Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος 1897. Μια άγνωστη πτυχή της ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας.

Αρκετός χρόνος έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλώ συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Η ελληνική στρατιωτική ιστορία, στην πλειοψηφία της, έχει στιγματιστεί από τις πιο χαρακτηριστικές και ένδοξες στιγμές της. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο «Εθνικός Διχασμός» και το δίλημμα για τη συμμετοχή ή όχι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και, προφανώς, το «Έπος του ‘40» αποτελούν τα πιο γνωστά παραδείγματα. Όμως, δεν είναι τα μόνα. Εκατόν είκοσι χρόνια μετά, στο προσκήνιο έρχεται μια άγνωστη -για πάρα πολλούς- πτυχή της ελληνικής ιστορίας διεθνών σχέσεων και στρατηγικής.

Πρόκειται για τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897.

Είναι άξιο αναφοράς ότι, στα σχολικά εγχειρίδια, η πρώτη επίσημη ένοπλη σύγκρουση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους συμπυκνώνεται ως εξής : “Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, που τελείωσε με ολοκληρωτική ήττα της Ελλάδας, επέτεινε το πολιτικό αδιέξοδο“. Πράγματι, το τέλος του πολέμου είχε σοβαρές συνέπειες, διότι δεν έπληξε μόνο το ηθικό και το εθνικό αίσθημα αλλά, επίσης, οδήγησε στην εγκατάσταση του Δ.Ο.Ε. (Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος), με σκοπό την επίβλεψη της διαδικασίας αποπληρωμής των οικονομικών αποζημιώσεων προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να επιχειρηθεί μια ανασκόπηση των γεγονότων που προκάλεσαν την έκρηξη του συγκεκριμένου πολέμου, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκειά του, αλλά και τί είδους επιπτώσεις είχε – πέραν από τα προαναφερθέντα αρνητικά αποτελέσματα.

Κρητικό Ζήτημα

Οι εξελίξεις στο περιφερειακό σύστημα των Βαλκανίων είχαν οδηγήσει σε μια έκρυθμη κατάσταση. Η Συνθήκη του Βερολίνου (Ιούνιος 1878) συνιστά σημείο αναφοράς για τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, ενώ διαδραματίζει διπλό ρόλο. Αφενός, το status quo που είχε τεθεί βάσει αυτής έδειχνε να αποσταθεροποιείται, ειδικά μετά και την ένωση της ανατολικής Ρωμυλίας με την Βουλγαρία. Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη αντέδρασε με την γενική επιστράτευση και μετέπειτα κινητοποίηση του ελληνικού στρατού, ωστόσο απεδείχθη πως επρόκειτο για ατυχή διάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος. Ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων και η αντίδραση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσαν τους κύριους παράγοντες που μετέτρεψαν αυτήν την -πρόσκαιρη- ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος (Τσιριγώτης, 2013) σε ναυτικό αποκλεισμό και στη σύγκρουση αναφορικά με την Κρητική Επανάσταση αντιστοίχως.
Αφετέρου, διατάξεις του άρθρου υπ’αριθμόν 28 προέβλεπαν ρητώς την υποχρέωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την εφαρμογή του Οργανικού Νόμου (που είχε θεσμοθετηθεί ήδη από το 1868) καθώς, επίσης, και τη Σύμβαση της Χαλέπας (1878). Ωστόσο, οι διοικητές της Μεγαλονήσου δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα τρεις ακόμα επαναστάσεις, οι οποίες ανέδειξαν το βαθύτερο χάσμα και την επικείμενη σύγκρουση συμφερόντων των δύο πλευρών, που είχε κοστίσει τόσο σε ανθρώπινες ζωές, όσο και στη γενικότερη συνοχή και εύρρυθμη λειτουργία του κοινωνικού συνόλου – γεγονός που αποκρυσταλλώνεται από τις βιαιοπραγίες και τις αιματηρές συρράξεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων κατοίκων.
Η κλιμάκωση της βίας μετουσιώθηκε και σε στρατιωτικό επίπεδο, με τις δύο πλευρές να κινητοποιούνται. Χαρακτηριστική είναι η απόβαση του Συνταγματάρχη Βάσσου, με την διακήρυξη ότι λαμβάνει πλέον την κατοχή της Κρήτης. Οι Μ. Δυνάμεις ενήργησαν στρατιωτικά, με το ναυτικό αποκλεισμό της Μεγαλονήσου και την αποκατάσταση της τάξης, αλλά και διπλωματικά, καθώς διακοίνωσαν πως, σε περίπτωση πολέμου, αφενός ο επιτιθέμενος θα έχει την απόλυτη ευθύνη, αφετέρου ο ενδεχόμενος νικητής δεν θα απολαύει καμία ωφέλεια (Σπυρόπουλος, 1939). Όμως, η αδιάλλακτη στάση της Πύλης, σε συνδυασμό με την μη ορθολογική σκέψη και διαχείριση της κρίσης από την ελληνική ηγεσία οδήγησαν στην έκρηξη του πολέμου (Οικονομόπουλος, 1897). Η υπεράσπιση της Κρήτης και η προσπάθεια ένωσής της με την υπόλοιπη Ελλάδα ήταν κομμάτι της «Μεγάλης Ιδέας» και, συνεπώς, ο άξονας της εσωτερικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης Δηλιγιάννη, η οποία, ωστόσο, δεχόταν πιέσεις και από την Εθνική Εταιρεία – ο ρόλος της οποίας παραμένει μέχρι και τώρα αμφιλεγόμενος. Στις 6 Απριλίου σημειώνεται, επίσημα, η έναρξη των εχθροπραξιών μεταξύ των δύο δυνάμεων στις συνοριακές γραμμές της Ελασσόνας.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις

Στο επιχειρησιακό επίπεδο, τα δύο θέατρα επιχειρήσεων του πολέμου ήταν της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος ήταν Αρχηγός Στρατού Θεσσαλίας, και ο Συνταγματάρχης Πυροβολικού Μάνος ήταν Αρχηγός Στρατού Ηπείρου αντίστοιχα. Ήταν προφανές πως το θεσσαλικό θέατρο θα είχε μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς, σε ενδεχόμενο υποχώρησης, η ελληνική άμυνα θα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υπεράσπισης των εδαφών της – κάτι που δεν ίσχυε στον ίδιο βαθμό για την Ήπειρο, κυρίως λόγω γεωγραφικής θέσης και ενδεχόμενης υποστήριξης του ελληνικού στόλου. Όμως, μεγάλο πρόβλημα έγκειτο στο επίπεδο της στρατηγικής. Το δόγμα του ελληνικού στρατού ήταν “ακριβής άμυνα” και, επομένως, ο πολιτικός αντικειμενικός σκοπός του Διαδόχου ήταν η διατήρηση εδαφών και η αναχαίτιση του εχθρού στις συνοριακές γραμμές, και γι’αυτόν το λόγο δεν ανέπτυξε τις δυνάμεις του σε μεγάλο μήκος, ώστε να διασπαστούν εύκολα. Εντούτοις τις συγκέντρωσε και δημιούργησε αμυντικές εφεδρείες σε βάθος. (Σπυρόπουλος, 1939)

Από την άλλη πλευρά, Γενικός Διοικητής των οθωμανικών δυνάμεων ήταν ο Στρατηγός Ετέμ-πασάς, ενώ τα στρατηγικά σχέδιά του ήταν επικεντρωμένα σε επιθετικούς σχεδιασμούς στο θεσσαλικό μέτωπο, ενώ στο θέατρο επιχειρήσεων της Ηπείρου να διατηρηθεί η άμυνα – δηλαδή, δεν προβλεπόταν επιθετική πρωτοβουλία. Τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, οι οθωμανικές δυνάμεις ήταν υπέρτερες των αντίστοιχων ελληνικών ενώ, αναφορικά με την ποιοτική εκτίμηση, αξίζει να σημειωθεί ότι οι οθωμανικές δυνάμεις διέθεταν αξιωματικούς όπως τον περίφημο και ικανότατο πρώσο στρατάρχη Colmar von de Goltz, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο με τις γνώσεις και την εμπειρία του. (Κολιόπουλος, 2008)

Οι πρώτες συγκρούσεις στην περιοχή των συνόρων της Θεσσαλίας διήρκησαν περίπου μια εβδομάδα, με τις ελληνικές δυνάμεις να υποχωρούν. Η συνέχεια δεν θα ήταν θετική καθώς, μετά τη Λάρισα, έπεσαν σταδιακά τα Φάρσαλα αλλά και το Βελεστίνο, στο οποίο διακρίθηκε για τον αγώνα αλλά και την ηγετική ικανότητα και φυσιογνωμία του ο Συνταγματάρχης Πυροβολικού, Σμολένσκη. Είναι γεγονός πως ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, εκτιμώντας ορθά την κατάσταση του στρατεύματος, επέμεινε σε αμυντικούς ελιγμούς αποφεύγοντας, επιτυχώς, την αποφασιστική μάχη που επιζητούσε ο Ετέμ-πασάς, με αντικειμενικό σκοπό την εξόντωση του συνόλου των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Στα μέσα Μαϊου οι ελληνικές δυνάμεις αντιστάθηκαν στο Δομοκό, ενώ ελληνικές προφυλακές είχαν αναπτυχθεί και στο όρος Όθρυς, όπου και σταμάτησαν οι εχθροπραξίες μετά από την εντολή για παύση πυρός. Από την άλλη, στο μέτωπο της Ηπείρου, ο ρόλος του ελληνικού στόλου, αρχικά, έδειξε να ανατρέπει την ισορροπία ισχύος, ωστόσο δεν διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο. Οι ελληνικές δυνάμεις, ωστόσο, σημείωσαν επιτυχίες στο πεδίο της μάχης, τόσο στην άμυνα της Άρτας όσο και στα Πέντε Πηγάδια, με αποτέλεσμα να εισχωρήσουν σε εχθρικό έδαφος με τη λήξη του πολέμου. Η ανακωχή και η λήξη του πολέμου θα έρθει μετά από παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, με αποτέλεσμα στις 20 Σεπτεμβρίου να υπογραφεί η συνθήκη ειρήνης.
Καταληκτικά, ο ελληνικός στρατός σε διάρκεια περίπου 2 μηνών υπέστη, στην πλειοψηφία των εχθροπραξιών, υπερφαλαγγίσεις που οδήγησαν σε υποχωρήσεις και ήττες. Πού όμως οφείλεται η αναποτελεσματικότητα αυτή?

Μια διαφορετική προσέγγιση

Προφανώς, το σημείο αναφοράς και η εξαρτημένη μεταβλητή της αποτελεσματικότητας των στρατευμάτων είναι η εκπαίδευση. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί αξιωματικοί διέθεταν μόνο θεωρητική εκπαίδευση, γεγονός που αντικατοπτρίζει την ετοιμότητα του ελληνικού στρατού για οποιαδήποτε ενέργεια, αμυντική ή επιθετική. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος συνοψίζει τα παραπάνω χρησιμοποιώντας τον όρο “Μεγάλη Πλάνη”, για να διευκρινίσει ότι πολλοί αξιωματικοί δεν διέθεταν πρακτική στρατιωτική εμπειρία, παρά μόνο θεωρητική μόρφωση, προερχόμενοι από την Σχολή Ευελπίδων, με αποτέλεσμα να να είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την οργάνωση, το σχεδιασμό αλλά και τον τρόπο εκτέλεσης των διαταγών/εντολών. (Πάγκαλος, 1959) Εύλογα, λοιπόν, γίνεται αντιληπτό ότι ο ελληνικός στρατός τέθηκε να συμμετάσχει σε ένα πόλεμο που -εκ των προτέρων- δεν μπορούσε να κερδίσει, κάτι που γνώριζαν τόσο οι πραγματιστές-ρεαλιστές αξιωματούχοι, αλλά και η κυβέρνηση. Πρόκειται, δηλαδή, για μια πολιτική πράξη η οποία βασίσθηκε σε μικροπολιτικούς και κομματικούς λόγους. Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται και ο διαχρονικός, αλλά και ένας εκ των σημαντικότερων στρατηγικών αναλυτών, Carl von Clausewitz, όχι μόνο σχετικά με τη φύση του πολέμου, αλλά εμπράκτως, καθώς στον συγκεκριμένο πόλεμο ήταν έντονο και το φαινόμενο της “τριβής” – απόρροια, όπως προαναφέρθηκε, της έλλειψης προετοιμασίας.

Τίτλοι όπως “Ατυχής Πόλεμος” και “Μαύρο ‘97” έχουν παραμείνει στην ελληνική βιβλιογραφία, και είναι λογικό να μην επεκτείνονται σε περαιτέρω λεπτομέρειες. Είχε, όμως, μόνο αρνητικές επιπτώσεις το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός; Η λήξη του πολέμου ανέδειξε στην επιφάνεια τα προβλήματα και τη δυσλειτουργία του κρατικού μηχανισμού, καθώς επίσης την κακή κατάσταση του ελληνικού στρατού, με αποτέλεσμα τα επόμενα χρόνια να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ανασύνταξη, αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, με τη σύμπραξη της Γαλλίας. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι απέδειξαν πως οι ήττες και τα παθήματα του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 μετουσιώθηκαν σε νίκες και μαθήματα για τις επιτυχίες της περιόδου 1912-1913.

 

Πηγές:

  1. Κολιόπουλος, Κ., (2008). Η στρατηγική σκέψη : Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Αθήνα: Ποιότητα.
  2. Οικονομόπουλος, Η., (1897). Ιστορία του ελληνοτουρκικού Πολέμου. Αθήνα: Εκδοτικόν Κατάστημα Γ.Φέξη.
  3. Πάγκαλος, Θ., (1959). Απομνημονεύματα. Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος.
  4. Σπυρόπουλος, Κ., (1939). Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 . Μια κριτική επί των κατά τον πόλεμον τούτον εξελιχθείσων επιχειρήσεων και συναγόμενα ωφέλιμα εξ’αυτών πορίσματα. Αθήνα: Τυπογραφικά και Εκδοτικά Καταστήματα Νικολάου Τιλπερόγλου.
  5. Τσιριγώτης, Δ., (2013). Νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία. Διεθνείς σχέσεις και διπλωματία. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.

Tagged under:

Μεταπτυχιακός φοιτητής στις “Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές” του τμήματος ΔΕΠΣ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ερευνητής στις Ομάδες Στρατιωτική Ιστορία , Στρατηγική Κουλτούρα και Κυβερνοασφάλεια του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

” The game is out there. Either you play or get played ”
-Omar Little-

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest