Οι Αγορές Άνθρακα και το Ευρωπαϊκό Χρηματιστήριο Ρύπων. Η περίπτωση της Ελλάδας.

Τι είναι οι αγορές άνθρακα;

Ως αγορά άνθρακα (carbon market) μπορούμε να ορίσουμε μία χρηματιστηριακή αγορά, η οποία έχει δημιουργηθεί για την εφαρμογή της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίου, ώστε να ενθαρρύνει και να βοηθήσει τόσο χώρες, όσο και εταιρίες να περιορίσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Αυτή η διαδικασία είναι γνωστή, επίσης, και ως εμπορία εκπομπών άνθρακα (carbon trading). Οι αγορές άνθρακα βασίζουν τη λειτουργία τους στην αρχή «cap and trade», για την οποία θα ακολουθήσει εκτενής αναφορά.

Στόχος αυτών των αγορών είναι να καθιερώσουν μία τιμή στον άνθρακα (establish a carbon price), η οποία είναι απαραίτητη για την προώθηση της τεχνολογικής και συμπεριφορικής καινοτομίας ως προς την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Τα περιβαλλοντολογικά μέτρα οικονομικού χαρακτήρα -όπως τα συστήματα εμπορίας δικαιωμάτων ρύπων- είναι ζωτικής σημασίας για τη μείωση του κόστους των ενεργειών για το κλίμα.

Οι διεθνείς αγορές άνθρακα μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη μείωση των παγκόσμιων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Ο αριθμός των συστημάτων εμπορίας εκπομπών παγκοσμίως αυξάνεται συνεχώς. Εκτός από το σύστημα εμπορίας εκπομπών της Ε.Ε. (EU ETS), ήδη λειτουργούν -ή βρίσκονται σε εξέλιξη- εθνικά ή υποεθνικά συστήματα στον Καναδά, την Κίνα, την Ιαπωνία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Νότια Κορέα, την Ελβετία και τις Ηνωμένες Πολιτείες (Γράφημα 1).

Η συμφωνία του Παρισίου (COP 21) προβλέπει μία ισχυρή και φιλόδοξη βάση για τη χρήση των διεθνών αγορών άνθρακα. Πιο συγκεκριμένα, αναγνωρίζοντας τη σημασία των διεθνών αγορών άνθρακα, το άρθρο 6 της συμφωνίας (UNFCCC, 2015):

  • επιτρέπει στα κράτη-μέλη να χρησιμοποιούν το διεθνές εμπόριο δικαιωμάτων ρύπων, για να βοηθήσουν στην επίτευξη στόχων μείωσης των εκπομπών
  • θεσπίζει ένα πλαίσιο για κοινούς αυστηρούς λογιστικούς κανόνες
  • δημιουργεί έναν νέο και πιο φιλόδοξο μηχανισμό αγοράς

Γράφημα 1: Οι αγορές άνθρακα παγκοσμίως, EU ETS Handbook. (European Commission, 2015)

Το Ε.Σ.Ε.Δ.Ε.

Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίου Θερμοκηπίου (Ε.Σ.Ε.Δ.Ε.) -είτε, αλλιώς, το European Union Emission Trading Scheme (EU ETS), όπως είναι η επίσημη ονομασία του, είτε, κοινώς, το Χρηματιστήριο Ρύπων της Ε.Ε.- αποτελεί την πρώτη και μεγαλύτερη αγορά άνθρακα παγκοσμίως. Το Ε.Σ.Ε.Δ.Ε. ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2005, καλύπτει τα ¾ εμπορίας εκπομπών άνθρακα παγκοσμίως, και θεωρείται ως ο ακρογωνιαίος λίθος των περιβαλλοντολογικών πολιτικών της Ε.Ε. με βάση το «Χειμερινό Πακέτο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις και επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο χρηματιστήριο καλύπτουν το 50% των εκπομπών άνθρακα στην Ευρώπη, ενώ στόχος του καθίσταται η μείωση των εκπομπών άνθρακα κατά 43% με βάση το 2005, μέχρι το τέλος της τέταρτης περιόδου (2021-2030). Στο EU ETS συμμετέχουν εγκαταστάσεις από τις 27 χώρες της Ε.Ε., καθώς και η Μεγάλη Βρετανία -είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι το Brexit μπορεί να οδηγήσει τη χώρα εκτός του Ε.Σ.Ε.Δ.Ε.-, η Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και η Νορβηγία. Συνολικά, στο EU ETS συμμετέχουν 11.500 βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όπως εργοστάσια χάλυβα, αλουμινίου και τσιμέντου, σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, διυλιστήρια πετρελαίου, αλλά και εσωτερικές αεροπορικές πτήσεις στην ευρωπαϊκή επικράτεια (European Commission, 2015).

Μέσω του Ε.Σ.Ε.Δ.Ε., η Ε.Ε. στοχεύει στη δημιουργία οικονομικών κινήτρων για την «απανθρακοποίηση» της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, εφαρμόζοντας την αρχή «Ο ρυπαίνων πληρώνει (polluter pays)», ώστε να επιβραβεύονται οι εταιρίες που μειώνουν την εξάρτηση της παραγωγής τους από τον άνθρακα, και επενδύουν σε πιο πράσινες μορφές ενέργειας – όπως τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας(ΑΠΕ). Πιο συγκεκριμένα, η αγορά/χρηματιστήριο μπορεί να βρει τον πιο οικονομικά αποδοτικό τρόπο (costeffective way) χωρίς πολιτική/κυβερνητική παρέμβαση ως προς τη μείωση των εκπομπών αλλά, ταυτόχρονα, και την εξασφάλιση κέρδους για τις βιομηχανίες (winwin).

Η αρχή «cap and trade»

Το Ε.Σ.Ε.Δ.Ε. λειτουργεί μέσω της αρχής «cap and trade». Πιο αναλυτικά, από το 2005, η Κομισιόν έχει ορίσει ένα ανώτατο πλαφόν/όριο (cap) στις εκπομπές άνθρακα για όλες τις βιομηχανίες των ευρωπαϊκών χωρών, το οποίο μειώνεται κάθε χρόνο. Μέσα σε αυτό το όριο, ο κάθε τόνος άνθρακα μετατρέπεται σε μία χρηματιστηριακή άδεια – ή, αλλιώς, σε ένα δικαίωμα εκπομπής ρύπων (EU Emission Allowances ή “EUA“). Οι καλυπτόμενες εγκαταστάσεις πρέπει να υποβάλουν “EUA” για κάθε τόνο ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπουν κατά τη διάρκεια ενός έτους. Τα δικαιώματα ρύπων που ορίζονται σε κάθε βιομηχανία μπορεί να χορηγούνται δωρεάν (grandfathered) από το χρηματιστήριο, ή να δημοπρατούνται (auctioned).

Το δεύτερο σκέλος του ETS έγκειται στην ανταλλαγή (trade) των δικαιωμάτων ρύπων. Το ETS προσφέρει ευελιξία στις επιχειρήσεις που καλύπτονται από το σύστημα. Κάθε επιχείρηση μπορεί να πουλήσει τα υπολειπόμενα δικαιώματα ρύπων σε μία άλλη επιχείρηση, και έτσι να αποκτήσει κέρδος. Στην αντίθετη περίπτωση, μία εταιρία που χρειάζεται δικαιώματα ρύπων παραπάνω από αυτά που τις αναλογούν, μπορεί να αγοράσει αντίστοιχα από κάποια άλλη με το ανάλογο κόστος (Γράφημα 2).

Γράφημα 2: Η αρχή «cap and trade» του ETS, (www.climatepolicyinfohub.eu, 2015)

Έτσι, οι βιομηχανίες που το κόστος μείωσης των ρύπων τους είναι χαμηλότερο από την τιμή των δικαιωμάτων, ενθαρρύνονται να αναλάβουν δράση. Αντιθέτως, οι βιομηχανίες με υψηλό κόστος μείωσης μπορούν να αγοράσουν άδειες και να αναβάλουν τις δικές τους δράσεις, ώστε να συμμορφώνονται με τις κλιματικές πολιτικές της Ε.Ε. πολύ φθηνότερα από ό,τι θα μπορούσαν σε διαφορετική περίπτωση.

Η πραγματικότητα

Το ETS ξεκίνησε πιλοτικά την πρώτη φάση της λειτουργίας του τη χρονική περίοδο 2005-2007. Εξαιτίας του ισχυρού lobbying της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απέναντι στο νεοσύστατο τότε χρηματιστήριο, τα δικαιώματα ρύπων διανεμήθηκαν στις βιομηχανίες δωρεάν. Μέχρι τα μέσα του 2006, η τιμή της άδειας έφτασε μέχρι και τα 30 €, ένα ποσό αποδεκτό για τη σωστή λειτουργία του χρηματιστηρίου, που θεωρητικά θα κινητοποιούσε τις βιομηχανίες να στραφούν σε πιο πράσινες μορφές παραγωγής. Δυστυχώς, η πραγματικότητα απέδειξε ότι οι άδειες ρύπων που διατέθηκαν από την Κομισιόν ήταν πολύ περισσότερες από όσες χρειαζόταν το σύστημα, με αποτέλεσμα η τιμή της άδειας να κυμανθεί σε μηδενικά επίπεδα (Πίνακας 1).

Πίνακας 1: Η διακύμανση της τιμής EUA, για τις πρώτες δύο φάσεις του χρηματιστηρίου (European Environment Agency, 2011)

Συνοπτικά, οι επιπτώσεις αυτής της «υπέρ-προσφοράς» των αδειών και η μηδενική τους αξία οδήγησαν σε απροσδόκητα κέρδη (windfall profits) για εταιρίες που τούς χορηγήθηκαν δωρεάν άδειες, χωρίς να το χρειάζονται – σε επιβράβευση, δηλαδή, των μη αποδοτικών εταιριών. Μακροπρόθεσμα, αυτή η μεταβλητότητα στις τιμές (volatility) φανέρωσε τις θεμελιώδεις αδυναμίες του συστήματος.

Η δεύτερη περίοδος του χρηματιστηρίου (2008-2012) συνοδεύτηκε από μεταρρυθμίσεις από την μεριά της Κομισιόν, με σκοπό την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων που παρουσίαζε το ETS. Ο συνολικός αριθμός των αδειών μειώθηκε κατά 6,5 % σε σχέση με την πρώτη φάση, ώστε να αυξηθεί η ζήτηση και -συνεπώς- η τιμή των δικαιωμάτων, ενώ θεσπίστηκαν αυστηρότερα κριτήρια προς τις βιομηχανίες για τη δωρεάν παραχώρηση αδειών. Επιπρόσθετα, για να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα του συστήματος, το 10% των αδειών δημοπρατήθηκε από τα κράτη-μέλη προς τις βιομηχανίες, με τα έσοδα να πηγαίνουν σε ειδικά ταμεία για την προώθηση των ΑΠΕ.

Ωστόσο, η οικονομική κρίση του 2008 που χτύπησε την Ευρώπη οδήγησε στη μείωση της παραγωγής των ευρωπαϊκών βιομηχανιών και, ως αποτέλεσμα, στη μείωση των εκπομπών άνθρακα από τις εταιρείες της Ε.Ε. Το φαινόμενο του πλεονάσματος των αδειών εμφανίστηκε ξανά, όπως στην πρώτη φάση, και προκάλεσε πτώση της τιμής από 30 ευρώ σε λιγότερο από 7 ευρώ.

Η τρίτη περίοδος του χρηματιστηρίου που διανύουμε (2013-2020) είναι αυτή, όπου εφαρμόστηκαν οι μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις από την Κομισιόν έως σήμερα. Το συνολικό όριο στα δικαιώματα ρύπων μειώνεται κάθε χρόνο κατά 1,74%, για τη μείωση των εκπομπών κατά 21% το 2020, σε σύγκριση με το 2005. Η βασική μέθοδος κατανομής των αδειών τροποποιήθηκε από την αρχή «grandfathering» στον πλειστηριασμό για την πλειονότητα των αδειών (57%). Η δωρεάν κατανομή συνεχίζει να εφαρμόζεται σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, εκτός από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, όπου ισχύει η πλήρης δημοπρασία ρύπων.

Η περίπτωση της Ελλάδας

Όπως αναφέραμε προηγουμένως, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας που συμμετέχουν στο χρηματιστήριο, επωμίζονται όλο το κόστος για την απόκτηση των δικαιωμάτων που τους αναλογούν μέσω της δημοπράτησής τους. Ως εκ τούτου, η ΔΕΗ εντάσσεται σε αυτόν τον κανόνα. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα μέσω Ελλήνων Ευρωβουλευτών, του Υπουργείου Περιβάλλοντος, αλλά και μέσω της διοίκησης του οργανισμού ζήτησε την εξαίρεση της ΔΕΗ από τους κανόνες λειτουργίας του ευρωπαϊκού χρηματιστηρίου ρύπων για την τρίτη περίοδο, επικαλούμενη την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο «Χειμερινό Πακέτο» του 2030 για εξαίρεση των χωρών με κατά κεφαλήν ΑΕΠ κάτω του 60% του Ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2013. Ο λόγος έγκειται στο γεγονός ότι οι προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις της Κομισιόν για την τρίτη και τέταρτη περίοδο του χρηματιστηρίου θα είχαν ως συνέπεια την αύξηση της τιμής των αδειών, οδηγώντας σε αδιέξοδο το ρυπογόνο λιγνιτικό μοντέλο του οργανισμού (Μάντζαρης, 2017).

Οι συνέπειες μίας τέτοιας απόφασης θα ήταν ολέθριες για την μεγαλύτερη εταιρία παραγωγής ηλεκτρισμού στην Ελλάδα τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και σε βάθος δεκαετιών. Αρχικά, τα προβλεπόμενα έσοδα από την δημοπράτηση των αδειών χρηματοδοτούν -μέσω ειδικού ταμείου- την ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα. Μία πιθανή παύση αυτής της χρηματοδότησης θα μπορούσε να μειώσει τα έσοδα του ΛΑΓΗΕ ως και 50% (600 εκατ. ευρώ τον χρόνο) (www.energypress.gr, 2015). Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες είναι ακόμη πιο σημαντικές. Χωρίς το περιβαλλοντολογικό κόστος που θέλει να επιβάλει το χρηματιστήριο άνθρακα, χάνεται το αντί-κίνητρο για τις πιο ρυπογόνες εταιρίες (σαν την ΔΕΗ) να εφαρμόσουν πιο καθαρές τεχνολογίες. Ως εκ τούτου, η άρνηση της προσαρμογής στους κανόνες του Ευρωπαϊκού Χρηματιστηρίου θα εμπόδιζε τη μελλοντική απεξάρτηση της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα.

Τελικώς, η Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απέρριψε το αίτημα υπαγωγής της Ελλάδας στη σχετική εξαίρεση του άρθρου 10γ, καθώς ήταν ενάντια στην λογική του χρηματιστηρίου ρύπων για την ανοικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής οικονομίας χαμηλού άνθρακα (Μάντζαρης, 2017). Δυστυχώς, η ελληνική πλευρά και η ΔΕΗ δεν ακολουθούν τα παραδείγματα των αντίστοιχων ευρωπαϊκών ηλεκτροπαραγωγών (πχ EON, Scottish Power) που προχωρούν στην διαφοροποίηση του πορτοφολίου τους, επενδύοντας σε ΑΠΕ (Neslen, 2014). Αντιθέτως, «βλέπουν το δέντρο αντί για το δάσος», με μία προσωρινή δηλαδή μείωση της τιμής της παραγωγής του ηλεκτρικού ρεύματος από λιγνίτη, μπροστά στη διάσωση του καταδικασμένου ενεργειακού μοντέλου της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.

Συμπέρασμα

Στα χρόνια που διανύουμε, η κλιματική αλλαγή αποτελεί -αποδεδειγμένα- την μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα και την ευημερία των λαών σε όλο τον κόσμο, δημιουργώντας μεγάλες προκλήσεις για τις κυβερνήσεις όλων των κρατών, ώστε να λάβουν μέτρα τόσο αποτελεσματικά, όσο και γρήγορα. Μπροστά στις συμβατικές πολιτικές για το κλίμα που είχαμε συνηθίσει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι αγορές άνθρακα -και γενικότερα οι περιβαλλοντικές πολιτικές οικονομικού χαρακτήρα- αποτελούν μια «κλιματική επανάσταση», καθώς μπορούν να προσφέρουν στη μείωση των ρύπων της ατμόσφαιρας με τον πιο οικονομικά αποδοτικό τρόπο για τις επιχειρήσεις.

Η Ε.Ε., μέσω του Χρηματιστηρίου Ρύπων, φιλοδοξεί να προωθήσει τη δημιουργία αγορών άνθρακα σε όλες τις χώρες του κόσμου, ώστε να καλύπτουν το σύνολο των εκπομπών άνθρακα παγκοσμίως. Για να το πετύχει αυτό, θα πρέπει να διορθώσει τα δομικά προβλήματα του χρηματιστηρίου και, κυρίως, να αυξήσει την τιμή της μετοχής, ώστε να δώσει το κατάλληλο μήνυμα προς τις παγκόσμιες αγορές για την κλιματική της πολιτική. Η Ελλάδα, βαδίζοντας στο αντίθετο μονοπάτι αυτή τη χρονική στιγμή, θα πρέπει να αναθεωρήσει τα μακροπρόθεσμα ενεργειακά της σχέδια, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις κοινοτικές υποχρεώσεις για το κλίμα μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Πηγές:

  1. European Commission. (2015). EU ETS HANDBOOK. https://ec.europa.eu/clima/sites/clima/files/docs/ets_handbook_en.pdf
  2. European Environment Agency. (2011). EUA future prices 2005–2011. https://www.eea.europa.eu/data-and-maps/figures/eua-future-prices-200520132011/eua-future-prices-200520132011-eps-file
  3. Neslen, A. (2014). E.On’s switch to renewables is a sign of things to come, say experts. https://www.theguardian.com/environment/2014/dec/02/eons-switch-renewables-sign-of-things-to-come-say-experts
  4. UNFCCC. (2015). Adoption of the Paris Agreement. https://unfccc.int/resource/docs/2015/cop21/eng/l09r01.pdf
  5. EnergyPress. (2015). Δωρεάν δικαιώματα εκπομπής ρύπων διεκδικεί η ΔΕΗ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. https://energypress.gr/news/dorean-dikaiomata-ekpompis-rypon-diekdikei-i-dei-apo-tin-eyropaiki-enosi
  6. Μάντζαρης, Ν. (2017). Χρηματιστήριο ρύπων: Είναι έτοιμη η Ελλάδα για τη μεγάλη υπέρβαση; http://www.huffingtonpost.gr/nikos-mantzaris/-_10628_b_15356814.html

Tagged under:

Ο Θανάσης Σταμούλης είναι απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. και του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου. Έχει ολοκληρώσει -ως υπότροφος- τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, με αντικείμενο τη Διαχείριση Άνθρακα, ενώ έχει εργαστεί ως ασκούμενος στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Κύρια ενδιαφέροντα του τα οικονομικά της ενέργειας, οι αγορές άνθρακα και οι επενδύσεις στον τομέα της "πράσινης ενέργειας".

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest