Ουκ εν τω «Συνήθει» το Ευ

Περί υιοθεσίας…

Είθισται, εν τοις πράγμασι, η ευτυχία να είναι ένα καθαρά υποκειμενικό συναίσθημα. Ειδικά εάν προσεγγίζει κανείς την ευτυχία ως ένα συναίσθημα, μπορεί αυτό να μετουσιωθεί σε τρόπο ζωής, που κατακλύζεται καθημερινά από την παρουσία ενός παιδιού. Σε παγκόσμια κλίμακα, ωστόσο, σύμφωνα με πληθώρα στατιστικών, τα ποσοστά παιδιών που μεγαλώνουν σε οικογένειες ομοφύλων ολοένα και φθίνουν. Βασική αιτία αυτού του φαινομένου είναι ότι, για πολλούς, θεωρείται ορθότερο να υπάρχουν παιδιά που μεγαλώνουν σε ιδρύματα -και επομένως αρκετά αποξενωμένα απ’το κοινωνικό σύνολο και την καθημερινή ζωή-, παρά να μεγαλώνουν σε ένα φιλικό και οργανωμένο περιβάλλον μιας οικογένειας ομοφύλων. Όσο κι αν προσπαθεί κανείς να αποφύγει την αντιπαράθεση ανάμεσα στην «ευαισθησία» και τις αντιρρήσεις πολλών στο ενδεχόμενο υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια, το ερώτημα που προκύπτει είναι ευνόητο: είναι αυτή η «κοινωνική νόρμα» νομικά επιτρεπτή;

Κρίνοντας από την επιστημονική -και κυρίως νομική- όψη, η απαγόρευση υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια παραβιάζει κατάφορα το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την αυτοδιάθεση των ατόμων, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η έννοια της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει -μεταξύ άλλων- το δικαίωμα σεβασμού της απόφασης των ομόφυλων ζευγαριών για την απόκτηση -ή μη- τέκνου. Ιδιαίτερα, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα στηρίζονται στην αναγνώριση του βασικού δικαιώματος όλων των ζευγαριών -και των επιμέρους ατόμων- να αποφασίζουν ελεύθερα το χρονικό διάστημα και τον τρόπο με τον οποίο θα επιθυμούσαν να αποκτήσουν ένα παιδί στην οικογένειά τους. Ως εκ τούτου, η απόφαση συζύγων, ή ελευθέρως συμβιούντων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Ευρωπαϊκών δεσμεύσεων -και κυρίως της ΕΣΔΑ-, σχετικά με την ελευθερία του ατόμου ως προς τις προσωπικές επιλογές και αποφάσεις του.

Επομένως, η ενάσκηση του δικαιώματος της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια θεμελιώνει νόμιμο δικαίωμα απόκτησης τέκνου, το οποίο βασίζεται -στις περισσότερες των περιπτώσεων- σε συζυγικό δεσμό μεταξύ του ζευγαριού. Άλλωστε, βασικός στόχος και των εθνικών νόμων είναι η επίτευξη μιας εύλογης ισορροπίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο, θεμιτό και νόμιμο σκοπό, και στα μέσα που χρησιμοποιούνται για την υλοποίησή του. Πολλάκις, έχει νομολογιακά * καταγραφεί ότι, όταν εμφανίζεται μία σύγκρουση ανάμεσα σε δύο εξίσου προστατευόμενα δικαιώματα, το κράτος έχει χρέος να επιλέξει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να επιτύχει μία δίκαιη ισορροπία στις αντιμαχόμενες πλευρές. Ιδίως στην περίπτωση που το ζευγάρι διαθέτει όλα τα αναγκαία εφόδια για να φροντίσει με το δέοντα τρόπο την ανατροφή ενός παιδιού, οποιαδήποτε αποδοκιμασία ή παρεμπόδιση της απόφασής του συνιστά παράνομη παρέμβαση, άνευ πρακτικού αντικρίσματος σε μία δημοκρατική κοινωνία.

Μεταξύ άλλων, η ενδεχόμενη απαγόρευση των εγχώριων δικαστηρίων να συναινέσουν στη διαδικασία της υιοθεσίας τέκνου από ομόφυλο ζευγάρι θίγει ευκρινώς και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και τη μητρότητα, κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος, καθώς και το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Εφόσον, δε, υφίσταται ήδη έγκυρος γάμος, θα πρέπει ο ίδιος να ληφθεί υπ’ όψιν με βάση την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΔΔΑ), διότι η τελευταία αρκεί για να θέσει υπό την προστασία του άρθρου 8 όλους εκείνους που εμπλέκονται στο θεσμό της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών – που από τη γέννησή τους θα πρέπει να λογίζονται αυτοδικαίως μέλη της εν λόγω οικογένειας. Εξ’αιτίας αυτού, οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση των ομοφύλων άνευ σπουδαίου λόγου, γίνεται αντιληπτή ως contra legem (αντίθετα με το νόμο) μεταχείριση ενός νομικά κατοχυρωμένου -είτε λόγω γάμου, είτε λόγω συμβίωσης- ομόφυλου ζευγαριού.

Ακόμη κι αν η συμβίωση των εκάστοτε αιτούντων δεν μπορούσε να αναγνωρισθεί νομικά ως γάμος, ή δεν είχε συναφθεί σύμφωνο, θα θεμελίωνε σε κάθε περίπτωση de facto μακροπρόθεσμη συνοίκηση, που θα ανερχόταν σε μία αναλογία οικογενειακής ζωής – όπως εκείνη προστατεύεται από τις διεθνείς κι ευρωπαϊκές συμβάσεις. Στις περισσότερες ερμηνείες ανάλογων συμβάσεων, μάλιστα, κατορθώθηκε η ipso jure (αυτοδικαίως) κατοχύρωση ενός ορισμού της «οικογενειακής σχέσης», όπως εκείνη αναφέρεται στην ΕΣΔΑ, αλλά και στο Ελληνικό Σύνταγμα μετά την εγκαθίδρυση του συμφώνου συμβίωσης. Προσέτι, ως «οικογενειακή σχέση», εθνικώς και διεθνώς προστατευόμενη, κατέληξε να θεωρείται και η σχέση ζευγαριών ιδίου φύλου που ζουν σε μία σταθερή συνοίκηση (“stable de facto partnership”). Ιδίως, το γεγονός της συναπόφασης για την απόκτηση τέκνου τεκμαίρει την αμοιβαία δέσμευσή του (“mutual commitment”).

Έπειτα, αξιολογώντας το γεγονός πως η ΕΣΔΑ αποτελεί ένα «ζωντανό εργαλείο» (“living instrument”) που θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των κατοπινών συνθηκών, η εναλλακτική συμβίωση αυτών των ζευγαριών θα έπρεπε να αντανακλά τις ταχείες εξελίξεις του κοινωνικού συνόλου, και να ωθεί, αν μη τι άλλο, στον εξοστρακισμό των αναχρονιστικών παθογενειών της σύγχρονης κοινωνίας, σχετικά με τα παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν σε LGBT(lesbian, gay, bisexual and transgender) οικογένειες.

Συν τοις άλλοις, θα μπορούσε να στηριχθεί ως contra επιχείρημα ότι η μητρότητα, επί παραδείγματι, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το γεγονός της γέννησης, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα (ΑΚ). Η γέννηση, όμως, υποστηρίζεται πως ενσωματώνει το αξίωμα “mater Semper certa est”, γεγονός που καταδεικνύει ότι η οικογενειακή σχέση υφίσταται ανάμεσα στη γυναίκα κατά τον τοκετό, και σε ένα γενετικά ασύνδετο παιδί (γι’ αυτό, άλλωστε, η παρένθετη μητρότητα έχει κατοχυρωθεί, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, συμβατικά). Συνάμα, πρέπει πλέον να γίνει αντιληπτό πως, η υιοθεσία ανηλίκου οφείλει να αποβλέπει στο συμφέρον του υιοθετουμένου -όπως ορίζει και το άρθρο 1542 εδ. β΄ ΑΚ- και όχι στην ικανοποίηση των κοινωνικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων. Συνεπώς, οποιαδήποτε παρέκκλιση στους προαναφερθείς δικαιικούς κανόνες συνιστά οριστικά αδικαιολόγητη στέρηση του συγκεκριμένου εννόμου δικαιώματος.

Κατ’ουσίαν, η παραβίαση των δικαιωμάτων των ομόφυλων ζευγαριών αναφορικά με την απόκτηση τέκνου έγκειται στο ότι φαίνεται να υπάρχει μία «κακώς νοούμενη» γενική αποδοκιμασία στην άσκηση γονικής μέριμνας από ομόφυλα ζευγάρια. Η τελευταία μοιάζει να ρυθμίζεται με βάση ένα αρχέτυπο, άκαμπτο κι αφόρητα δυσανάλογο πρότυπο, αντί για ένα πρότυπο υποστήριξης και προαγωγής των κοινών ευθυνών. Εκτός αυτού, η απονομή νομικής αναγνώρισης και στους δυο γονείς, ανεξαρτήτως του σεξουαλικού προσανατολισμού τους, εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή προστασία σ’αυτούς και τα τέκνα τους.

Πέραν των προαναφερθέντων, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η οικογενειακή σχέση της υιοθεσίας αποτελεί ευαίσθητο δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα -κατά το άρθρο 2β του ν.2472/1997- και, παρεπόμενα, ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού απόρρητου, που προστατεύεται από το άρθρο 9 του Συντάγματος, αλλά και από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Εν συνόψει, είναι καιρός για τα εγχώρια Δικαστήρια να τοποθετηθούν ευκρινώς υπέρ της υιοθεσίας τέκνου από ομόφυλα ζευγάρια, ακολουθώντας τη νομολογιακή πρακτική του ΕΔΔΑ, όπως φερειπείν στην υπόθεση Knecht v. Romania. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι, το «δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής» αποτελεί έναν ευρύ όρο, που συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα στο σεβασμό των αποφάσεων των ζευγαριών, σχετικά και με την απόκτηση -ή όχι- παιδιού.

*Ενδεικτική αναφορά : Υποθέσεις του ΕΔΔΑ: Fernández Martínez v.Spain [GC], §123 ή Chassagnou a. o. v.France [GC], §113

Πηγές:

  1. «LGTB Adoption Statistics«, Available at: http://www.lifelongadoptions.com/lgbt-adoption/lgbt-adoption-statistics.
  2. Folkman Ted (2012), «Case of the Day: Negrepontis-Giannisis v. Greece«, Available at: https://lettersblogatory.com/2012/03/06/negrepontis-giannisis-greece/.
  3. «CASE OF KNECHT v. ROMANIA» (2013), Availble at: http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-113291
  4. Trispiotis, Ilias, «Discrimination and civil partnerships: taking ‘legal’ out of legal recognition«, 14 (2) Human Rights Law Review 2014, pp. 343-358
  5. Van Bueren, Geraldine, «Child Rights in Europe: Convergence and Divergence in Judicial Protection», CoE Publishing, 2007.
  6. «Arguments for and against gay adoption». Available at: http://www.debatingeurope.eu/focus/arguments-gay-adoption/

Tagged under:

Προπτυχιακή φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους τομείς των Διεθνών Σχέσεων και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Συμμετέχουσα σε προσομοιώσεις Ηνωμένων Εθνών κι Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Ελλάδα και το Εξωτερικό, έχοντας ως στόχο την ενδελεχή ενασχόληση με τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Εξωτερική Πολιτική. Μέλος της ομάδας της Νομικής Σχολής Αθηνών στο Διαγωνισμό του ΕΔΔΑ (Elsa Human Rights Moot Court Competition- in cooperation with the Council of Europe), στο Στρασβούργο (2015-2016), καθώς και στον Εθνικό Διαγωνισμό Εικονικής Δίκης, στη Θεσσαλονίκη (2017). Ασκούμενη στο Υπουργείο Εξωτερικών στη Διεύθυνση Διεθνών Ενεργειακών Θεμάτων (Greek Ministry of Foreign Affairs, Directorate of International Energy Issues). Concept and Partnership Officer for Bringing Europeans Together Association (BETA e.V.).

Website: https://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Google Profile

6 Comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest