Η έκθεση του ΔΝΤ για την αξιολόγηση του Δεύτερου Μνημονίου

Σχεδόν 8 χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα εμφανίζεται, για πρώτη φορά, η προοπτική πλήρους ή μερικής απεμπλοκής της χώρας από τα προγράμματα διάσωσης και, κατ’επέκταση, η δυνατότητα αξιολόγησης των τελευταίων εκ μέρους των αντιπροσώπων των θεσμικών οργάνων. Προς την κατεύθυνση αυτή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) δημοσίευσε, τον Φεβρουάριο του 2017, την έκθεση αξιολόγησης του 2ου προγράμματος διάσωσης. Παρά το γεγονός ότι η έκθεση αφορά μόνο στο 2ο πρόγραμμα, η αξιολόγηση καταλαμβάνει και τα προγενέστερα εφαρμοζόμενα προγράμματα διάσωσης, καθώς καταγράφει ορισμένα λάθη που είτε επαναλήφθηκαν, είτε δεν επιλύθηκαν επαρκώς.

Στόχοι του 2ου Προγράμματος

Το δεύτερο πρόγραμμα στόχευε, αφενός, στην εσωτερική και εξωτερική οικονομική σταθεροποίηση και, αφετέρου, στην εξυγίανση του δημοσίου χρέους. Πιο συγκεκριμένα, για την επίτευξη της εσωτερικής σταθεροποίησης, το πρόγραμμα περιέλαβε μία απότομη δημοσιονομική προσαρμογή και ποικίλες μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν στη λειτουργία του δημοσίου τομέα και της αγοράς. Περαιτέρω, η επίτευξη εξωτερικής ισορροπίας απαιτούσε την εξυγίανση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο ήταν ελλειμματικό, όπως και το δημοσιονομικό ισοζύγιο. Επομένως, ήταν απαραίτητη η βελτίωση της τιμολογιακής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία, σύμφωνα με τον στόχο του προγράμματος, θα επιτυγχάνετο με μία μείωση του μοναδιαίου εργατικού κόστους κατά 15%. Τέλος, για την εξυγίανση του δημοσίου χρέους, το πρόγραμμα προέβλεπε τη μείωσή του στο 120% του ΑΕΠ μέχρι το 2020 μέσω του «κουρέματος» και της επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων 4,5% για την περίοδο 2014-2017 και 3,5% για τα επόμενα χρόνια.

Πολιτική Αστάθεια

Η πολιτική αστάθεια αναφέρεται πολλές φορές στην έκθεση του ΔΝΤ ως βασική αιτία δημιουργίας προβλημάτων. Πράγματι, η περίοδος εφαρμογής του 2ου προγράμματος συνοδεύτηκε από δύο περιόδους μεγάλης πολιτικής αστάθειας και αβεβαιότητας – ήτοι οι διπλές εκλογές του 2012, καθώς και το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Είναι γεγονός, άλλωστε, ότι κατά τη διάρκεια του δεύτερου, αλλά και του πρώτου προγράμματος δεν υπήρξε κυβέρνηση η οποία κατάφερε να τα εφαρμόσει μέχρι το πέρας τους. Συνεπώς, το ΔΝΤ επιρρίπτει στην πολιτική αστάθεια την έλλειψη «ιδιοκτησίας» του προγράμματος και, συνεπακολούθως, την ελλιπή του εφαρμογή. Η πολιτική αστάθεια είχε ως αποτέλεσμα την ολοκλήρωση -με καθυστέρηση- μόνο 5 εκ των 16 προβλεπόμενων αξιολογήσεων, και την απώλεια της εμπιστοσύνης των επενδυτών απέναντι στην ελληνική οικονομία, ενισχύοντας το κλίμα αποεπένδυσης.

Ανεπιτυχείς Προβλέψεις

Το ΔΝΤ προέβη σε σωρεία αποτυχημένων προβλέψεων για την πορεία των οικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, ως απόρροια της εφαρμογής του προγράμματος. Παραδείγματος χάριν, η μέγιστη τιμή της ανεργίας αναμένετο να αγγίξει το 19% το 2013, ενώ στην πραγματικότητα έφτασε το 27,5%. Χαρακτηριστικό είναι ότι, από τις προβλέψεις που έγιναν στο πλαίσιο του 2ου προγράμματος, μόνο δύο πραγματοποιήθηκαν – αυτές της μείωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας και της βελτίωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Σύμφωνα με την έκθεση, ένας παράγοντας που οδήγησε στην αστοχία των προβλέψεων ήταν η πολιτική αστάθεια. Κατά την εκτίμηση των προβλέψεων, το ΔΝΤ θεώρησε το πολιτικό κλίμα ως εξωγενή μεταβλητή, και όχι ως ενδογενή – όπως αποδείχθηκε ότι ήταν. Εν ολίγοις, το ΔΝΤ δεν προέβλεψε ότι η εφαρμογή του προγράμματος θα μπορούσε να δημιουργήσει κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές, οι οποίες θα είχαν ως αποτέλεσμα υφεσιακές πιέσεις για την οικονομία. Επιπροσθέτως, υπερεκτιμήθηκε η βραχυχρόνια θετική επίδραση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία. Σε μετέπειτα μελέτες του ΔΝΤ και άλλων οικονομολόγων, αποδείχθηκε ότι η επίδραση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δεν εμφανίζεται τόσο στη βραχεία, όσο στη μέση και μακρά περίοδο, καθιστώντας τις προβλέψεις του 2ου προγράμματος υπεραισιόδοξες. Τέλος, η έκθεση αναφέρεται στην υποεκτίμηση του πολλαπλασιαστή δημοσίων δαπανών για την ελληνική οικονομία, που οδήγησε σε υποεκτίμηση της αρνητικής επίδρασης της μείωσης των δημοσίων δαπανών για το ελληνικό ΑΕΠ.

Ανεπιτυχής Ελάφρυνση Χρέους

Ως γνωστόν, το δεύτερο πρόγραμμα -με στόχο την εξυγίανση του χρέους- προέβλεπε την απομείωσή του με τη συμμετοχή του ιδιωτικού (PSI – Private Sector Involvement) και του δημοσίου τομέα (OSI – Official Sector Involvement). Το «κούρεμα» χρέους ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2012 και ανήλθε σε 53% ή €106 δις, καθιστώντας τό το μεγαλύτερο στην οικονομική ιστορία. Συνεπεία του κουρέματος, το απόθεμα χρέους μειώθηκε από €356 δις (τέλος 2011) σε €305 δις (τέλος 2012). Τα εν λόγω δεδομένα προκαλούν σύγχυση καθώς, σύμφωνα με αυτά, η μείωση του χρέους δεν ανέρχεται σε 53% – γεγονός που αποδίδεται σε μία σειρά παραγόντων. Πρώτον, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και τα κράτη μέλη της ΕΕ που κατείχαν το 31% του τότε ελληνικού χρέους εξαιρέθηκαν από το κούρεμα. Επιπροσθέτως, λόγω του γεγονότος ότι οι ελληνικές τράπεζες κατείχαν το 24% του χρέους, το κούρεμα δυσχέρανε τη ρευστότητά τους. Συνεπώς, με το πέρας του κουρέματος, οι τράπεζες έπρεπε να ανακεφαλαιοποιηθούν, με τις ανάγκες τους να ανέρχονται στα €50 δις, τα οποία χρεώθηκε το ελληνικό κράτος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το μισό όφελος που αποκόμισε η Ελλάδα από το κούρεμα χάθηκε άμεσα, λόγω της ανακεφαλαιοποίησης. Τέλος, η απροσδόκητα μεγάλη ύφεση που ακολούθησε ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την απόκλιση του στόχου για τη μείωση του χρέους στο 120% του ΑΕΠ μέχρι το 2020.

Ανεπαρκής Αναδιάρθρωση του Χρηματοπιστωτικού Τομέα

Ως γνωστόν, ο χρηματοπιστωτικός τομέας αποτελεί τη ραχοκοκαλιά μίας οικονομίας, αφού διατηρεί ζωντανή την οικονομική δραστηριότητα μέσω της στήριξης της ρευστότητας της αγοράς και της χρηματοδότησης επενδύσεων. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως η ανάκαμψη μίας οικονομίας απαιτεί ένα ισχυρό τραπεζικό σύστημα. Στην περίπτωση, όμως, της Ελλάδας, το τραπεζικό σύστημα παρέμεινε αδύναμο σε όλη τη διάρκεια της κρίσης. Παρά τις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις συνόλου €85 δις που πραγματοποιήθηκαν, το τραπεζικό σύστημα αντιμετώπισε περιόδους πολύ χαμηλής ρευστότητας. Το κλίμα αβεβαιότητας που δημιουργούσε η πολιτική αστάθεια και η συζήτηση περί εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη οδηγούσαν τους πολίτες στην απόσυρση των καταθέσεών τους, δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο τη ρευστότητα των τραπεζών. Το ΔΝΤ αποδίδει την κακή κατάσταση του τραπεζικού συστήματος στην καθυστέρηση λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Πράγματι, μέχρι και σήμερα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτελούν το 45% του χαρτοφυλακίου των ελληνικών τραπεζών. Η έκθεση, ακόμα, αναφέρει ότι ο νόμος «Κατσέλη» στρέβλωσε την κουλτούρα χρεοκοπίας της οικονομίας, και ότι προστατεύει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Ωστόσο, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποδίδει το σημερινό κλίμα στην Ελλάδα δεδομένου ότι, σύμφωνα με υπολογισμούς, μόνο το 20-30% των μη εξυπηρετούμενων δανείων αντιστοιχεί σε στρατηγικούς κακοπληρωτές. Καθίσταται σαφές, λοιπόν, πως ο νόμος «Κατσέλη» ήταν απαραίτητος, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα δημιουργούνταν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Τέλος, υπήρξε καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για την καταπολέμηση των σχέσεων πολιτικών προσώπων και εταιρειών με ανώτατα τραπεζικά στελέχη.  Εν μέσω αυτού του κλίματος, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος δεν πέτυχε, και οι πιστώσεις των τραπεζών στην οικονομία μειώνονταν σταθερά κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Επίλογος

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ανακύπτουν ερωτηματικά  για τους λόγους για τους οποίους ένας τόσο μεγάλος και εδραιωμένος οικονομικός οργανισμός, όπως το ΔΝΤ, υπέπεσε σε τέτοια λάθη και παραλείψεις. Η ελληνική κρίση είναι πρωτοφανής στα χρονικά της οικονομικής ιστορίας, δημιουργώντας εξίσου πρωτοφανείς προκλήσεις. Δεν έχει υπάρξει αναπτυγμένο κράτος το οποίο εν καιρώ ειρήνης να έχει βιώσει τόσο μεγάλη περίοδο οικονομικής ύφεσης. Ωστόσο, τούτο δεν δικαιολογεί απόλυτα την ανωτέρω αδυναμία του ΔΝΤ. Εν πάση περιπτώσει, η αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης αποτέλεσε ένα μεγάλο πείραμα, από το οποίο το ΔΝΤ και η Οικονομική Επιστήμη μπορούν να εξαγάγουν σημαντικά συμπεράσματα. Για παράδειγμα, τα προγράμματα διάσωσης αποτελούν τρανή απόδειξη ότι η λήψη των ίδιων οικονομικών μέτρων επιδρούν διαφορετικά ανάλογα με την οικονομία, και θα πρέπει να λαμβάνονται ανάλογα με τις συνθήκες και τα δεδομένα της εκάστοτε οικονομίας, και να μην υιοθετούνται ως μία έτοιμη συνταγή.

Πηγές:

  1. IMF. (2017). Greece: Ex-Post Evaluation of Exceptional Access Under the 2012 Extended Arrangement-Press Release; Staff Report;and Statement by the Executive Director for Greece. https://www.imf.org/en/Publications/CR/Issues/2017/02/07/Greece-Ex-Post-Evaluation-of-Exceptional-Access-Under-the-2012-Extended-Arrangement-Press-44636
  2. Παπαδογιάννης, Γ. (2017). Οι πλειστηριασμοί αποκάλυψαν τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. http://www.kathimerini.gr/940619/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/oi-pleisthriasmoi-apokalyyan-toys-strathgikoys-kakoplhrwtes
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (7 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest