«Ξέπλυμα» μαύρου χρήματος και ο ρόλος της F.A.T.F.

Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, έτος 1931. Ο περίφημος κακοποιός Al Capone καταδικάζεται για φοροδιαφυγή, και ο μετρ του οργανωμένου εγκλήματος Meyer Lansky ξεκινά τη μεταφορά κεφαλαίων από την εταιρία «Carpet Joints» της Florida σε λογαριασμούς στο εξωτερικό. Το 1934 νομοθετείται το Swiss Banking Act, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί την πρώτη νομοθετική δράση που ανέλαβε το Ελβετικό Κράτος σε συνεργασία µε τις τράπεζες, προκειμένου να θεσμοθετηθεί το τραπεζικό απόρρητο. Την ίδια περίοδο ο Lansky αγοράζει µια ελβετική τράπεζα, στην οποία θα μπορούσε να μεταφέρει τις παράνομες εισροές του µέσω ενός πολύπλοκου συστήματος εικονικών εταιρειών, εταιρειών χαρτοφυλακίου, καθώς και υπεράκτιων τραπεζικών λογαριασμών. Και κάπως έτσι γεννιέται το ξέπλυμα χρήματος.

Ο ορισμός της «Προεδρικής Επιτροπής για το Οργανωμένο Έγκλημα των Η.Π.Α.» (President’s Commission on Organised Crime 1986) αναφέρει ότι:

«Ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες περιγράφεται η διαδικασία µέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται µε τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται νόμιμη».

Στην Ελλάδα σήμερα, ως «βρώμικο ή μαύρο» χρήμα, ορίζουμε οποιοδήποτε είδος εσόδου από παράνομη πράξη, ή ακόμη και έσοδο από νόμιμη πράξη το οποίο στη συνέχεια δεν δηλώνεται, κατά παράβαση της υφιστάμενης φορολογικής νομοθεσίας. Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι το σύνολο των πράξεων ή των παραλείψεων µε τις οποίες αποκρύπτεται η πραγματική προέλευση και ο δικαιούχος των παράνομα αποκτούμενων περιουσιακών στοιχείων. Ο δικαιούχος εμφανίζει τα περιουσιακά του στοιχεία με τρόπο που να «φαίνεται» ότι προέρχονται από νόμιμη οικονομική δραστηριότητα, και ότι διατηρεί τον έλεγχο επ’ αυτών.

Για να ολοκληρωθεί η νομιμοποίηση των εσόδων από παράνομες – με την έννοια του ποινικού αδικήματος – δραστηριότητες, πρέπει να περατωθούν, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία και μελέτη, τρία βασικά στάδια: Κατά το πρώτο, ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο στάδιο, το «μαύρο» χρήμα κατατίθεται σε ένα νόμιμο τραπεζικό ίδρυμα, συνήθως «σπαστά», ώστε να μη γίνει αντιληπτό από τις αρμόδιες αρχές, σε πολλούς διαφορετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς – και πολλές φορές και σε παραπάνω από μια τράπεζα -, για μια εκτεταμένη χρονική περίοδο, διαιρεμένο σε σχετικά μικρά ποσά. Το δεύτερο στάδιο είναι η «στρωματοποίηση», όπου µέσω πολλαπλών συναλλαγών σε διάφορους επενδυτικούς στόχους το χρήμα διοχετεύεται, µε απώτερο στόχο την απομάκρυνση κάθε ύποπτου ίχνους που θα παρέπεμπε στην παράνομη πηγή προέλευσής του. Τα τελευταία χρόνια φαίνεται ιδιαίτερα ανεπτυγμένη η τακτική των μαζικών καταθέσεων σε τράπεζες του εξωτερικού, σε κράτη που εφαρμόζουν πιστά το τραπεζικό απόρρητο, κάτι που πρακτικά συνεπάγεται απόλυτη ανωνυμία για τον καταθέτη και καθιστά δύσκολο – έως ανέφικτο – τον εντοπισμό της αρχικής πηγής των χρημάτων. Μάλιστα, για την καλύτερη κάλυψη των ιχνών του μαύρου χρήματος, παρατηρούνται συνεχείς καταθέσεις και αναλήψεις από και προς εξωχώριες τράπεζες, με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή συσκότιση της προέλευσης του χρήματος. Γενικότερα, προτιμώνται κράτη που δεν έχουν συμφωνίες δικαστικής συνδρομής, είτε σε διμερές επίπεδο με τη χώρα του ενδιαφερομένου είτε σε περιφερειακό επίπεδο, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην τελευταία φάση, τη λεγόμενη «ενσωμάτωση», το χρήμα επανέρχεται στην αληθινή οικονομία και φαίνεται καθόλα νόμιμο και ηθικό.

Σύμφωνα με εκθέσεις διεθνών οργανισμών το «ξέπλυμα» ενδέχεται να προσεγγίζει ως και το 5% του παγκόσμιου ΑΕΠ ετησίως.

Στις προκλήσεις του τομέα του οικονομικού εγκλήματος, με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη η διεθνής κοινότητα σήμερα, έρχεται να προστεθεί μια ακόμα – η χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων. Μία από τις πιο σημαντικές πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση των φαινομένων ήταν η κίνηση των επτά πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικά χωρών (G-7), σε συνεργασία με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να συγκροτήσουν ένα διεθνή κυβερνητικό οργανισμό (IGO): την «Ομάδα χρηματοπιστωτικής δράσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες» (Financial Action Task Force on Money Laundering, F.A.T.F.). Η  F.A.T.F. είναι ο κύριος φορέας δημιουργίας κανόνων διεθνούς δικαίου κατά του ξεπλύματος του βρώμικου χρήματος. Μέλη της F.A.T.F. είναι 31 κράτη και περιοχές, 2 περιφερειακές οργανώσεις (Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Συμβούλιο Συνεργασίας των Αραβικών Κρατών του Κόλπου), ενώ συμμετέχουν και άλλοι με την ιδιότητα του συνδεδεμένου μέλους και του παρατηρητή .

ending-impunity-creating-a-level-playing-field-by-enforcing-the-conventions-we-have-3-638

Το Δίκτυο της F.A.T.F.

Σκοπός και στόχος της F.A.T.F. είναι, αφενός, η αξιολόγηση μέσω ετήσιων εκθέσεων των αποτελεσμάτων της διεθνούς συνεργασίας για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του τραπεζικού συστήματος που αφορά το «ξέπλυμα» των παράνομης προέλευσης κεφαλαίων και, αφετέρου, η μελέτη των αναγκαίων μέτρων προς ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας. Παράλληλα, η F.A.T.F. μεριμνά για την εισαγωγή διεθνών προτύπων, την εξασφάλιση διεθνούς δράσης, και την εισαγωγή (στο νομικό πλαίσιο των κρατών-μελών) των μέτρων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο οργανισμός είναι η έκδοση εγγράφων που έχουν τη μορφή συστάσεων του οργανισμού προς τα κράτη-μέλη, ώστε να υιοθετήσουν και να υλοποιήσουν τα μέτρα αυτά. Η F.A.T.F. εξέδωσε τον Απρίλιο του 1990 έκθεση με κατάλογο 40 Συστάσεων (40 Recommendations), οι οποίες αποτελούν τη βάση για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες  δραστηριότητες, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η έκθεση αυτή έχει αναθεωρηθεί και συμπληρωθεί για να συμβαδίζει με τις τρέχουσες εξελίξεις ουκ ολίγες φορές, με τελευταία την αναθεώρηση του 2012. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή κρίσιμη αναθεώρηση, ορίζονται ιδιαίτερα συγκεκριμένες και αυστηρές οδηγίες, οι οποίες μάλιστα θεωρούνται από τη διεθνή κοινότητα ως πρότυπα και με δεσμευτικό χαρακτήρα. Οι οδηγίες-συστάσεις αυτές αντιμετωπίζονται ως ένα διεθνές νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του ξεπλύματος του μαύρου χρήματος, της χρηματοδότησης των τρομοκρατικών οργανώσεων και της χρηματοδότησης της διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Επίσης, έχουν γίνει διεθνώς αποδεκτές ως παγκόσμιο κριτήριο αναφοράς πολιτικών από τα Ηνωμένα Έθνη, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλους φορείς.

faft-563x353

Τα πρότυπα της τελευταίας έκθεσης του 2012 περιλαμβάνουν έναν πυρήνα οδηγιών, δεσμευτικών και μη, για τα μέλη της F.A.T.F. και μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι υποχρεώσεις των κρατών να:

  • Περιλαμβάνουν στο εθνικό τους δίκαιο γραπτή διάταξη νόμου που να ποινικοποιεί το «ξέπλυμα μαύρου χρήματος», τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και τη χρηματοδότηση της διάδοσης των πυρηνικών όπλων
  • Παγώνουν τις καταθέσεις των τρομοκρατών και να κατάσχουν τα κέρδη από τις ενέργειές τους.
  • Εγκαθιδρύσουν μια οικονομική επιτροπή, της οποίας ο ρόλος θα είναι να συλλέξει, να αναλύσει, να αξιολογήσει και, κυρίως, να γνωστοποιήσει ύποπτες αναφορές και δραστηριότητες από άλλα οικονομικά ιδρύματα και οργανισμούς, και άλλες οικονομικές οντότητες.
  • Επιβλέπουν αυτά τα οικονομικά ιδρύματα και άλλες οικονομικές οντότητες ώστε να βεβαιωθούν πως συμμορφώνονται με τους κανόνες δέουσας επιμέλειας και άλλες απαιτήσεις που περιέχονται στα πρότυπα της F.A.T.F. .
  • Εξασφαλίσουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς συνεργασίας, όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά και πέραν αυτού, δεδομένου του διεθνούς χαρακτήρα πολλών εκ των οικονομικών εγκλημάτων.

Παράλληλα με την τελευταία αναθεώρηση υπήρξαν ορισμένες αξιοσημείωτες και απαραίτητες προσθήκες, όπως για παράδειγμα:

  • Η υποχρέωση των κρατών-μελών να συντάσσουν επί ετήσιας βάσης μια εθνική αξιολόγηση των κινδύνων.
  • Επιπλέον μέτρα για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της διάδοσης των πυρηνικών όπλων.
  • Υπαγωγή των φορολογικών αδικημάτων στο καθεστώς του ξεπλύματος μαύρου χρήματος.
  • Ρυθμίσεις σχετικά με εγχώρια πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα.
  • Απαίτηση για τις χώρες να επικυρώσουν τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς.

Μέσα σε έναν κυκεώνα εξελίξεων, η διεθνής κοινότητα προσπαθεί να έρθει αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο που φαίνεται συνεχώς να διογκώνεται με γοργούς ρυθμούς μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Το οικονομικό έγκλημα, είτε σε επίπεδο εθνικό είτε διεθνές, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο – πόσο μάλλον να παραβλεφθεί. Διαφαίνεται μια μάλλον ισχνή, από μεριάς των κρατών-μελών και των μεγάλων συμφερόντων, προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος. Αυτή η μάλλον δυσοίωνη οπτική μετριάζεται, βέβαια, από την αξιόλογη προσπάθεια της F.A.T.F. να δώσει σαφείς οδηγίες και να διαμορφώσει ένα διεθνές πλαίσιο κανόνων και εντολών προς τους αποδέκτες της. Το κατά πόσο η θεωρία θα περάσει στην πράξη, μέλλει να το δούμε στα επόμενα χρόνια.

Πηγές

  1. Money laundering / financial crime / crime areas / Internet / home (2016) Available at: http://www.interpol.int/Crime-areas/Financial-crime/Money-laundering (Accessed: 23 September 2016).
  2. Morris-Cotterill, N. (1999) A brief history of money laundering. Available at: http://www.countermoneylaundering.com/public/content/brief-history-money-laundering (Accessed: 23 September 2016).
  3. OECD (no date) Money laundering. Available at: https://www.oecd.org/cleangovbiz/toolkit/moneylaundering.htm (Accessed: 23 September 2016).

Tagged under:

Προπτυχιακός φοιτητής των νομικών σχολών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου. [email protected]

Website: https://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest