Οι Αθάνατοι της Κλείσοβας

Το έπος μιας χούφτας Ηρώων για όλους τους Έλληνες

25 Μάρτη ξημέρωσε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Παχιά μυρωδιά θανάτου στα αδειανά δρομάκια της πόλης – μίξη πείνας, κουράγιου και μιας ελπίδας που ψυχορραγεί αλλά αρνείται, σαν γνήσια Ελληνίδα, να πεθάνει. Όλοι, άντρες γυναίκες και παιδιά, είναι στα πόστα τους και αναμένουν το σημερινό γιουρούσι από Τούρκους και Αιγύπτιους – δεν γνωρίζουν τα αλλόθρησκα ασκέρια από τη γιορτή της Παναγιάς.

Ψηλά στον Ανεμόμυλο οι φρουροί κοιτούν τον Κόλπο και βλέπουν καράβια να τραβάνε προς το Μεσολόγγι από δυο ξέχωρες μεριές. Πιάνουν τα τουφέκια και κυλάνε στις πολεμίστρες το μπαρούτι και το μολύβι, όταν ξαφνικά οι φωνές φωνάζουν το διαφορετικό : «Για την Κλείσοβα τραβάνε!» .

Κοιτούνε τα κουρασμένα μάτια τον εχθρό να πλέει για το μικρό νησί, λίγα βήματα όλο-όλο, και εναντίων μιας δράκας παλικαριών, λίγοι πάνω από εκατό στο μέτρημα. Άμα πέσει η Κλείσοβα το Μεσολόγγι θα μετρά αντίστροφα, άμα λείψουν τα λιγοστά απαραίτητα που περνούν τα πρυάρια θα κόψουν κάθε ελπίδα. Μάτια κοιτούν που δεν έχουν άλλα δάκρυα να χύσουν, κοιτάνε μόνο τον εχθρό να τραβάει για το νησί από δυό μεριές διαφορετικές.

Ένας όμως δεν κοιτά, μαζί με λίγα παλικάρια ορμούν σε μια βάρκα και τραβάνε κουπί ανάμεσα από τις δυο εχθρικές γραμμές. Είναι ο Σουλιώτης Κίτσος Τζαβέλας που τραβάει γραμμή για την Κλείσοβα για να πεθάνει – αν είναι να γίνει έτσι, πριν δει σπιθαμή από Ελλάδα να χάνεται. Περνά μέσα από τον εχθρό και φτάνει στο μικρό νησί, και τρέχει μέσα στην Αγιά Τριάδα. Στην θέα των τρελών που γύρευαν τον θάνατο, η φρουρά, με πρώτο τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, παίρνει κουράγιο και καρδιά, και όλοι οι 131 γίνονται Αθάνατοι έναντι όποιου Θεού και ανθρώπου.

Φτάνουν οι Τούρκοι και πατούν το πόδι τους στην Κλείσοβα, μα τα ελληνικά βόλια τους ρίχνουν νεκρούς. Άλλοι κατεβαίνουν από τα πλοία, Τούρκοι και Αρβανίτες με τα λάβαρα της Ημισελήνου να κυματίζουν σε γη ελληνική. Λίγο μετά στο έδαφος, μα δεν τα αφήνουν οι εχθροί εκεί, άλλοι και άλλοι συνέχεια πάνε να τα σηκώσουν και να τα καρφώσουν ματώνοντας τη γη. Βαράνε οι Έλληνες, και γύρω από τα λάβαρα τα κουφάρια πληθαίνουν μέχρι που δεν μπορεί να τα μετρήσει κανείς. Και ένα και δύο – έξι λεφούσια εξαπέλυσε ο Κιουταχής Πασάς εναντίων της εκκλησιάς, και τα έξι επνίγησαν στο αίμα. Άντρας αγέρωχος ο Κιουταχής και αποφασισμένος να πεθάνει, αν ήταν να γίνει έτσι, για την Πύλη – μπήκε μπροστά στο τελευταίο γιουρούσι, μα τον σταμάτησε βόλι ακόμα και αυτόν. Ταραχή στους Τούρκους, ο Κιουταχής στην γη με αίμα, όλοι τραβάνε προς τα πίσω και πέφτουν από βόλια στην πλάτη. Τον τραβάνε οι Τούρκοι τον Στρατηγό τους μακριά, και όσους περισσότερους νεκρούς τους μπορούν, μα πόσους να τραβήξουν – 3000 Τούρκοι και Αρβανίτες πάτησαν το πόδι και ζούνε πια μια χούφτα.

Βγαίνουν από την εκκλησιά και το τοιχάκι τα παλικάρια του Τζαβέλα, και με τα γιαταγάνια σφάζουν όποιον συναντούν – δεν έμεινε Τούρκος να πατά το νησί.

Στο Μεσολόγγι κοιτούν μα δεν θυμούνται πως είναι η χαρά, και σφίγγουν στο χέρι το τουφέκι έτοιμοι να περπατήσουν, αν χρειαστεί, στη θάλασσα για να πάνε κοντά στους λίγους που πολεμάνε για χιλιάδες. Κάποια παιδιά ορμάνε στις βάρκες, και οι μεσολογγίτισσες πάσσαρες ανοίγονται στον Κόλπο. Πολλά παλικάρια, νέα ακόμα, θερίζονται με το που πατάνε πόδι στο νησί, και τα πλοία βυθίζονται ή γυρνάνε πίσω χαλασμένα – ο Ιμπραήμ Πασάς περιμένει τη σειρά του.

Οι Αιγύπτιοι είχαν δει 3000 Τούρκους να σκορπίζονται από μια χούφτα, αλλά ο Μπραίμης δεν σκόπευε να έχει την ίδια τύχη. Το τοίχος του Μεσολογγίου φράχτη το αποκάλεσε, και την Κλείσοβα ένα ξερόνησι το είδε. Οι Τούρκοι είχαν σκοντάψει πάνω στα ξύλα και στους πασσάλους που είχαν τοποθετήσει οι άντρες του Σωτηρόπουλου στην ακτή, και είχαν κολλήσει στο βάλτο – στόχοι σταθεροί για τα αλάνθαστα ελληνικά τουφέκια.

Όταν πλησίασαν οι Αιγυπτιακές βάρκες, με τα χέρια έσκυβαν και έβγαζαν οι ξένοι έναν-έναν τους πασσάλους, και πατούσαν το νησί. 3000 Αιγύπτιοι, όσοι οι Τούρκοι, λιγότεροι από 100 οι ζωντανοί Έλληνες που ανέβηκαν πια πάνω στην οχυρωμένη Αγιά Τριάδα και ανέμεναν εκεί να χύσουν αίμα ή να ποτίσουν την γη τους με το δικό τους. «Καμιά βολή χαμένη» φώναξε ο Τζαβέλας, και τα ζεστά ελληνικά όπλα ξεκίνησαν πάλι να βαρούν όταν οι Αιγύπτιοι ήταν λίγα βήματα μακριά. Σωριάζονται στο έδαφος κορμιά νεκρά, και ακολουθούν και άλλοι και άλλοι μετά από αυτούς, μέχρι που η θάλασσα γέμισε πτώματα και τα ταξίδευε και τα ξέβραζε όπου έφτανε το κύμα. Δεν πίστευε ο ξακουστός Ιμπραήμ στα μάτια του και ούρλιαζε για επίθεση, και όσο ξεχύνονταν οι άντρες τους τόσα πτώματα κάνανε οι Έλληνες, μέχρι που δεν είχανε οι ξένοι γη για να πατήσουν παρά μόνο τα κορμιά των νεκρών τους.

Λένε από τότε πως στην Κλείσοβα “βογγά ακόμα το αίμα των Αραπάδων“.

Μην αντέχοντας άλλο τη σφαγή, και με τον Αρχηγό τους το Χουσεΐν τον πορθητή τόσων και τόσων τόπων νεκρό, οι Αιγύπτιοι τράπηκαν σε άγρια φυγή. Όρμησαν ξανά τότε οι Έλληνες από την εκκλησιά, και κυνήγησαν και έσφαζαν τον εχθρό. Μόλις είδαν τα παλικάρια του Τζαβέλα ότι βγήκαν από το ταμπούρι, ξεχύθηκαν από το Μεσολόγγι στη θάλασσα και καταδίωξαν όσους μπορούσαν πριν τους σώσει το σκοτάδι.

Την άλλη μέρα, κρανίου τόπος η Κλείσοβα και η λιμνοθάλασσα: πάνω από 3000 πτώματα έμειναν για να θυμίζουν, μοίρα κακή και σκληρή για Τούρκους και Αιγύπτιους.

Η σαρωτική νίκη στην Κλείσοβα, κρατά μια ξεχωριστή θέση στην Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία ως μια μάχη που μια χούφτα ανδρών υπερτέρησε εχθρικής δύναμης άνω των 6000. Θερμοπύλες που κράτησαν, Λεωνίδας που έζησε για να πει την Ιστορία του ο ίδιος. Επισκιάστηκε, ωστόσο, αυτή η επική στιγμή από την μαύρη μέρα που ακολούθησε για το Μεσολόγγι.

Παρά την επικράτηση και την διατήρηση της νήσου, οι μηδαμινές θαλάσσιες Δυνάμεις του Μεσολογγίου επλήγησαν και αδυνατούσαν να μεταφέρουν στο εξής έστω τις ελάχιστες αναγκαίες προμήθειες. Η πολιορκία εξάντλησε την πόλη, και η μόνη τροφή που ήταν διαθέσιμη ήταν η λιγοστή χλωρίδα και τα χελιδόνια του Μάρτη. Σύμφωνα με το Φάνη Μιχαλόπουλο, υπήρξε η σκέψη να αλατιστούν τα πτώματα του εχθρού και να φαγωθούν. (Φάνη Μιχαλόπουλου: «Οι Τελευταίες Στιγμές του Μεσολογγίου», Αθήνα, 1957). Το τέλος ήταν κοντά.

Το Μεσολόγγι δεν βάστηξε και προχώρησε στην ηρωική του Έξοδο.
Το Μεσολόγγι δεν έπεσε, επατήθη. Η Κλείσοβα δεν έπεσε, επατήθη.

Το αιώνιο ελληνικό σαράκι, η προδοσία, φαίνεται πως φάνηκε ξανά σε μια από τις γενναιότερες στιγμές του Ελληνισμού, και οι Μεσολογγίτες σφαγιάσθηκαν τη νύχτα της 25ης Απριλίου, εκτός από ελάχιστους που κατάφεραν να διαφύγουν – ανάμεσα τους και ο Κίτσος Τζαβέλας.

Στο μικρό νησάκι της Κλείσοβας, τα φαντάσματα των Ελλήνων Ηρώων μάχονται στωικά μια ατέρμονη μάχη, και οι κλαγγές της ας είναι να ακούγονται για πάντα – θυμίζοντας το παρελθόν, και οδηγώντας στο μέλλον.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest