Ο Ρεαλισμός του Θουκυδίδη

Η επιστήμη των Διεθνών σχέσεων, όπως και κάθε άλλη επιστήμη, βασίζεται σε μια θεωρία η οποία καθίσταται αφετηρία για την έρευνα των μελετητών της. Βασικό στοιχείο της θεωρίας αυτής της επιστήμης δεν είναι άλλο από τα ρεύματα που αντιπαρατίθενται μεταξύ τους και προσπαθούν, το καθένα με τον δικό του τρόπο, να φτάσει στην αλήθεια.

Ένα από τα βασικά αυτά ρεύματα είναι ο Ρεαλισμός ο οποίος έχει κατά καιρούς καταφέρει να επικρατήσει σε διάφορες χρονικές περιόδους και να διακριθεί ορισμένες φορές σε σχέση με τα υπόλοιπα ρεύματα. Η επιτυχία αυτή ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι ο Ρεαλισμός έχει, σε πολλές περιπτώσεις, εξηγήσει με έναν –ίσως- σκληρό αλλά και ταυτόχρονα πιο πειστικό τρόπο το βασικότερο στοιχείο του πεδίου των Διεθνών Σχέσεων, τον πόλεμο. Οι Ρεαλιστές, σε γενικές γραμμές, πιστεύουν πως ο πόλεμος είναι κάτι το φυσικό και το αναπόφευκτο που ακολουθεί μια σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών και που, επομένως, είναι ο ύπατος ρυθμιστής αυτών των συμφερόντων αλλά και του status quo.

Όμως, στις τάξεις των Ρεαλιστών, όπως είναι λογικό, υπάρχουν πολλές διαφορές ανάμεσα στους υποστηρικτές του κι έτσι η κατηγοριοποίησή τους είναι αναπόφευκτη. Τρεις είναι οι βασικές κατηγορίες διάκρισης των Ρεαλιστών με βασικό κριτήριο την εποχή στην οποία έζησε ο καθένας και ξεδίπλωσε τη σκέψη του. Έτσι λοιπόν, διακρίνουμε τους Κλασικούς Ρεαλιστές, οι οποίοι είναι ουσιαστικά οι πρόδρομοι του Ρεαλισμού, τους Σύγχρονους Ρεαλιστές που εμφανίστηκαν στο Μεσοπόλεμο (1939-1979) και αναδείχθηκαν μέσα από τη πρώτη μεγάλη αντιπαράθεση των μελετητών της περιόδου, και τέλος τους Δομικούς Ρεαλιστές που βρέθηκαν στο προσκήνιο μετά το 1979 και κυρίως μετά την ανεπιτυχή διάγνωση της κατάληξης του Ψυχρού Πολέμου από τους Σύγχρονους Ρεαλιστές.

Συγκεκριμένα, οι Κλασικοί Ρεαλιστές που έζησαν σε παλαιότερες εποχές από τους Σύγχρονους Ρεαλιστές, ανέπτυξαν τη σκέψη τους με εντελώς διαφορετικά δεδομένα, με κύριο παράδειγμα το γεγονός ότι στην εποχή τους επίκεντρο της μελέτης των Διεθνών Σχέσεων ήταν η «πόλις-κράτος» και όχι το εθνικό κράτος όπως συμβαίνει από τη συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) έως και σήμερα. Αυτά τα δεδομένα δημιούργησαν στους Κλασικούς Ρεαλιστές μια αρχέγονη άποψη της ισχύος αλλά και της ηθικής[1]. Σε αυτό διαφέρουν από τους Σύγχρονους και τους Δομικούς Ρεαλιστές οι οποίοι κατάφεραν να μεταμορφώσουν αυτή την αρχέγονη αντίληψη των Κλασικών για την ισχύ και να την αποδώσουν με χαρακτηριστικά πιο συμβατά με τα δεδομένα της εποχής μας.

Ο πρώτος, πιθανότατα, εκπρόσωπος του Κλασικού Ρεαλισμού, και ίσως κι ο μεγαλύτερος, είναι ο Θουκυδίδης ο οποίος έζησε στην Αρχαία Ελλάδα κι ανέλυσε κυρίως τον Πελοποννησιακό Πόλεμο που βρισκόταν τότε σε εξέλιξη μεταξύ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών. Λέγοντας αυτό και μόνο καταλαβαίνουμε ότι δεν είχε τότε τα ερευνητικά εργαλεία που διαθέτουν στα χέρια τους οι σημερινοί μελετητές και είναι λογικό οι απόψεις του να αποπνέουν μια τραχύτητα. Αυτή τη τραχύτητα, με επιστημονικό όρο, θα μπορούσε να αποδοθεί ως Νατουραλισμός, ο οποίος είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του θουκυδίδειου Ρεαλισμού[2]. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι ο Θουκυδίδης πιστεύει ακράδαντα ότι η ανακατανομή ισχύος δε πρόκειται ποτέ να είναι ίση για όλα τα κράτη και ότι εκ φύσεως τα κράτη θα είναι άνισα μεταξύ τους, γεγονός που σημαίνει ότι θα υπάρχουν κάποιες μεγάλες δυνάμεις οι οποίες αναπόφευκτα θα εκμεταλλεύονται κάποιες άλλες μικρότερες.

Όμως απορρίπτει την ιδέα ότι τα μεγάλα κράτη μπορούν πάντα να κάνουν ότι θέλουν μέσα στα στενά πλαίσια που τους θέτει το διεθνές σύστημα. Ορισμένες φορές είναι αναγκαίο και αυτά να συμβιβάζονται και να προσαρμόζονται σε τυχόν νέες καταστάσεις και ιδιαιτερότητες του διεθνούς συστήματος, όπως για παράδειγμα αν βρεθούν αντιμέτωπα με ορισμένες συμμαχίες κρατών που ως μονάδες μπορεί να έχουν μικρότερη ισχύ από την εκάστοτε αυτή μεγάλη δύναμη, όμως συναθροιστικά μπορεί να ξεπερνούν την ισχύ της, ώστε να καταφέρουν, αν όχι να αναπτυχθούν και να προοδεύσουν, τουλάχιστον να κρατήσουν σταθερό  το βιοτικό τους επίπεδο και την ασφάλεια που προσφέρουν στους πολίτες τους. Αν δεν ενεργήσουν τοιουτοτρόπως, θα βρεθούν αντιμέτωπα με μεγάλους κινδύνους, πιθανώς ακόμη και με την εξαφάνιση τους. Με τον ίδιο τρόπο φυσικά, και ίσως με ακόμη μεγαλύτερη σύνεση, θεωρεί πως πρέπει να πράττουν και τα μικρότερα κράτη, καθώς αυτά έχουν ακόμη πιο στενά περιθώρια δράσης.

Επομένως, είναι λογικό να θέτει και κάποια προαπαιτούμενα χαρακτηριστικά τα οποία θα πρέπει να διαθέτει ένας ηγέτης ή μια κυβέρνηση ενός κράτους ώστε αυτό να καταφέρει να εξασφαλίσει αυτά που αναφέραμε παραπάνω, δηλαδή το βιοτικό του επίπεδο και την ασφάλειά του. Μερικά από αυτά είναι η στρατηγική και κριτική σκέψη, η διορατικότητα και η σύνεση[3]. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της πολιτικής ηθικής του ρεαλισμού τα οποία ο εκάστοτε ηγέτης ή η εκάστοτε κυβέρνηση πρέπει να τα ακολουθεί πιστά και να μη τα συγχέει με την προσωπική ηθική που πολλές φορές αποτελεί φραγμό στην δραστηριοποίηση των ηγετών στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Εξ αυτού οι τελευταίοι δεν παίρνουν κάποιες κρίσιμες αλλά και ταυτόχρονα απαραίτητες αποφάσεις που θα οδηγούσαν το κράτος τους στην ασφάλεια και την επιβίωση γιατί ίσως αυτές να θεωρηθούν ανήθικες. Για τον Θουκυδίδη, όμως, στην πολιτική ηθική δεν είναι ανήθικη η χρήση βίας, προκείμενου να εξασφαλιστεί η ασφάλεια του κράτους, αλλά αντιθέτως είναι ανήθικη η αδυναμία του ηγέτη να εξασφαλίσει την επιβίωση και την ασφάλεια του κράτους του.

Γιατί όμως ο Θουκυδίδης δίνει μεγάλη έμφαση σε αυτά τα προαπαιτούμενα τα οποία πρέπει κάθε ηγέτης να διαθέτει ώστε να είναι ευεργέτης για το κράτος του και όχι ο υπαίτιος της καταστροφής του; Ο λόγος είναι απλός. Τα κράτη, σύμφωνα με τον κλασικό Ρεαλισμό, δε δρουν αυτόνομα. Η βούλησή τους έχει στενά όρια και αρκετές φορές δεν έχουν καν επιλογή. Αυτό συμβαίνει γιατί όλα τα κράτη είναι μέλη ενός άναρχου διεθνούς συστήματος μέσα στο οποίο αυτά πρέπει να ενεργούν με βάση τις επιταγές και τις αρχές των πολιτικών ισχύος (powerpolitics) του διεθνούς συστήματος. Εκείνες ξεκαθαρίζουν πως ο δυνατός μπορεί να επιβάλλει σε κάποιον πιο αδύναμο οτιδήποτε του επιτρέπει η δύναμη του χωρίς αυτό να είναι ανήθικο ή να γίνεται να αποφευχθεί.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από το έργο του Θουκυδίδη του διαλόγου των τότε  ισχυρών, στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, Αθηναίων με τους ανίσχυρους Μηλίους («…ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμις του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του…»). Έτσι παρόλο που οι Μήλιοι επικαλούνταν την αρχή της δικαιοσύνης, της ανεξαρτησίας και της ελεύθερης βούλησης των κρατών, οι Αθηναίοι αντιπαραθέτανε τις πολιτικές ισχύος και «το δίκαιο του ισχυρού» που του επιτρέπει να εκμεταλλευτεί με κάθε τρόπο τον ανίσχυρο αντίπαλό του ώστε να επωφεληθεί και να διατηρήσει τη δύναμη του.

Με το παραπάνω λοιπόν δίκαιο, το δίκαιο του ισχυρού και τις πολιτικές ισχύος τάσσεται και ο Θουκυδίδης με το οποίο και συμφωνεί. Πιστεύει πως αυτή είναι η φύση του ανθρώπου και αυτός ο χαρακτήρας του διεθνούς συστήματος όπου είναι αδύνατο να αποφευχθεί η εκμετάλλευση του ανίσχυρου από τον ισχυρό. Η ωμή αυτή άποψη της αλήθειας του Θουκυδίδη είναι οπωσδήποτε σκληρή και ίσως απάνθρωπη για πολλούς, όμως αποτέλεσε σίγουρα κινητήριο μοχλό για την ανάπτυξη της σκέψης των μετέπειτα Ρεαλιστών οι οποίοι, με οδηγό πολλές από τις απόψεις του Θουκυδίδη ειδικότερα αλλά και του Κλασικού Ρεαλισμού γενικότερα, προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια πιο διαλλακτική θεωρία του Ρεαλισμού για το Διεθνές Σύστημα.

[1] J. Baylis, S. Smith, P. Owens, Η Παγκοσμιοποίηση της Διεθνούς Πολιτικής, σελ.121, (Αθήνα: Επίκεντρο, 2013)

[2] Robert Jackson-George Sorensen, Θεωρία και Μεθοδολογία των Διεθνών Σχέσεων, σελ.114, (Αθήνα: Gutenberg, 2006)

[3]ο.π.,σελ.115

 

 

Tagged under:

Φοιτητής στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. [email protected]

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

X

Pin It on Pinterest

X
Share This