Διακήρυξη, και έτσι οι ΗΠΑ άρχισαν να στηρίζουν και επίσημα την εβραϊκή παρουσία στην Παλαιστίνη.
Το 1947 ο Πρόεδρος Harry Truman υποστήριξε το σχέδιο του ΟΗΕ για τη δημιουργία δύο κρατών – ενός αραβικού και ενός εβραϊκού. Στις 14 Μαΐου 1948 το Ισραήλ ανακοίνωσε την ανεξαρτησία του, και οι ΗΠΑ ήταν η πρώτη χώρα που το αναγνώρισε. Οι ΗΠΑ στήριξαν το Ισραήλ στον πρώτο Αραβο-ισραηλινό πόλεμο (1948), αλλά και στον πόλεμο των 6 ημερών (1967).
Οι ΗΠΑ έχουν χρηματοδοτήσει το Ισραήλ με $116 δις από το 1948 μέχρι σήμερα, για στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη (Pollock 2012). Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το Ισραήλ λειτούργησε ως ανάχωμα του κομμουνισμού (ΕΣΣΔ) και του Αραβικού εθνικισμού, ενώ σήμερα ως αντίβαρο του ριζοσπαστικού πολιτικού Ισλάμ και άλλων εξτρεμιστών (Pollock 2012).
Επί της ουσίας, αποτελεί τον τοποτηρητή των ΗΠΑ στην περιοχή, ενώ συμβάλλει στην αποτροπή των γειτονικών καθεστώτων στο να αποκτήσουν όπλα μαζικής καταστροφής (Ιράκ & Συρία).

3. Διατήρηση των στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ
Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ εκτός της επικράτειάς τους ήταν ελάχιστες. Ο Ψυχρός Πόλεμος οδήγησε στην αύξηση τους σε όλα τα σημεία του πλανήτη. Από τη δεκαετία του 1980, λόγω της Ιρανικής Επανάστασης (1979) αλλά και της Σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ αύξησαν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή, με κύριο στόχο τη διαφύλαξη των πετρελαϊκών αποθεμάτων. Ο Πρόεδρος Jimmy Carter ανακοίνωσε το 1980 «οτι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν πάση θυσία τα συμφέροντά τους στη Μέση Ανατολή», ιδρύοντας το Rapid Joint Task Force (RDJTF) ενώ ο Πρόεδρος Ronald Reagan δημιούργησε το 1983 τη CENTOM (Central Command). Σκοπός ήταν η διασφάλιση της αμερικανικής παρουσίας με στρατιωτικά πλέον μέσα.

4. Υποστήριξη φιλικών καθεστώτων
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν σημαντικό ενδιαφέρον στην υποστήριξη φιλικών καθεστώτων, μέσω της ενίσχυσης των πελατειακών τους σχέσεων (client states). Aπο τη δεκαετία του 1950 οι ΗΠΑ έχουν υποστηρίξει στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά τις περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής (Sylvan & Majeski 2003).
Η σχέση εξάρτησης των ΗΠΑ με αυτά τα κράτη της Μέσης Ανατολής διασφαλίζει τα συμφέροντα των Αμερικανών και των συμμάχων τους στην ευρύτερη περιοχή. Η σχέση αυτή οδήγησε στην εγκατάσταση σημαντικού αριθμού αμερικανών στρατιωτών, οι οποίοι υπολογίζονται στους 35.000 (2014).
Ωστόσο, η Αραβική Άνοιξη (2010-2011) άλλαξε την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, οι οποίες χρηματοδότησαν επαναστάσεις και κινήματα κατά των επίσημων καθεστώτων. Αυτό συνέβη στην Τυνησία, στην Αίγυπτο, στη Λιβύη, στη Συρία και στην Υεμένη. Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε πως επέφερε μεγαλύτερα προβλήματα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις δημιούργησε χάος.

5. Καταπολέμηση ακραίων Ισλαμικών κινημάτων και τρομοκρατικών οργανώσεων
Η εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν ώθησε τις ΗΠΑ στο να εξοπλίσουν τους ακραίους ισλαμιστές (Mujahidin), με στόχο να δράσουν κατά της σοβιετικής κατοχής. Oι Mujahidin έλαβαν από τις ΗΠΑ, τη Σαουδική Αραβία και άλλες αραβικές χώρες περίπου $10 δις κατά τα έτη 1980 – 1992 (Rashid 2002).
Οι Mujahidin διασπάστηκαν, δημιουργώντας τους Taliban, οι οποίοι κυβέρνησαν το Αφγανιστάν από το 1996 έως και το 2001. Οι Taliban εφάρμοζαν τον ακραίο ισλαμισμό και προσέφεραν καταφύγιο στην Al-Qaeda και στον ηγέτη της, Osama bin Laden (Laub 2014).
Το 2001, οι τρομοκρατικές επιθέσεις κατά των ΗΠΑ, με την πτώση τεσσάρων αεροπλάνων σε νευραλγικά σημεία, οδήγησαν την κυβέρνηση George W. Bush να κηρύξει τον λεγόμενο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», εισβάλλοντας το 2001 στο Αφγανιστάν, εκδιώκοντας τους Taliban, και το 2003 στο Ιράκ, καταλύοντας το καθεστώς του Saddam Hussein.
Από το 2014 το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) αποτελεί τον κύριο εχθρό στη Μέση Ανατολή, μια περιοχή που κυριολεχτικά φλέγεται.

Συμπερασματικά, τα προγράμματα γύρω από τους ενεργειακούς πόρους, σε συνδυασμό με τα ανταγωνιστικά οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα των δυτικών κρατών, έχουν ωθήσει τις ΗΠΑ να ξεκινήσουν μια μάχη ανταγωνισμού, με στόχο να επικρατήσουν και να έχουν τον τελευταίο λόγο. Ο πόλεμος του 1990 -1991 κατά του Ιράκ συνδεόταν άμεσα με ενεργειακά συμφέροντα, κάτι που θα συμβαίνει σε κάθε μελλοντική επέμβαση των αμερικανών στη ζώνη Ιράκ – Συρία – Κουρδιστάν.
Ο εμφύλιος στη Συρία, η πιθανή ίδρυση κουρδικού κράτους αλλά και η κατάσταση στην Κύπρο αποτελούν προτεραιότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή, διότι έχουν να κάνουν με τα ενεργειακά τους συμφέροντα. Γενικά, η κατασκευή αγωγών, η εξουδετέρωση των ανταγωνιστών και η ασφαλής μεταφορά ενέργειας στις δυτικές αγορές σε σταθερές τιμές αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή.
Η προς ανατολάς επέκταση του ΝΑΤΟ και ο πολιτικός κατακερματισμός της νοτιοδυτικής Ευρασίας υποστηρίζουν τη διάσταση ασφάλειας της αμερικανικής πολιτικής. Τέλος, ούτε το Πεκίνο ούτε η Μόσχα θα είναι σε θέση να αμφισβητήσουν την ισχύ των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή για το άμεσο μέλλον.
Η Κίνα και η Ρωσία απέχουν πολύ από την ικανότητα να προβάλλουν στρατιωτικά τη δυναμική τους, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αμφισβητήσουν, πόσο μάλλον να αντικαταστήσουν, τον ρόλο των ΗΠΑ ως εγγυητή της ασφάλειας της Μέσης Ανατολής.

Πηγές:

  1. Φούσκας. Β, (2003). Ζώνες Πολέμου. εκδόσεις: Ποιότητα
  2. Haley, F. (2010). Η Μέση Ανατολή στις Διεθνείς Σχέσεις. εκδόσεις: Ξιφαράς
  3. Watson, J. (1981). Success in Twentieth century World Affairs since 1919 εκδόσεις: Norwich John Murray Ltd
  4. Sharp, J. (2009). U.S. Foreign Assistance to the Middle East: Historical Background. εκδόσεις:Diane
  5. Noam, C. (2005). Imperial Presidency. εκδόσεις : Canadian Dimension
  6. Louis, F. (2005). The International Relations of the Middle East, UK. εκδόσεις: Oxford University Press
  7. Shoup, J. (2011). Ethnic Groups of Africa and the Middle East: An Encyclopedia. εκδόσεις: Routledge

Tagged under:

Μεγαλωμένος στον Πειραιά. Σπουδάζω στο τμήμα των Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Ασχολούμαι με την έρευνα και αρθρογραφία σε θέματα ιστορίας, διεθνών σχέσεων και γεωστρατηγικής.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest