Οι Ισπανοί πήραν τα όπλα τους: 1936-1939

«Στον εμφύλιο πόλεμο δεν θριαμβεύει ο ένας έναντι του άλλου, ακόμη και αν είναι ένας εγκληματίας. Η εξόντωση του αντιπάλου είναι αδύνατη. Για τις εκατόμβες που θα σκοτωθούν, πάντα θα μένουν αρκετοί για να θέσουν το ερώτημα αν είναι εφικτό -ή όχι- να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί.»

Manuel Azaña Díaz, Πρόεδρος της Β’ Δημοκρατίας της Ισπανίας (1931-1934)

Στις διεθνείς σχέσεις, ο πόλεμος μεταξύ δύο κρατών ξεσπά και διαταράσσει την ισορροπία του συστήματος, όπως η ασθένεια στο ανθρώπινο σώμα. Αναλογικά, ο εμφύλιος πόλεμος αποτελεί ένα «αυτοάνοσο νόσημα», μια «φλεγμονή» που δημιουργείται από το ίδιο το σύστημα. Στην περίπτωση της Ισπανίας, ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αιματηρή ιδεολογική σύρραξη, με διακύβευμα τη βέλτιστη διακυβέρνηση της χώρας. Δεν πρόκειται μόνο για μία εμπόλεμη σύγκρουση, αλλά και για μία έκρηξη προσωπικών παθών και ιδεολογικών διεργασιών ατόμων και ομάδων, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα αίτια αυτής της νοσηρότητας πρέπει να αναζητηθούν στην αυγή της τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα.

Μέχρι τη δεκαετία του 1930, στο πολιτικό σκηνικό της Ισπανίας μεσουρανεί ένας συνασπισμός μοναρχικών κομμάτων. Με δεδομένη τη δυσμενή -για τη μοναρχία- έκβαση των εκλογών της 12ης Απριλίου του 1931, ο Alfonso ΙΓ’ εγκαταλείπει τη χώρα, και εγκαθιδρύεται η Β’ Δημοκρατία. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1931, η Αριστερά -που αποτελείτο από ρεπουμπλικάνους και σοσιαλιστές- κερδίζει την απόλυτη πλειοψηφία, οδηγώντας στη λεγόμενη «Προοδευτική Διετία» της προσωρινής δημοκρατικής κυβέρνησης του Alcala Zamora. Η νέα κυβέρνηση -η οποία αναγνωρίζεται από την πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών, καθώς και τις Ηνωμένες Πολιτείες- στρέφεται κατά του κλήρου και των βασιλικών θεσμών. Η εκκλησιαστική περιουσία δημεύεται, ενώ η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία απαγορεύεται. Επίσης, η χρηματοδότηση της εκκλησίας από το κράτος παύει, και οι τίτλοι ευγενείας καταργούνται. Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ο Zamora εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Κατά την επόμενη διετία, η οποία χαρακτηρίστηκε ως «Μαύρη», η νεοσύστατη κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά προβλήματα -όπως τις αυτονομιστικές εξεγέρσεις σε Καταλονία και Asturias- που δυναμιτίζουν την ήδη τεταμένη πολιτική ατμόσφαιρα. Η δεύτερη εξέγερση καταπνίγεται σκληρά από τον Ισπανικό στρατό, μεγενθύνοντας το αίσθημα αγανάκτησης. Το 1934 συγκροτείται το Λαϊκό Μέτωπο (Frente Popular), περιλαμβάνοντας στους κόλπους του τα κόμματα της Αριστεράς και τα συνδικάτα, και πετυχαίνει εντυπωσιακή νίκη στις εκλογές της 21ης Φεβρουαρίου του 1936. Ο μεταρρυθμιστικός τόνος της Β’ Δημοκρατίας ξεχείλιζε, και δεν μπορούσε να εδραιωθεί ως μία εναλλακτική του ολιγαρχικού συστήματος της Παλινόρθωσης (Restauración), η οποία θα ελέγχεται από λίγους αστούς, γαιοκτήμονες και πολιτικούς. Οι συνωμοσίες άρχισαν σχεδόν ταυτόχρονα με το θρίαμβο του Λαϊκού Μετώπου.

Σεπτέμβριος 1936, το μέτωπο της Κόρδοβα. (Πηγή: Robert Capa/ International Center of Photgraphy)

Εκείνη την περίοδο, η πολιτική κατάσταση στην Ισπανία είχε οδηγηθεί σε πόλωση, ως αποτέλεσμα της εντεινόμενης αντιπαλότητας ανάμεσα στα κόμματα και τις παρατάξεις, η οποία χαρακτήριζε όλη την -ως τότε- πορεία της νεοπαγούς δημοκρατίας. Το Μάρτιο του 1936, μια ομάδα στρατηγών δημιουργεί ένα κίνημα δίχως καθορισμένες ιδεολογικές ετικέτες, αλλά με σκοπό «να αποφύγουν τον όλεθρο και τον αποδεκατισμό της πατρίδας». Τελικά, δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί ένας ακόμη πόλεμος ανάμεσα στους Ισπανούς.

Στις 18 Ιουλίου 1936, ο στρατηγός Francisco Franco επαναστατεί εναντίον της δημοκρατικής κυβέρνησης, εγκαθιδρύοντας στρατιωτικό πραξικόπημα στη Melilla. Η εξέγερση επεκτείνεται στο Μαρόκο μέσα σε λίγες ώρες. Ο Santiago Casares Quiroga παραιτείται την ίδια μέρα, και αναλαμβάνει ο Diego Martinez Barrio για μία μόνο μέρα, μέχρι να παραδώσει την κυβέρνηση στον Jose Pereira. Πέντε μέρες αργότερα, οι πραξικοπηματίες καταλαμβάνουν την πόλη Burgos, και σχηματίζουν εθνικιστική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό το στρατηγό Miguel Cabanellas. Η χιτλερική Γερμανία σπεύδει να συνδράμει τους φαλαγγίτες του Franco, ενώ η Σοβιετική Ρωσία αναλαμβάνει τη στήριξη των δημοκρατών της Ισπανίας. Η δημοκρατική Ευρώπη προτιμάει την ουδετερότητα.

Στην Ιβηρική χερσόνησο, τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα για τις δυνάμεις του Franco. Η εξέγερση αποτυγχάνει στα περισσότερα βιομηχανικά κέντρα και τις μεγάλες πόλεις, εκτός της Σεβίλης, όπου ο στρατηγός Queipo de Llano -με μεγάλη τόλμη και μερικές στρατιωτικές δυνάμεις- καταφέρνει να συντρίψει κάθε είδους αντίδραση από τα συνδικάτα, και να χρησιμοποιήσει το ραδιόφωνο ως μέσο προπαγάνδας. Στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, οι μαχητές των αριστερών κομμάτων και τα συνδικάτα αντιμετωπίζουν αποφασιστικά την εξέγερση, με ενίσχυση της Φρουράς και της Πολιτοφυλακής. Στη Valencia και τη Χώρα των Βάσκων η εξέγερση αποτυγχάνει, όχι όμως στη Zaragoza, το Valladolid, το Burgos, την Pamplona και τη Galicia. Η κυβέρνηση άργησε να αντιδράσει, καθώς φαινόταν να μην παραδέχεται ότι η εξέγερση είχε πιθανότητες επιτυχίας. Ο Casares Quiroga παραιτήθηκε, διότι δεν ήταν σε θέση να ελέγξει την κατάσταση.

Επίθεση στο Rio Segre. Πηγή: (Robert Capa/ International Center of Photography)

Παρά την πολιτική αναταραχή, το μεγαλύτερο μέρος της Βιομηχανικής Ισπανίας (Χώρα των Βάσκων, Alava, Cataluña, Valencia και Μαδρίτη) παραμένει πιστό στη Δημοκρατία. Η Euskadi -ζώνη παραδοσιακά συντηρητική και Καθολική μεν, εθνικιστική δε- υπερασπίστηκε τη νόμιμη κυβέρνηση ενόψει του Καθεστώτος Αυτονομίας, που τελικά εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο την 1η Οκτωβρίου 1936. Η στρατιωτική δράση των πραξικοπηματιών, σε όλο το γεωγραφικό φάσμα της Ισπανίας, προσέδωσε στη σύγκρουση διαστάσεις εμφυλίου. Η εθελοντική πολιτοφυλακή -που αποτελείτο από τις οργανώσεις των εργαζομένων της Ρεπουμπλικανικής πλευράς σε ρόλο τακτικού στρατού- ήταν στρατιωτικοποιημένη από τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, όταν ο  Francisco Largo Caballero ήταν ήδη πρωθυπουργός, και οι κομμουνιστές και οι αναρχικοί είχαν εισέλθει στην κυβέρνηση. Την 1η Οκτωβρίου 1936, ο αρχαιότερος στρατηγός, Miguel Cabanellas -ο οποίος στασίασε στη Zaragoza-, έχρησε το Franco «Αρχηγό της Κυβέρνησης του Κράτους» και «Αρχιστράτηγο των Στρατών», ανάγοντάς τον σε επικεφαλής της εξέγερσης.

Η αντίδραση των Δημοκρατικών υπήρξε μετριοπαθής υπό την ηγεσία του στρατηγού José Miaja, πετυχαίνοντας την ανάκτηση του Albacete, αλλά όχι την κατάληψη της Κόρδοβα. Μεγάλη επιτυχία αποτέλεσε η Μάχη της Μαδρίτης. Η πρωτεύουσα παρέμεινε «πιστή» στη Δημοκρατία, παρά το γεγονός ότι στις 6 Νοεμβρίου 1936 η κυβέρνηση του Caballero μεταφέρθηκε στη Valencia, αφήνοντας την πόλη στα χέρια της Χούντας. Η μάχη της Μαδρίτης έδωσε μια σημαντική τροπή στον πόλεμο καθώς, παρά τις σφοδρές συγκρούσεις, και οι δύο πλευρές είχαν κινητοποιήσει λίγα στρατεύματα. O Franco συνειδητοποίησε ότι ο πόλεμος δεν θα μπορούσε να διαρκέσει μόνο λίγους μήνες. Αναθεωρώντας τη στρατηγική του, στόχευσε στην απομόνωση της πρωτεύουσας και τον περιορισμό της περιοχής, υπό τον έλεγχο του Λαϊκού Μετώπου.

Σύντομα, η εμφύλια διαμάχη έλαβε διεθνή χαρακτήρα. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) και η ΕΣΣΔ υπέγραψαν τη «Συμφωνία της μη επέμβασης» στις 8 Αυγούστου 1937, με αίτημα την αποτροπή διεθνοποίησης του Εμφυλίου. Η συμφωνία ήταν ένα πραγματικό φιάσκο, επειδή απέτυχε να αποτρέψει την προμήθεια όπλων, τροφίμων και προμηθειών για τις δύο πλευρές. Από την πρώτη στιγμή, οι ηγέτες της Γερμανίας και της Ιταλίας, Hilter και Mussolini, υποστήριξαν τους αντάρτες με στρατιωτικό εξοπλισμό, αεροσκάφη, στρατεύματα και χρήματα. Αντίθετα, η Γαλλία τάχθηκε υπέρ της Δημοκρατίας, ενώ η Βρετανία υπερασπίστηκε σθεναρά την ιδέα της Δημοκρατίας, προκειμένου να μην διαταράξει την εύθραυστη -απέναντι στις γερμανικές αξιώσεις- ειρήνη στην Ευρώπη, και να κρατήσει ανέπαφα τα βρετανικά συμφέροντα στην Ισπανία. Εκτός από τα συγκλίνοντα ή αποκλίνοντα συμφέροντα των ευρωπαϊκών χωρών, ο Ισπανικός εμφύλιος είχε αναμφίβολα και ιδεολογική χροιά. Για πολλούς, ήταν ένας αγώνας κατά του φασισμού ενώ, για άλλους, ήταν -τουλάχιστον- μια πάλη ενάντια στον καταπιεστικό κομμουνισμό, αλλά υπέρ των θρησκευτικών αξιών.

To 1937, ο συσχετισμός δυνάμεων κλίνει προς το μέρος του Franco. Παρά τη νίκη στη μάχη της Μαδρίτης, η Malaga έπεσε στις 8 Φεβρουαρίου, με τη βοήθεια των ιταλικών στρατευμάτων. Τα τελευταία σημεία της Κανταβρικής ακτής (Vizcaya, Santander και Asturias) πέρασαν στα χέρια των στρατευμάτων του Franco, μεταξύ Απριλίου και Οκτωβρίου 1937. Η κατάκτηση της Βόρειας ζώνης επέτρεπε στους εθνικιστές να ελέγχουν την Ισπανική βιομηχανία, αποκλείοντας ταυτόχρονα τους Δημοκρατικούς από βασικούς οικονομικούς πόρους και την κύρια πηγή στρατολόγησής τους. Επιπλέον, η διακοπή παροχής πολεμικού υλικού από τη Σοβιετική Ένωση δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τους Δημοκρατικούς. Την ίδια στιγμή, ο ισπανικός εμφύλιος σχεδόν δεν είχε αγγίξει τη γη των Βάσκων, όπου η ζωή συνεχιζόταν κανονικά. Στις 26 Απριλίου 1937, η βασκική πόλη Γκερνίκα -ή Γκουέρνικα για τους Έλληνες- καταστράφηκε ολοκληρωτικά από γερμανικά αεροπλάνα που είχαν σταλθεί από τον Hitler προς αρωγή του Franco. Επρόκειτο για μία «βοήθεια» που κόστισε τελικά τη ζωή 1.500 αμάχων, άφησε 1.000 τραυματίες, καθώς επίσης αποτροπιασμένη την κοινή γνώμη από τη φρικαλεότητα της πράξης. Η κτηνωδία της επίθεσης αποτυπώθηκε γλαφυρά στο ομώνυμο έργο του -διωκόμενου τότε- Pablo Picasso.

Στη συνέχεια, ο Δημοκρατικός στρατός προσπάθησε να ανακτήσει την πρωτοβουλία, και προέβη στις επιχειρήσεις «Brunete» και «Belchite», προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή των δυνάμεων του εχθρού. Νοτιότερα, η πόλη Aragón υπέκυψε το Μάρτιο του 1938, ενώ αργότερα, το ίδιο έτος, πριν την απόκρουση της Δημοκρατικής αντεπίθεσης στο Ebro, η Καταλονία κατέρρευσε. Η περιορισμένη αποτελεσματικότητα του παρακμάζοντος δημοκρατικού μετώπου οφειλόταν στις έντονες αντιθέσεις και αντιπαλότητες μεταξύ των ηγετών στην εφαρμογή ενιαίας στρατηγικής. Όπως ήταν αναμενόμενο, μέσα σε δύο χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος της Ισπανίας υποχώρησε στις δυνάμεις του Franco.

Οι διώξεις, οι συλλήψεις, οι δολοφονίες, η λογοκρισία και ο πνευματικός ακρωτηριασμός αποτελούν παραδείγματα σκληρότητας και μίσους μεταξύ των Ισπανών, οι οποίοι αρνούνταν ο ένας τον άλλον. Οι αποκαλούμενοι «Εθνικοί» μιλούσαν για τους «Κόκκινους» σαν να είναι αντι-Ισπανοί, ενώ εκείνοι κατηγορούσαν τους πρώτους ως φασίστες και αντιδραστικούς που επιθυμούσαν να εμποδίσουν την πρόοδο της Ισπανίας. O ίδιος ο Franco, σε συνέντευξή του στον Αμερικανό Jay Allen, δήλωσε: «Θα σώσω την Ισπανία από το μαρξισμό, όποιο κι αν είναι το τίμημα».

Κοντά στην Βαρκελώνη. Αποχαιρετώντας τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, οι οποίες απορρίφθηκαν από τη δημοκρατική κυβέρνηση, ως συνέπεια της φιλίας του Stalin με τη Γερμανία. Πηγή: (Robert Capa/International Center of Photography)

Την 1η  Απριλίου του 1939 ο στρατιωτικός αγώνας είχε τελειώσει, με τη δικτατορία του Franco -ο οποίος πλέον έφερε τον τίτλο του «Caudillo» (Ηγέτης)- να εκτοπίζει από το Ισπανικό πολιτικό πεδίο τη Δημοκρατία, και να διαμορφώνει ένα νέο προσωποπαγές κράτος.

Το τίμημα ήταν η ύπαρξη «δύο ασυμβίβαστων Ισπανιών», και ο μαρασμός μιας ευρωπαϊκής χώρας η οποία, στα μέσα του 20ού αιώνα, αδυνατούσε να επιλύσει το ζήτημα της πολιτικής «συγκατοίκησης». Για τους νικητές, ο Εμφύλιος ήταν ένας «απελευθερωτικός πόλεμος», μια «ένδοξη σταυροφορία» εναντίον των κομμουνιστικών, αποσχιστικών και άθεων δυνάμεων που στήριζαν τη Β’ Δημοκρατία, και ευθύνονταν για την παρακμή της Ισπανίας. Μανιχαϊστικός, όμως, ήταν και ο λόγος κάποιων από τους ηττημένους, για τους οποίους η εξέγερση της 18ης Ιουλίου ήταν ένα απολύτως αδικαιολόγητο και προδοτικό πραξικόπημα ενάντια στη νόμιμη κυβέρνηση της Δημοκρατίας. Οι αναρχικοί, από την πλευρά τους, ερμήνευαν τον πόλεμο ως κοινωνική επανάσταση, η οποία απέτυχε εξαιτίας των κομμουνιστών.

Η δικτατορία του Franco διήρκησε κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες. Το 1975, το πολιτικό του έργο θάφτηκε μαζί του. Με το Σύνταγμα του 1978, επανέρχεται η δημοκρατία στην Ισπανία. Είναι, επομένως, βέβαιο πως δεν είναι η δημοκρατία, αλλά η δικτατορία κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο που θα μείνει ως παρένθεση στη σύγχρονη ιστορία της Ισπανίας.

Πηγές:

  1. Aguilar Fernández, P. (1996). Memoria y olvido de la guerra civil española. Madrid: Alianza.
  2. Allen, J. (1936) Primera Entrevista Concedida por Franco a un medio de comunicación. Spain: Tetuán
  3. Maletakis, E. (1996) La Guerra Civil de España 1936-1939. Madrid: Taurus.
  4. Paniagua, J. (1988) España: Siglo XX (1931-1939). Barçelona: Anaya.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest