Ο βιασμός ως πολιτική πρακτική σε καιρό πολέμου: Η υπόθεση της Γιουγκοσλαβίας

Εισαγωγή

H πράξη του βιασμού ως εγκλήματος πολέμου ξεκινά να γίνεται αισθητή κυρίως κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς ο κατακτητής πολλές φορές τον χρησιμοποιούσε ως μέθοδο επιβολής μετά από κάποια στρατιωτική νίκη στα νεοαποκτηθέντα εδάφη, ή ως μέθοδο τρομοκρατίας του εξουσιαζόμενου πληθυσμού και, κατ’ επέκταση, ως μέθοδο εθνικής εκκαθάρισης, με στόχο τον εκτοπισμό ανεπιθύμητων -εθνοτικών ή θρησκευτικών- πληθυσμών (π.χ. επέλαση κόκκινου στρατού στο Βερολίνο, το 1945). Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945), και την αναγνώριση από τον Ο.Η.Ε. των φρικτών βασανιστηρίων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκειά του, η διεθνής κοινότητα έστρεψε το ενδιαφέρον της στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – όπως φαίνεται και από την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (1948). Ωστόσο, ο βιασμός ως έγκλημα πολέμου θα χρειαζόταν πολλά χρόνια ακόμα για να ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα εγκλήματα, με δικές του εξειδικευμένες συνθήκες και νόμους. Η υπόθεση της Γιουγκοσλαβίας κατά τη δεκαετία του 1990 παρουσιάζει ενδιαφέρον καθώς, παρά τη συστηματική καταπάτηση του διεθνούς δικαίου που προβλέπει την απαγόρευση του βιασμού σε εμπόλεμες περιόδους (Σύμβαση της Γενεύης 1949 και τα δυο Πρωτόκολλα που ακολούθησαν κατά το 1977), είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση χρήσης επανειλημμένου βιασμού και σεξουαλικών επιθέσεων σε γυναίκες όχι μόνο ως “όπλο” μεταξύ αντίπαλων στρατοπέδων, αλλά και ως πολιτική. Στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας ο βιασμός πήρε τη μορφή ακραίας βίας, και χρησιμοποιήθηκε ως έκφραση κυριαρχίας και δύναμης, οδηγώντας στην απόρριψη των δικαιωμάτων των γυναικών, καθώς και της γυναικείας ύπαρξης εν γένει.

Ως γνωστόν, η παρακμή της Γιουγκοσλαβίας ξεκίνησε μετά τον θάνατο του Tito, ηγέτη της χώρας, στις 4 Μάιου 1980. Ο αγώνας, που αρχικά ξεκίνησε ως αγώνας για αυτονομία, το 1991 εξελίχθηκε σε αιματηρό πόλεμο, με καθεμιά από τις 6 εθνικότητες της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία, Κροατία, Βοσνία, Σλοβενία, Π.Γ.Δ.Μ. και Αλβανία) να απαιτούν πλήρη ανεξαρτησία. Η Σλοβενία πέτυχε τους σκοπούς της αναίμακτα, όπως και η Π.Γ.Δ.Μ. Ωστόσο, οι υπόλοιπες χώρες θα εμπλέκονταν σε έναν πόλεμο με φρικτές συνέπειες. Όλα αυτά ενισχύονται και από την ανάδειξη του Milošević ως νέου ηγέτη της σερβοκρατούμενης Γιουγκοσλαβίας, ο οποίος δεν έκρυβε την εθνικιστική ιδεολογία του, καθώς και τη στήριξή του σε πολιτικές εθνικής εκκαθάρισης απέναντι σε άλλες εθνικότητες και θρησκείες. Ο εθνικισμός, επομένως, ήταν η βασικότερη αιτία της σύγκρουσης. Ωστόσο, ήταν η ανάγκη για ανάδειξη της εθνικής ανωτερότητας που οδήγησε στις ακρότητες που συνέβησαν: οι ομάδες που πάλευαν για εθνική ανεξαρτησία -και ειδικότερα οι Σέρβοι που ήταν πολυπληθέστεροι, και άρα ισχυρότεροι αφού εξουσίαζαν τα όργανα καταστολής- είχαν ανάγκη εξεύρεσης τακτικών που θα υπονόμευαν τον αντίπαλο, θα τον τρομοκρατούσαν, και θα τον ανάγκαζαν να εγκαταλείψει την περιοχή. Έτσι θα επιτυγχάνονταν η εθνική ομοιογένεια. Μια τέτοια τακτική ήταν και ο βιασμός.

Η διαμάχη ανάμεσα σε Σερβία-Βοσνία-Κροατία: 1991-1995

Κατά την περίοδο αυτή, η διαμάχη που ξέσπασε ήταν ανάμεσα σε Σέρβους, Κροάτες και Βόσνιους, και είχε έντονο το στοιχείο του φυλετισμού. Οι βιασμοί ως όπλο εξόντωσης του αντιπάλου ξεκίνησαν κυρίως από την πλευρά των Σέρβων. Σύντομα, όμως, γενικεύτηκαν και στα αντίπαλα στρατόπεδα ως μορφή εκδίκησης. Η τακτική αυτή διήρκεσε κυρίως κατά την περίοδο 1991-1993, και κορυφώθηκε από τον Απρίλιο μέχρι και τον Νοέμβριο του 1992.

Το 1992, κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, ιδρύθηκε μια πενταμελής Επιτροπή με επικεφαλής τον καθηγητή Frits Kalshoven, ώστε να εξετάσει τις παραβιάσεις της Σύμβασης της Γενεύης και, γενικότερα, του διεθνούς δικαίου στη Γιουγκοσλαβία. Έπειτα από 12 συνεδριάσεις, έρευνες και συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς και Μ.Κ.Ο., το έργο της Επιτροπής ολοκληρώθηκε στις 24 Απριλίου του ίδιου έτους.

Σύμφωνα με το πόρισμα της Επιτροπής, οι ηλικίες των θυμάτων κυμαίνονταν από τα 7 έως τα 65 έτη, αν και πιο συχνά κακοποιούνταν κορίτσια ηλικίας 13-35 ετών. Επίσης, οι περισσότερες περιπτώσεις αφορούσαν στην κακοποίηση μουσουλμάνων γυναικών Βοσνιακής καταγωγής από Σέρβους. Οι ιδιότητες των δραστών ποικίλουν: στις περισσότερες υποθέσεις γίνεται λόγος για μέλη της αστυνομίας, του στρατού, ή κάποιας παραστρατιωτικής ομάδας. Ωστόσο, πολλές φορές οι εγκληματίες ήταν φίλοι των θυμάτων, γείτονες, συγχωριανοί ή κάτοικοι γύρω περιοχών, οι οποίοι -φανατισμένοι από την εθνικιστική ιδεολογία- προέβαιναν σε αυτές τις πράξεις. Επίσης, βασικό ρόλο έπαιξε και η προπαγάνδα από τα Μ.Μ.Ε.: οι Σέρβοι βιντεοσκοπούσαν τις επιθέσεις, και τις μετέδιδαν παραποιημένες, παρουσιάζοντας τα θύματα Βοσνιακής και Κροατικής καταγωγής ως Σέρβες γυναίκες, ενώ τους εαυτούς τους ως μουσουλμάνους ή αλλοεθνείς εγκληματίες. Η αποστολή από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα κάνει λόγο για 20.000 θύματα, ενώ το Υπουργείο Εσωτερικών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ανεβάζει τον αριθμό στις 50.000.

Κατά την Επιτροπή, οι βιασμοί μπορούν να αναλυθούν σε πέντε διαφορετικές μορφές, με βάση το μέρος και τον χρόνο που λάμβαναν χώρα τα περιστατικά. Η πρώτη μορφή χαρακτηρίζεται από τη συμμετοχή ενός ή περισσότερων ανδρών πριν το ξέσπασμα της εμπόλεμης διαμάχης. Κάποιοι από αυτούς συμμετείχαν ενεργά, ενώ άλλοι απλώς παρακολουθούσαν. Έκτος από σεξουαλική βία, οι θύτες προχωρούσαν και σε ληστεία και εκφοβισμό των θυμάτων τους. Οι κοινωνικές και φυλετικές εντάσεις έδιναν την ευκαιρία στα μέλη της εθνικότητας που κατείχε την εξουσία στην περιοχή να εκφοβίζουν τις άλλες εθνικότητες. Συχνά, τα περιστατικά συνέβαιναν μπροστά στα μάτια της οικογένειας των θυμάτων, των συγχωριανών και των γειτόνων.

Η δεύτερη κατηγορία βιασμών περιλαμβάνει περιστατικά που ακολούθησαν χρονικά την κατάκτηση μιας περιοχής από τον σερβικό στρατό. Μετά τη μάχη, συνήθιζαν να συγκεντρώνουν τον πληθυσμό της περιοχής και, στη συνέχεια, “επέλεγαν” τα θύματα. Το περιστατικό λάμβανε χώρα μπροστά στα μάτια του υπόλοιπου χωριού – ίσως για παραδειγματισμό, ή και για τρομοκρατία. Συχνά δολοφονούσαν τον αντρικό πληθυσμό, ενώ όσοι κατάφερναν να επιβιώσουν, οδηγούνταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Στην τρίτη κατηγορία εντάσσονται υποθέσεις βιασμών μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης από άντρες ή από ομάδες που είχαν πρόσβαση σε αυτά. Τα υποψήφια θύματα οδηγούνταν σε άλλα δωμάτια, μόνα τους ή μαζί με άλλες κοπέλες. Παράλληλα με τη σεξουαλική παρενόχληση, έκαναν χρήση βασανιστηρίων ή, πολλές φορές, χρησιμοποιούσαν και ξένα αντικείμενα – λόγου χάρη σπασμένο γυαλί, γκλομπ ή όπλα.

Η τέταρτη μορφή χαρακτηρίζεται από το κίνητρο της τρομοκρατίας και της εθνικής εκκαθάρισης. Εμπεριέχει βασανιστήρια, ξυλοδαρμούς και βιασμούς. Τέλος, η τελευταία μορφή έχει να κάνει με γυναίκες που αναγκάζονταν να εργάζονται σε οίκους ανοχής, ή να είναι αιχμάλωτες σε σπίτια. Από αυτές, ελάχιστες παρέμεναν ζωντανές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, το 80% των γυναικών ανέφεραν ότι βρίσκονταν σε αιχμαλωσία όταν έπεσαν θύματα βιασμού.

Και οι άνδρες έπεφταν πολλές φορές θύματα βιασμού από τις σερβικές αρχές, υποκύπτοντας με τη βία σε ερωτικές πράξεις είτε με άλλες γυναίκες, είτε με τους στρατιωτικούς, είτε μεταξύ τους. Ακόμη, έπεφταν θύματα ευνουχισμού, περιτομής ή ακρωτηριασμού.

Η υπόθεση του Κοσόβου: 1998-1999

Οι υποθέσεις βιασμών στο Κόσοβο συνέβησαν κάτω από τη σκιά των ακροτήτων στη Βοσνία. Σε αυτή την ιδέα ίσως οδήγησε το γεγονός ότι πολλές παραστρατιωτικές, εγκληματικές οργανώσεις λειτούργησαν και στις δυο περιοχές (Τίγρεις του Arkan, Λευκοί Αετοί). Έτσι, η Βοσνία έγινε το σύμβολο του τρόμου για πολλές γυναίκες στην περιοχή του Κοσόβου.

Η διαμάχη μεταξύ των Σέρβων και Αλβανών κατοίκων του Κοσόβου ξεκινά ήδη από το 1989, όταν η σερβική Κυβέρνηση στο Βελιγράδι ανέστειλε την αυτονομία του Κοσόβου -η οποία είχε χορηγηθεί στην περιοχή με το Σύνταγμα του 1974- εξαιτίας των παραπόνων των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου για κακομεταχείριση από τις τοπικές αρχές. Έτσι, ξεκίνησε μια σειρά παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος των Αλβανών (απόλυση δημοσίων υπαλλήλων, αντικατάσταση των Αλβανών από τα σώματα ασφαλείας). Ως απάντηση στην αυθαιρεσία της κρατικής εξουσίας, ιδρύθηκε ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσόβου – με στόχο τη “Μεγάλη Αλβανία”. Μέχρι το 1999 σημειώθηκαν στο Κόσοβο 36 υποθέσεις βιασμών συγγενικών προσώπων των μελών του Απελευθερωτικού Στρατού.

Ωστόσο, η κρίση κορυφώθηκε το 1999 και, πιο συγκεκριμένα, κατά την περίοδο των βομβαρδισμών από το ΝΑΤΟ, καθώς ο βιασμός και άλλες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης εναντίον των Αλβανών χρησιμοποιήθηκαν ως όπλα πολέμου και ως μέσα για τον εκφοβισμό των πολιτών, για την απόκτηση χρημάτων από οικογένειες, καθώς και για την εθνική εκκαθάριση της περιοχής. Συνολικά, ο αριθμός των υποθέσεων βιασμού ανέρχεται στις 96, αν και οι ερευνητές του Human Rights Watch θεωρούν ότι πρόκειται για πολύ περισσότερες.

Όπως και στην περίπτωση της Βοσνίας, οι επιθέσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ως το αποτέλεσμα μιας ακραίας μορφής επεκτατικού εθνικισμού, ο οποίος εκτονώθηκε με την προπαγάνδα των σερβικών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης – που ήταν και τα μεγαλύτερα. Πιο συγκεκριμένα, τα media παρουσίαζαν τις γυναίκες της Σερβίας ως πιο εκλεπτυσμένες, μορφωμένες, δυνατές, και άξιες να γίνουν μητέρες. Στο άλλο άκρο, οι γυναίκες αλβανικής καταγωγής παρουσιάζονταν στερεοτυπικά με χαμηλό διανοητικό επίπεδο, αμόρφωτες, ικανές μόνο για τη σεξουαλική ικανοποίηση των αντρών. Παράλληλα με αυτά τα στερεότυπα, τα σερβικά μέσα διέδιδαν αύξηση του αλβανικού πληθυσμού, τροφοδοτώντας έτσι τους Σέρβους εθνικιστές, και εκμεταλλευόμενοι τους φόβους τους για τη δημιουργία της “Μεγάλης Αλβανίας” που θα καταπατά τα δικαιώματά τους.

Και εδώ υπάρχουν τρεις διαφορετικές μορφές βιασμών. Αρχικά, οι αρχές εισέβαλαν με τη βία στα σπίτια των γυναικών, κακοποιώντας τις είτε στην αυλή σε κοινή θέα, είτε σε άλλους χώρους του σπιτιού. Η δεύτερη μορφή αφορούσε γυναίκες-θύματα που προσπαθούσαν να ξεφύγουν, εγκαταλείποντας την περιοχή. Πιο αναλυτικά, οι αρχές σταματούσαν συστηματικά στη διαδρομή πληθυσμούς που εγκατέλειπαν την περιοχή, και ζητούσαν χρήματα. Κάποιες φόρες κακοποιούσαν σεξουαλικά τις γυναίκες – ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που οι οικογένειές τους δεν είχαν λεφτά. Τέλος, η τελευταία κατηγορία εμπεριέχει βιασμούς γυναικών σε εγκαταλελειμμένα κτήρια προσωρινής κράτησης, που λειτουργούσαν ως στρατόπεδα κράτησης.

Για ακόμα μία φορά, οι θύτες ήταν μέλη της σερβικής αστυνομίας ή του γιουγκοσλαβικού στρατού, ή -τις περισσότερες φορές- μέλη παραστρατιωτικών οργανώσεων σε στενή συνεργασία με κυβερνητικές υπηρεσίες, οργανισμούς και Υπουργεία. Παρόλο που πολλές γυναίκες κατήγγειλαν το έγκλημα που υπέστησαν στις γιουγκοσλαβικές αρχές, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι αυτές προσπάθησαν να επιβάλλουν δικαιοσύνη, τιμωρώντας τους θύτες, και αποκαθιστώντας τα θύματα. Επίσης, δεν ήταν λίγες οι φορές που οι υποθέσεις βιασμών δεν αντιμετωπίστηκαν μετέπειτα  από τις αρχές ως ξεχωριστές, αλλά εντάχθηκαν στην ευρύτερη κατηγορία των βασανιστηρίων.

Και στις δύο περιπτώσεις, η αδράνεια των αρχών να τιμωρήσει τους δράστες, και να αποκαταστήσει/προστατεύσει τα θύματα, καθώς και το γεγονός ότι πολλοί από τους δράστες κατείχαν υψηλά αξιώματα στον στρατό, ή και συνεργάζονταν με κυβερνητικές υπηρεσίες, μαρτυρούν ότι ο βιασμός ουσιαστικά ήταν μια πολιτική στρατηγική εξόντωσης του εχθρού. Τα όργανα ασφαλείας τις περισσότερες φορές ακολουθούσαν εντολές ανώτερων διοικητικών στελεχών.

Ο βιασμός ως πολιτική εθνικής εκκαθάρισης

Και στις δύο περιπτώσεις της Γιουγκοσλαβίας, η πολιτική του βιασμού είχε έντονο το στοιχείο της εθνικής εκκαθάρισης. Οι βιαστές χρησιμοποίησαν αυτήν τη μέθοδο για να τρομοκρατήσουν και να εκδιώξουν συγκεκριμένους εθνοτικούς πληθυσμούς από την εν λόγω χώρα. Επιπλέον, η πολιτική αυτή προέβλεπε την εγκυμοσύνη των θυμάτων και τη γέννηση “καθαρών” παιδιών μικτής εθνικότητας, ώστε να σταματήσει η εξάπλωση των καθαρόαιμων βοσνιακών ή αλβανικών πληθυσμών. Αυτό αντηχεί την αντίληψη ότι το παιδί -και πιο συγκεκριμένα το αγόρι- αποκτά την εθνικότητα του πατέρα, και είναι διατεθειμένο να παλέψει γι’ αυτήν. Όσα θύματα βιασμού είχαν τη δυνατότητα, ακολουθούσαν διαδικασίες άμβλωσης. Ωστόσο, πολλές δεν είχαν τη δυνατότητα αυτήν, είτε λόγω της απειλής των θυτών είτε από γενικευμένο φόβο. Έτσι, παρατούσαν τα νεογέννητα σε κάποιο ίδρυμα. Υπάρχουν φήμες ότι πολλές μητέρες δολοφόνησαν τα παιδιά μετά τη γέννα. Συνεπώς, αυτή η πολιτική αγριότητα -με τη διάδοση του τρόμου και την εκδίωξη πληθυσμών- απέβλεπε στη θρησκευτική και εθνική ομοιογένεια στις περιοχές.

Υποθέσεις του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Γιουγκοσλαβία

Σύμφωνα με την Απόφαση 827 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Γιουγκοσλαβία ιδρύθηκε στις 25 Μαΐου 1993, και εξέταζε υποθέσεις παραβιάσεων του Διεθνούς Δικαίου, της Σύμβασης της Γενεύης και του Δικαίου του Πολέμου – αναδρομικά από το 1991 και εξής. Από τη δημιουργία του, 78 από τους 161 κατηγορουμένους αντιμετώπιζαν καταγγελίες για σεξουαλικά εγκλήματα. Μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2016, 32 εξ’ αυτών καταδικάστηκαν για σεξουαλικά εγκλήματα, με ποινές που ποικίλουν ανάμεσα σε 8-40 χρόνια φυλακής.

Μια τέτοια υπόθεση είναι και αυτή του Milomir Stakić, Αντιπροέδρου στον Δήμο Prijedor με το εθνικιστικό “Δημοκρατικό Σερβικό Κόμμα”, ο οποίος καταδικάστηκε σε 40 χρόνια φυλάκισης για διαταγές απέλασης 20.000 μη-Σέρβων, για τη δημιουργία στρατοπέδων κράτησης, για τη δολοφονία 1.500 ατόμων, αλλά και για βασανιστήρια, σεξουαλικές επιθέσεις, βιασμούς και άλλα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας εναντίον  Βόσνιων και Κροατών Μουσουλμάνων.

Χαρακτηριστική ήταν και η υπόθεση των στρατιωτικών Dragoljub Kunarac, Radomir Kovac και Zoran Vukovic, η οποία ενίσχυσε τον όρο “δουλεία” ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ώστε να συμπεριλάβει στα πλαίσιά του και τη “σεξουαλική δουλεία”. Οι τρεις τους έδρασαν από τον Απρίλιο του 1992 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1993, αιχμαλωτίζοντας μη-σερβικούς πληθυσμούς σε κέντρα κράτησης, και βιάζοντας πολλές γυναίκες σε αυτά. Κάποιες γυναίκες οδηγούνταν σε ιδιωτικές κατοικίες και ξενοδοχεία, με σκοπό να “επανδρώσουν” οίκους ανοχής για τους Σέρβους στρατιώτες. 20 καταθέσεις μαρτύρων ακούστηκαν κατά τη δίκη των παραπάνω στρατιωτών, οι οποίες εμπεριείχαν επαναλαμβανόμενες πράξεις βιασμού, βασανιστηρίων και άλλων σεξουαλικών επιθέσεων. Στις 22 Φεβρουαρίου 2001 οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε 28, 20 και 12 χρόνια φυλακής αντίστοιχα.

Τέλος, ξεχωρίζει η υπόθεση του Stojan Župljanin, του πρώην αρχηγού της αστυνομίας κατά τον Βοσνιακό Πόλεμο.

Γυναίκες διαδηλώνουν για τα θύματα βιασμού

Η δράση του ευθύνεται για την ανέγερση πολλών στρατοπέδων κράτησης, με φρικτές συνθήκες διαβίωσης για τους φυλακισμένους. Εκτός από τις πολλαπλές δολοφονίες και την καταστροφή βοσνιακών και κροατικών κοινοτήτων στην αυτόνομη περιοχή της Krajina, κατηγορήθηκε στις 14 Μαρτίου 1999 για σεξουαλική κακοποίηση γυναικών μαζί με τον Jovica Stanišić, εν ώρα ανάκρισης από τις αρχές. Στις 11 Ιουνίου 2008 θα συλληφθεί στο Βελιγράδι, και τον Μάρτιο του 2013 θα καταδικαστεί σε ποινή 22 χρόνων φυλάκισης, όπως και ο συνεργός του.

Συμπεράσματα

Χωρίς αμφιβολία, η συγκεκριμένη πολιτική αποτελεί τεράστιο πλήγμα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και στίγμα για την ψυχική υγεία των γυναικών. Παρά το γεγονός ότι το φαινόμενο βιασμών στη Γιουγκοσλαβία αποτέλεσε “έμπνευση” για την ενίσχυση της νομοθεσίας πάνω στο φαινόμενο του βιασμού ως έγκλημα πολέμου, και την ίδρυση πολλών Ποινικών Δικαστηρίων για τη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης σε περιόδους κρίσης, τα θύματα της πρώην Γιουγκοσλαβίας παρέμειναν εκτοπισμένα μακριά από τις πατρίδες τους, και κλεισμένα στον εαυτό τους. Πολλές φοβήθηκαν ότι θα αντιμετωπιστούν ρατσιστικά από την κοινωνία -ούσες “ατιμασμένες”-, άλλες πίστευαν πως δεν θα μπορούσαν να παντρευτούν μετά την αποκάλυψη, ενώ κάποιες φοβήθηκαν τα αντίποινα. Η απροθυμία ή η αδράνεια του κράτους -πριν και μετά τη διάσπαση- να τιμωρήσει τους υπευθύνους μαρτυρά πως η τακτική αυτή δεν εφευρέθηκε από τους στρατιώτες, αλλά υπήρξε μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδίου εθνικής εκκαθάρισης στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία. Δεν είναι λίγες οι φορές που πολλές Κυβερνήσεις εκμεταλλεύτηκαν προεκλογικά την επιθυμία απονομής δικαιοσύνης για ψηφοθηρικούς σκοπούς. Αυτός είναι και ένας ακόμα λόγος που τα θύματα παρέμειναν σιωπηλά για πολλά χρόνια, ακόμα και μετά τη διάσπαση.

Πηγές: 

  1. United Nations. (1994). Letter from the Secretary General to the President of Security Council. http://www.icty.org/x/file/About/OTP/un_commission_of_experts_report1994_en.pdf
  2. Refworld. (1949). Geneva Convention Relative to the Protection of Civilian Persons in Time of War (Fourth Geneva Convention). http://www.refworld.org/docid/3ae6b36d2.html
  3. Refworld. (1977). Protocol  Additional to the Geneva Conventions of 12 August 1949, and relating to the Protection of Victims of International Armed Conflicts (Protocol I)                              http://www.refworld.org/docid/3ae6b36b4.html
  4. Human Rights Watch. (2000). Kosovo: Rape as a Weapon of “Ethnic Cleansing”.                                                http://www.refworld.org/docid/3ae6a87a0.html
  5. Thomson Reuters Foundation News. (2014). Film documents Bosnia rape victims’ anguish in absence of retribution. http://news.trust.org/item/20140221045208-n5w3q
  6. Power politics. (2017). Βιασμοί Εν Καιρώ Πολέμου: Η Ώρα Να Αποδοθεί Δικαιοσύνη. https://powerpolitics.eu/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%AF-%CE%B5%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF/
  7. Wikipedia. (n.d.). International Criminal Tribunal for the former Yugoslavia. https://en.wikipedia.org/wiki/International_Criminal_Tribunal_for_the_former_Yugoslavia#Prosecutors
  8. Harvard Law School Library. (n.d.). International Courts and Tribunals-What is the ICTY? https://guides.library.harvard.edu/c.php?g=309935&p=2070214
  9. United Nations. (n.d.) Landmark Cases.                                                                    http://www.icty.org/en/in-focus/crimes-sexual-violence/landmark-cases
  10. Oxford University Press. (2016). Prosecuting Conflict-Related Sexual Violence at the ICTY, edited by Baron Serge Brammertz & Michelle Jarvis. .https://books.google.gr/books?id=N9sdDAAAQBAJ&pg=PT518&lpg=PT518&dq=STANI%C5%A0I%C4%86+sexual+crimes&source=bl&ots=bEddrHx8Mm&sig=RVUH-zK850srVX1C8__-P6_4tH0&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjFneax8YfXAhViApoKHQ9MBLEQ6AEILzAB#v=onepage&q=STANI%C5%A0I%C4%86%20sexual%20crimes&f=false
  11. United Nations. (2016). Sexual Violence in Numbers. http://www.icty.org/en/in-focus/crimes-sexual-violence/in-numbers
  12. United Nations. (n.d.). The International Criminal Tribunal for the former. http://www.icty.org/x/cases/martic/ind/en/mar-2ai030909e.pdf
  13. BBC news. (2016). Balkans war: a brief guide.  http://www.bbc.co.uk/news/world-europe-17632399
  14. Σταύρος Τζίμας. (2017). Η αιματηρή διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. http://www.kathimerini.gr/421287/article/epikairothta/kosmos/h-aimathrh-dialysh-ths-gioygkoslavias
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (1 έτος) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Ο Γιώργος Παστέλης γεννήθηκε το 1997 και είναι φοιτητής στην σχολή Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει λάβει μέρος σε πολλά συνέδρια διεθνών σχέσεων, όπως λόγου χάρη σε προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών (MUN). Παράλληλα είναι μέλος στην ομάδα "Συναντήσεις Πολιτικής, Ιστορίας και Φιλοσοφίας" της σχολής του που ασχολείται με την διοργάνωση επιστημονικών, ακαδημαϊκών ημερίδων ποικίλης θεματολογίας.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

1 Comment

  1. Pingback: Η Θεσμοθέτηση του Human Trafficking από δίκτυα τρομοκρατικών οργανώσεων » Power Politics

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest