Συμμαχίες κρατών με αντικρουόμενα συμφέροντα: Είναι δυνατές ή όχι;

Η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και η επίσημη μετονομασία της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας σε Βόρεια Μακεδονία σηματοδότησαν την άρση του ελληνικού βέτο και την επίσημη έναρξη της διαδικασίας ένταξης της γείτονος χώρας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ). Στον απόηχο των εξελίξεων, πολλές φωνές και στις δύο χώρες αναγνώρισαν ότι με την είσοδο της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ προκύπτει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για τις δύο χώρες να αφήσουν πίσω τις διενέξεις τους και να εγκαινιάσουν μία νέα περίοδο συνεργασίας. Το κατά πόσο, όμως, η ένταξη δύο χωρών σε μια συμμαχία δύναται αυτομάτως να επιλύσει όλες τις μεταξύ τους διαφωνίες είναι κάτι εξαιρετικά αμφισβητήσιμο, και εξαρτάται από μία σειρά παραγόντων και συγκυριών, ειδικά αν εξετάσει κανείς το ζήτημα ιστορικά. Για το λόγο αυτό παρακάτω θα παρατεθούν δύο ιστορικά παραδείγματα συμμαχιών με συγκριτικά αντίθετη κατάληξη.

Στο πλαίσιο ίσως της πιο επιτυχημένης συμμαχίας όλων των εποχών, του ΝΑΤO και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις δύο εκ των βασικών ανταγωνιστών της ευρωπαϊκής ηπείρου, ο ανταγωνισμός, οι διενέξεις και οι συγκρούσεις των οποίων διαμόρφωσαν την ευρωπαϊκή ιστορία. Ο λόγος φυσικά για τις Γερμανία, αρχικά τη Δυτική και ύστερα την ηνωμένη, και Γαλλία. Η συνύπαρξη των δύο αυτών χωρών μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κάτω από την ομπρέλα του ΝΑΤΟ και της ΕΚΑΧ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς δύο χώρες που συμμετέχουν σε μία συμμαχία δύνανται να επιλύσουν προβλήματα και διαφωνίες αιώνων. Τα πράγματα ωστόσο μπορεί να ήταν πολύ διαφορετικά αν οι συγκυρίες ήταν διαφορετικές. Κι αυτό γιατί και οι δύο χώρες είχαν αναγνωρίσει το γεγονός ότι ήταν ζήτημα επιβίωσης να επιλύσουν τις διαφωνίες τους και να μην ξαναέλθουν σε ρήξη.

Από τη μία η Γαλλία είχε υποστεί μια ολοκληρωτική στρατιωτική ήττα (Parker, 1997) και επιθυμούσε να εκμηδενίσει οποιονδήποτε κίνδυνο στα σύνορά της για να ασχοληθεί με τα ζητήματα ασφαλείας που αντιμετώπιζε στις αποικίες της λόγω των απαρχών του κινήματος της αποαποικιοποίησης. Από την άλλη, η Γερμανία, κατακερματισμένη ανάμεσα σε δυτικό και ανατολικό μπλοκ μετά την ήττα της στον Β΄ Παγκόσμιο, αγωνιούσε να αποτινάξει από πάνω της το φάντασμα και τα εγκλήματα του ναζισμού, ενώ παράλληλα ήθελε να αναδειχθεί σε ένα χρήσιμο και ισότιμο μέλος της Δύσης (Parker, 1997). Και φυσικά, στη σκέψη της εποχής, και οι δύο χώρες απειλούνταν από τον εξ ανατολών κίνδυνο – το Σοβιετικό επεκτατισμό προς την δυτική Ευρώπη (Krauthammer, 1991). Ειδικά για τη Δυτική Γερμανία ο κίνδυνος αυτός ήταν κάτι εξαιρετικά απτό, λόγω των παραστάσεών που είχε από όσα διαδραματίζονταν στην, υπό Σοβιετική κατοχή, Ανατολική Γερμανία.

Κατά συνέπεια, η επίλυση των διαφορών τους και η επιτυχής συμβίωση, ειδικά στο πλαίσιο της συμμαχίας, δεν ήταν μια φυσική συνέπεια της ένταξης των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ, αλλά μια συνειδητή επιλογή με γνώμονα, εν πρώτοις, την επιβίωσή τους και, στη συνέχεια, την ευημερία τους, με τη συμμαχία απλά να προσφέρει την πλατφόρμα για να γίνει κάτι τέτοιο. Ήταν τόσο σημαντικό τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο για ένα κράτος στην Ευρώπη να συμμετέχει σε κάποιου είδους συμμαχία, αν όχι σε ένα από τα δύο μεγάλα μπλοκ, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, που πολλές φωνές πρότειναν τη δημιουργία διαφόρων ειδών συνασπισμών. Για παράδειγμα, ο Μαρξιστής φιλόσοφος Alexandre Kojève προέτρεπε μέσα από τα κείμενά του τη Γαλλία να δημιουργήσει μαζί με την Ισπανία και την Ιταλία τη Λατινική Αυτοκρατορία, ένα τρίτο πόλο ανάμεσα στο σύμφωνο της Βαρσοβίας και το ΝΑΤΟ.

Ό,τι συνέβη στην περίπτωση της Γερμανίας και της Γαλλίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν συνέβη κατά τη διάρκεια των δύο Βαλκανικών πολέμων πριν το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κι αυτό γιατί Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο συμμάχησαν ενάντια στην αποδυναμωμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, με σκοπό να απελευθερώσουν μια σειρά περιοχών που παρέμεναν υπό τον έλεγχο της τελευταίας. Οι παραπάνω χώρες-σύμμαχοι δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν εκ των προτέρων στη μοιρασιά των εδαφών, ειδικά στην περίπτωση της Μακεδονίας, και για το λόγο αυτό κατέληξαν να συμβιβαστούν με το να κρατήσει κάθε χώρα όσα εδάφη θα κέρδιζε στο πεδίο της μάχης (Woodhouse, 1968). Ο λόγος που ειδικά η φαινομενικά πιο ισχυρή Βουλγαρία συμβιβάστηκε σε μια τέτοια προοπτική είναι το γεγονός ότι  η ήττα της Ελλάδας κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 είχε πείσει τους υπολοίπους Βαλκάνιους για το αναξιόπιστο του Ελληνικού Στρατού. Οι Βούλγαροι πίστευαν ότι στην καλύτερη περίπτωση ο Ελληνικός στρατός θα κολλήσει στα σύνορα, ή θα έχει λίγες τοπικές επιτυχίες – δεν μπορούσαν ποτέ να πιστέψουν ότι ο Ελληνικός στρατός θα απελευθέρωνε την Θεσσαλονίκη. Δέχθηκαν όμως την συμμαχία με την Ελλάδα επειδή πίστευαν στο αξιόμαχο του Ελληνικού στόλου, ο οποίος είχε την δυνατότητα να εμποδίσει την μεταφορά ενισχύσεων από τα λιμάνια της Μικράς Ασίας προς την Ευρωπαϊκή Τουρκία, όπως και πράγματι έκανε.

Η αλήθεια ήταν όμως ότι μετά την επανάσταση στο Γουδί ο Ελληνικός στρατός είχε αλλάξει με πολύ γρήγορους ρυθμούς, τόσο σε επίπεδα εκπαιδεύσεως με τον ερχομό ξένων εκπαιδευτικών αποστολών, όσο και σε ανανέωση και εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού του (Woodhouse, 1968). Το αποτέλεσμα ήταν οι ελληνικές δυνάμεις να καταγράψουν αξιοθαύμαστες επιτυχίες σε στεριά και θάλασσα, και η Ελλάδα να καταλάβει το πολύ σημαντικό αστικό και εμπορικό κέντρο, τη Θεσσαλονίκη, την οποία διεκδικούσε και η Βουλγαρία και προς απογοήτευσή της δεν κατάφερε να φέρει υπό τον έλεγχό της. Η δυσφορία της για το χαμό της Θεσσαλονίκης οδήγησε τη Βουλγαρία να εκδηλώσει ανοιχτά αναθεωρητικές τάσεις, οι οποίες και φόβισαν τους υπόλοιπους συμμάχους, με αποτέλεσμα Ελλάδα, Σερβία και Μαυροβούνιο να υπογράψουν αμυντική συμμαχία ενάντια στις Βουλγαρία και Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τον Ιούνιο του 1913 τμήματα του βουλγαρικού στρατού, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να προηγηθεί κήρυξη πολέμου, επιτέθηκαν εναντίον ελληνικών θέσεων στη Νιγρίτα και σερβικών στη Γευγελή, εγκαινιάζοντας με αυτόν τον τρόπο τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Ο Ελληνικός στρατός, με τις πολύνεκρες μάχες του Κιλκίς-Λαχανά και της Δοϊράνης τον Ιούνιο του 1913, κατόρθωσε να απελευθερώσει το Σιδηρόκαστρο, τις Σέρρες, και να προωθηθεί βαθιά στο βουλγαρικό έδαφος. Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, δημιουργώντας μια νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα προσάρτησε την ανατολική Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα μέχρι το Νέστο ποταμό, τη Νότια Ήπειρο και την Κρήτη (Woodhouse, 1968). Ελλάδα και Βουλγαρία διεκδικούσαν με έντονο τρόπο εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης, πράγμα το οποίο δημιουργούσε διαφορές μεταξύ τους. Οι διαφορές αυτές όχι απλά δεν επιλύθηκαν όταν οι δύο χώρες συμμάχησαν ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά οδήγησαν σε μία νέα σειρά συγκρούσεων – αυτή τη φορά μεταξύ της Βουλγαρίας και των πρώην συμμάχων της (Woodhouse, 1968).

Όπως μπορεί να παρατηρήσει κανείς, η ιστορική πραγματικότητα δύναται να παρουσιάσει παραδείγματα συμμαχιών που έμελλε να επιλύσουν τις διενέξεις και τις διαφωνίες μεταξύ των μελών τους, αλλά και συμμαχιών που όχι απλά δεν συμφιλίωσαν τα διαφωνούντα μέλη τους, αλλά τα έφεραν μέχρι και σε οριστική ρήξη. Πριν όμως αρχίσουμε να πιθανολογούμε σχετικά με την επίδραση που μπορεί να έχει το ΝΑΤΟ στις σχέσεις της χώρας μας με τη Βόρεια Μακεδονία, θα είχε ενδιαφέρον να εντοπίσουμε κατά πόσο υπάρχουν πράγματι αυτές οι διενέξεις που ελπίζουμε να επιλυθούν. Κι αυτό γιατί, πέρα του ζητήματος της επίσημης ονομασίας της γείτονος χώρας, η Ελλάδα δεν μοιάζει να έχει ουσιαστικές διαφωνίες μαζί της. Αντιθέτως, παρά την οικονομική κρίση, παραμένει ο νούμερο ένα επενδυτής της οικονομίας της Βόρειας Μακεδονίας και μοιάζει να έχει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις να οικοδομήσει μία ισχυρή συνεργασία στα σύνορά της, τη στιγμή μάλιστα που δεν της «περισσεύουν» οι σύμμαχοι.

Πηγές:

  1. Carmichael, C. (2002). Ethnic Cleansing in the Balkans. Routledge Publications
  2. Krauthammer, C. (1991). The Unipolar Moment. Foreign Affairs, Vol. 70, Council on Foreign Relations Publications
  3. Parker, A. (1997). The Second World War. Oxford University Press
  4. Williams, P. (2013). Security Studies an Introduction. Routledge Publications
  5. Woodhouse, C. M. (1968). The Story of Modern Greece. Faber and Faber Publications
  6. Βερέμης, Θ. (2013).Ιστορία Ελληνοτουρκικών Σχέσεων 1453- 2005. Εκδόσεις Σιδέρης
  7. Ηρακλείδης, Α. (1994). Διεθνείς Διενέξεις, Αντιμετώπιση και Επίλυση. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Tagged under:

Ο Πέτρος Κατωπόδης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και μέλος των ομάδων Intelligence και Στρατηγικής Κουλτούρας του Τομέα Αμυντικών Θεμάτων. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

1 Comment

Γράψτε απάντηση στο Charlestam Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest