Γραμμική άμυνα ή άμυνα σε βάθος – η ιδιαιτερότητα του Αιγαίου

Δεν αποτελεί μυστικό το γεγονός ότι το ελληνικό στρατιωτικό δόγμα, αναφορικά με την άμυνα της Ελλάδας, αναγνωρίζει ως την υπ’ αριθμόν ένα απειλή για την ασφάλεια και ακεραιότητα της χώρας τη γείτονα Τουρκία. Παρά το γεγονός ότι οι δύο χώρες αποτελούν σύμμαχα κράτη στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (Νοrth Atlantic Treaty Οrganizatiοn‎, NATO), οι χρόνιες και άλυτες διενέξεις τους σχετικά με μία σειρά από ζητήματα –είτε διμερή είτε σε σχέση με την Κύπρο–, αλλά και η τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο, έχουν καλλιεργήσει την πεποίθηση στους Έλληνες ότι η μοναδική, βάσιμη απειλή για στρατιωτική εισβολή στη χώρα προέρχεται από την Τουρκία.

Για το λόγο αυτό, η ελληνική στρατιωτική διοίκηση διατηρεί κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων –τόσο στα χερσαία στον Έβρο, όσο και σε όλο το ανατολικό Αιγαίο– τους αρτιότερους σε εκπαίδευση και εξοπλισμό στρατιωτικούς σχηματισμούς της, πάντα έτοιμους να αμυνθούν ενάντια σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια. Παρακάτω θα εξεταστεί αυτό ακριβώς το ζήτημα της ελληνικής άμυνας απέναντι σε μία ενδεχόμενη τουρκική επίθεση, μέσω της ανάλυσης ενός βασικού στρατηγικού διλήμματος: αυτού της επιλογής μεταξύ σε γραμμική άμυνα και σε άμυνα σε βάθος. Σε αυτό το σημείο, κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί ότι το παρόν άρθρο δεν προσπαθεί με κανένα τρόπο να «δαιμονοποιήσει» την Τουρκία, απλά επιχειρεί να θέσει ένα βασικό στρατηγικό προβληματισμό για την άμυνα της Ελλάδας, με βάση τις αντιλήψεις περί εχθρών και φίλων, όπως αυτές διαμορφώνονται στη δεδομένη ιστορική στιγμή.

Η διαφοροποίηση ανάμεσα στις δύο στρατηγικές αμυντικές επιλογές είναι πολύ απλή. Η γραμμική άμυνα προκρίνει την τοποθέτηση όλων των διαθέσιμων μονάδων του αμυνόμενου (εκτός από τις εφεδρείες) σε μία ισχυρή συνεχή γραμμή άμυνας, με σκοπό αυτή η γραμμή να παραμείνει αδιάσπαστη, και να εμποδίσει ολοκληρωτικά τον εχθρό να προελαύσει στα εδάφη του αμυνόμενου (Freedman, 2013). Τέτοιες γραμμές άμυνας «χαράσσονται» κατά κύριο λόγο στα σύνορα τις εκάστοτε αμυνόμενης χώρας, και συνοδεύονται από ισχυρά οχυρωματικά έργα, για να ενισχύεται ακόμα περισσότερο η συνοχή της γραμμής. Η επιλογή αυτή στοχεύει να μην επιτρέψει ούτε σε ένα εκατοστό γης να περάσει στα χέρια του εχθρού, ωστόσο ενέχει ένα πολύ σημαντικό κίνδυνο: Σε περίπτωση που διαρραγεί σε οποιοδήποτε σημείο της, παρουσιάζεται στον εχθρό η ευκαιρία να υπερφαλαγγίσει και να αποκόψει τις υπόλοιπες δυνάμεις που  υπερασπίζοντα την γραμμή, και στη συνέχεια να προελαύσει σχεδόν ανενόχλητος στο εσωτερικό της χώρας καταλαμβάνοντάς την (Freedman, 2013).

Μία τέτοια προσέγγιση χρησιμοποίησαν οι Γάλλοι ενάντια στη Γερμανική απειλή, με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Parker, 1997). Έχοντας στη διάθεσή τους την αμυντική γραμμή Μαζινό (ligne Maginot) –μία σειρά οχυρών στα γαλλογερμανικά σύνορα, τα οποία είχαν σχεδιαστεί έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα αδιαπέραστο τείχος–, επέλεξαν να την επανδρώσουν με τα ικανότερα τμήματα του γαλλικού στρατού, αποσκοπώντας να αποκρούσουν οποιαδήποτε επίθεση εξαπέλυαν οι δυνάμεις της Ναζιστικής Γερμανίας. Οι αμυντικές ικανότητες της γραμμής Μαζινό ήταν γνωστές στους Ναζί, για αυτό και οι τελευταίοι αποφάσισαν να την αποφύγουν, καθώς πράγματι μοιάζει απίθανο η οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια να είχε θετικά αποτελέσματα ενάντια στη γραμμή. Ρισκάροντας, επέλεξαν να επιτεθούν στη Γαλλία μέσω του Βελγίου, διασχίζοντας τις Αρδέννες – μια περιοχή που θεωρούνταν αδιαπέραστη, λόγω της μορφολογίας της. Με το που κατάφεραν, όμως, να τη διαπεράσουν, ξεχύθηκαν στο εσωτερικό της Γαλλίας, και προήλαυσαν προς την κατάληψη του Παρισιού, έχοντας βγάλει εκτός μάχης, επί της ουσίας, το σύνολο των γαλλικών δυνάμεων, οι οποίες υπερασπίζονταν τη γραμμή Μαζινό. Η Γαλλία μπορεί να είχε σχεδιάσει μια ισχυρή γραμμή άμυνας, όταν όμως οι Ναζί κατάφεραν να την προσπελάσουν, αποδείχτηκε αδύνατο να σταματήσει την προέλασή τους (Parker, 1997).

Από την άλλη, η επιλογή της διεξαγωγής άμυνας σε βάθος ακολουθεί αντίθετη λογική από αυτή της γραμμικής άμυνας. Σε αυτήν την περίπτωση, αντί να τοποθετηθούν όλες οι μονάδες μάχης κατά μήκος μιας ενιαίας και ισχυρής γραμμής άμυνας, αυτές μοιράζονται σε μικρότερες ελαστικές γραμμές άμυνας, σε μεγαλύτερο βάθος μέσα στα εδάφη του αμυνόμενου. Αυτές οι μικρότερες γραμμές άμυνας δεν είναι συνήθως ικανές να ανακόψουν εξ αρχής την προέλαση του εχθρού, αλλά ο στόχος τους είναι διαφορετικός (Freedman, 2013). Επιτρέπουν στον εχθρό να προωθηθεί μέσα στο έδαφός τους και αποσκοπούν στο να τον αναγκάσουν να οργανώνει συνεχώς νέες επιθέσεις, και να αναπροσαρμόζει το πλάνο του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα από τη μία να φθείρονται οι δυνάμεις του και να μειώνεται η ισχύς της επίθεσής του, και από την άλλη να απομακρύνεται από τις γραμμές ανεφοδιασμού του, έχοντας ακόμα τον κύριο όγκο του αμυνόμενου στρατού μπροστά του (Freedman, 2013).

Σε αυτήν την περίπτωση, εάν ο αμυνόμενος εξαντλήσει αρκετά τον επιτιθέμενο, οι ρόλοι δύνανται να αντιστραφούν, και ο πρώτος να αντεπιτεθεί, τρέποντας σε φυγή τον –μέχρι πρότινος– προελαύνοντα στρατό. Αξίζει, φυσικά, να σημειωθεί ότι δεν μπορούν όλες οι χώρες να εφαρμόσουν μία τέτοια αμυντική στρατηγική. Το μικρό μέγεθος χωρών, όπως το Λουξεμβούργο ή η Ανδόρα, δεν τους επιτρέπει εκ προοιμίου να αμυνθούν σε βάθος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα άμυνας σε βάθος αποτελεί η Μάχη του Κουρσκ στο ανατολικό μέτωπο, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Parker, 1997). Ο Κόκκινος Στρατός παρέσυρε τις δυνάμεις της Βέρμαχτ να αντιμετωπίσουν ένα μεγάλο αριθμό μικρότερων γραμμών άμυνας, οι οποίες έφθειραν τις γερμανικές δυνάμεις, χωρίς οι τελευταίες να μπορούν να τις προσπελάσουν ολοκληρωτικά. Όταν ο Κόκκινος Στρατός αποφάσισε να αντεπιτεθεί, το αποτέλεσμα ήταν οι εξαντλημένες δυνάμεις του Άξονα να καταρρεύσουν, και να κυνηγηθούν εκατοντάδες χιλιόμετρα προς τα δυτικά.

Πίσω στην περίπτωση μιας πιθανής επιθετικής ενέργειας της Τουρκίας ενάντια στην Ελλάδα, το δίλημμα παραμένει. Όσον αφορά το χερσαίο θέατρο επιχειρήσεων, οι Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις φαίνεται να επιλέγουν τη γραμμική άμυνα κατά μήκος του Έβρου – επιλογή που φαίνεται να είναι και η ορθότερη, λόγω της «διαχειρίσιμης» έκτασης των ελληνοτουρκικών συνόρων και των αμυντικών δυνατοτήτων που παρέχει ο ποταμός. Παρ’ όλα αυτά, το ιδανικότερο σημείο για άμυνα χερσαίων δυνάμεων επί ελληνικού εδάφους θα ήταν στη «σκιά» του Ολύμπου, όπου η μορφολογία του εδάφους θα έδινε πλεονέκτημα στον αμυνόμενο ακόμα και ενάντια σε μία ανώτερη δύναμη (Carr, 2013). Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την καταλληλόλητα του σημείου είναι ότι οι Ιταλικές δυνάμεις, κατά την επίθεσή τους τον Οκτώβρη του 1940, πίστευαν ότι εκεί ακριβώς θα κληθούν να δώσουν την αποφασιστική μάχη ενάντια στις ελληνικές δυνάμεις, για τις οποίες θεωρούσαν δεδομένο ότι θα υποχωρούσαν, και θα λάμβαναν αμυντικές θέσεις εκεί. Έχοντας αυτό κατά νου, στα απομνημονεύματά τους Ιταλοί αξιωματικοί αναφέρουν ότι ποτέ δεν περίμεναν μία τόσο λυσσαλέα ελληνική άμυνα στο αλβανικό μέτωπο, αλλά ύστερα μέσα στην ελληνική επικράτεια (Woodhouse, 1968).

Κι αν στον Έβρο η γραμμική άμυνα μοιάζει λογική επιλογή, τα πράγματα περιπλέκονται αρκετά στην περίπτωση του Αιγαίου. Κι αυτό, γιατί στο Αιγαίο η γραμμική άμυνα μεταφράζεται ως διασπορά των ελληνικών δυνάμεων σε όλα τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, έτσι ώστε οι τουρκικές δυνάμεις να μην καταφέρουν να καταλάβουν κανένα από αυτά, δημιουργώντας προγεφύρωμα για περαιτέρω νίκες. Και επειδή το ανατολικό Αιγαίο δεν είναι ένα χερσαίο θέατρο επιχειρήσεων, η κατανομή των ελληνικών δυνάμεων εδώ αφορά όχι μόνο το στρατό ξηράς και την αεροπορία, αλλά και το ναυτικό. Και εδώ ακριβώς δημιουργείται το πρόβλημα (Ηρακλείδης, 2007).

Κανείς δεν αμφισβητεί τις ικανότητες των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά με αυτές διεσπαρμένες, «το μπαλάκι» βρίσκεται στην πλευρά της Τουρκίας. Εάν αυτή επιχειρήσει αποβατικές επιχειρήσεις σε ένα μεγάλο αριθμό ελληνικών νησιών, τότε είναι πολύ πιθανό αυτές να αποκρουσθούν. Δεδομένης, όμως, της τουρκικής στρατιωτικής υπεροχής σε αριθμούς, εάν η Γείτονα χώρα αποφασίσει να συγκεντρώσει ένα πολύ μεγάλο αριθμό δυνάμεων προς ένα ή δύο ελληνικά νησιά, και δεν επιτεθεί στα υπόλοιπα, οι ελληνικές δυνάμεις σε αυτά θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση, και μοιάζει απίθανο τα νησιά να μην καταληφθούν. Μπορεί αυτό το σενάριο να αποτραπεί με τη στρατηγική της άμυνας σε βάθος; Η απάντηση είναι όχι.

Κι αυτό, γιατί άμυνα σε βάθος στο Αιγαίο συνεπάγεται ακόμα λιγότερες δυνάμεις στα νησιά, και διατήρηση ενός μεγάλου αριθμού δυνάμεων ως εφεδρείες στα μετόπισθεν. Ωστόσο, εδώ τίθεται ένα ζήτημα αντίληψης και υπολογισμών (Ηρακλείδης, 2007). Εάν η ελληνική στρατιωτική ηγεσία θεωρεί ότι οι τουρκικές δυνάμεις δεν θα στραφούν ενάντια σε ένα ή δύο συγκεκριμένα ελληνικά νησιά, τότε η στρατηγική της γραμμικής άμυνας μοιάζει να εγγυάται τα καλύτερα αποτελέσματα. Εάν, όμως, ισχύει το αντίθετο, ίσως η άμυνα σε βάθος μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα. Επειδή, ακόμα κι αν δύο ή τρία ελληνικά νησιά καταληφθούν από τουρκικές δυνάμεις, οι τελευταίες θα αναγκασθούν να προασπιστούν τα κεκτημένα τους, και να μεριμνήσουν για τον ανεφοδιασμό τους. Όμως, η ελληνική πολεμική αεροπορία και το πολεμικό ναυτικό –που έχουν αποδείξει αρκετές φορές την επιχειρησιακή τους αποτελεσματικότητα– μπορούν να παρεμποδίσουν τόσο τον ανεφοδιασμό, όσο και την ανανέωση των εχθρικών δυνάμεων στα υπό κατάληψη νησιά. Την ίδια στιγμή, οι ελληνικές εφεδρείες στα μετόπισθεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μία ισχυρή δύναμη ανακατάληψης των νησιών αυτών – ένα σενάριο που, λαμβάνοντας υπόψη την φθορά των τουρκικών δυνάμεων και τη δεδομένη παρακώλυσή τους από τον ντόπιο πληθυσμό, μοιάζει να έχει ικανές πιθανότητες επιτυχίας, και εν τέλει να μπορεί να διατηρήσει την ελληνική εδαφική ακεραιότητα.

Είναι, φυσικά, προφανές ότι η απόφαση επιλογής στρατηγικής άμυνας δεν δύναται να παρθεί μόνο με στρατηγικά κριτήρια. Ρόλο θα παίξουν τόσο οικονομικά, όσο και πολιτικά κριτήρια – πράγμα απόλυτα λογικό, καθώς οι συνθήκες μεταβάλλονται συνεχώς και επ’ ουδενί δεν είναι εύκολη απόφαση να «θυσιαστούν» τμήματα εθνικής κυριαρχίας, ακόμα και υπό το πρίσμα μιας μελλοντικής νίκης. Σκοπός αυτού του άρθρου ήταν να τεθεί απλά ένας διαχρονικός στρατηγικός προβληματισμός σε σχέση με την άμυνα της χώρας, όπως έχει τεθεί σε πληθώρα συγκρούσεων στο παρελθόν, τόσο στην περίπτωση της Ελλάδας, όσο και σε όλη την παγκόσμια ιστορία.

Πηγές:

  1. Carr, J. C. (2013). The Defense and Fall of Greece, 1940-1941. Pen & Sword Military Publications
  2. Freedman, L. (2013). Strategy: A History. Oxford University Press
  3. Parker, A. (1997). The Second World War. Oxford University Press
  4. Woodhouse, C. M. (1968). The Story of Modern Greece. Faber and Faber Publications
  5. Βερέμης, Θ. (2013). Ιστορία Ελληνοτουρκικών Σχέσεων 1453- 2005. Εκδόσεις Σιδέρης.
  6. Ηρακλείδης, A. (2004). Η Ελλάδα και ο “εξ ανατολών” κίνδυνος: αδιέξοδα και διέξοδοι. Εκδόσεις Πόλις
  7. Ηρακλείδης, A. (2007). Άσπονδοι γείτονες: Ελλάδα-Τουρκία: η διένεξη του Αιγαίου. Εκδόσεις Σιδέρης
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (8 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Ο Πέτρος Κατωπόδης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και μέλος των ομάδων Intelligence και Στρατηγικής Κουλτούρας του Τομέα Αμυντικών Θεμάτων. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest