Τρομοκρατία ως στρατηγική επικοινωνίας

Η Τρομοκρατική Δράση ως Στρατηγική Επικοινωνίας

Παρά το γεγονός ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις δεν είναι ένα αποκλειστικά σύγχρονο φαινόμενο, εάν ανατρέξει κανείς στη διεθνή βιβλιογραφία, θα δυσκολευτεί να εντοπίσει ένα καθολικά αποδεκτό ορισμό περί του τί ακριβώς είναι τρομοκρατία, και πότε μια επίθεση μπορεί να χαρακτηριστεί τρομοκρατική. Η ασάφεια αυτή ενισχύεται από τις επιδιώξεις των ίδιων των ομάδων που ακολουθούν σχετικές πρακτικές. Κι αυτό, γιατί ο όρος «τρομοκρατία» έχει μια συγκεκριμένη αρνητική δυναμική στην κοινή γνώμη, η οποία είναι δυνατή να αφαιρέσει κάθε νομιμοποιητική βάση από την ομάδα που χρησιμοποιεί τρομοκρατικές μεθόδους. Για το λόγο αυτό, πολλές από αυτές τις ομάδες θα επιχειρήσουν να πετύχουν να χαρακτηριστούν όχι ως τρομοκρατικές οργανώσεις, αλλά ως ομάδες ανταρτών, ώστε να κερδίσουν σε νομιμοποιητική ισχύ, και να διεκδικήσουν με πιο αποτελεσματικό τρόπο την επίτευξη των πολιτικών τους στόχων (Munkler, 2005).

Ένα ακόμα στοιχείο που θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι, σε στρατηγικό επίπεδο, η επιλογή της τρομοκρατίας ως μέθοδος επίτευξης συγκεκριμένων στόχων σχετίζεται άμεσα με την ισχύ του αντιπάλου. Η επιλογή της τρομοκρατίας συνεπάγεται ότι η οργάνωση που στρέφεται σε αυτήν δεν διαθέτει την απαιτούμενη ισχύ, για να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό της με συμβατικά μέσα. Κατ’ επέκταση, επιλέγει ένα μη συμβατικό τρόπο άσκησης βίας για να προξενήσει ζημιά στον αντίπαλο – η οποία, ωστόσο, μάλλον δεν μοιάζει αρκετή σε ένταση για να επιφέρει καθοριστικά αποτελέσματα (Bergen, 2001).

Έχοντας αυτό κατά νου και, παρά τη δεδομένη ασάφεια που παρουσιάστηκε παραπάνω, θα μπορούσε να ειπωθεί –σε ένα γενικότερο πλαίσιο– ότι η τρομοκρατία δύναται να περιγραφεί ως μία μορφή βίας, η οποία αποσκοπεί να σημειώσει επιτυχίες, εκμεταλλευόμενη τα έμμεσα, και όχι τα άμεσα αποτελέσματα της βίας (Williams, 2013). Δηλαδή, οι τρομοκρατικές πρακτικές δεν στρέφονται κατά των φυσικών δυνάμεων του εχθρού (όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ανταρτών), αλλά στις ψυχικές συνέπειες της άσκησης βίας. Βασικό τους μέλημα δεν είναι οι υλικές ζημιές ή ο αριθμός των νεκρών αυτών καθαυτών, αλλά η εδραίωση ενός καθεστώτος τρόμου για τον αντίπαλο, και η ανάδειξη των αδυναμιών και της τρωτότητάς του. Εξάλλου, λόγω αριθμού, εξοπλισμού και τακτικών που ακολουθούν, οι τρομοκράτες δεν θα μπορούσαν ποτέ να αντιπαρατεθούν ευθέως με τακτικές στρατιωτικές μονάδες (όπως κάνουν οι ομάδες ανταρτών), ακόμα κι αν περιορίζονται σε μεθόδους ανταρτοπόλεμου (Bergen, 2001).

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από αυτό της επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Πρόκειται για μία τακτικά πλήρως επιτυχημένη επίθεση, η οποία προξένησε ανυπολόγιστες ζημιές, και επέφερε το θάνατο σε χιλιάδες ανθρώπους. Παρ’ όλα αυτά, η πιο επιτυχημένη τρομοκρατική επίθεση όλων των εποχών δεν προξένησε καμία ζημιά στις φυσικές δυνάμεις του εχθρού. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχασαν ούτε ύλες τεθωρακισμένων ούτε λόχους πεζικού ούτε πολεμικά αεροσκάφη. Μέτρησαν απώλειες απλών πολιτών τους, και αναγκάστηκαν να ζήσουν σε ένα καθεστώς φόβου, που αποτέλεσε και ένα πολύ σημαντικό λόγο για την ύστερη εισβολή στο Ιράκ.

Υπό αυτό το πρίσμα, η τρομοκρατία θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ως μία επικοινωνιακή στρατηγική. Κι αυτό γιατί, από τη στιγμή που αυτοσκοπός της δεν είναι να προξενήσει εκατόμβες θυμάτων ή περισσότερες ζημιές, αλλά να κλονίσει έναν ισχυρότερο δρώντα δημιουργώντας ένα καθεστώς τρόμου, προσιδιάζει σε μια προσπάθεια να επικοινωνήσει και να μεταδώσει ένα μήνυμα. Φυσικά στο πλαίσιο της επικοινωνίας, κάθε μήνυμα έχει τουλάχιστον έναν αποδέκτη, με την τρομοκρατία, όμως, να μην περιορίζεται αποκλειστικά σε έναν (Von Kepel, 2002). Ξεκάθαρα, ο ένας αποδέκτης δεν είναι άλλος από αυτόν τον ισχυρότερο δρώντα, κατά του οποίου στρέφονται οι επιθέσεις.

Την ίδια στιγμή, ένα ακόμα μήνυμα επιχειρεί να καταδείξει με εντυπωσιακό τρόπο, σε έναν ενδιαφερόμενο τρίτο, αυτήν ακριβώς την αδυναμία και τρωτότητα ενός ξεκάθαρα ανώτερου αντιπάλου. Πιο απλά, αυτό που θέλουν να κάνουν οι τρομοκράτες είναι να καταδείξουν σε αυτόν τον ενδιαφερόμενο τρίτο ότι η αντίσταση και ο αγώνας ενάντια σε μία υπέρτερη δύναμη δεν είναι σε καμία περίπτωση μάταιοι, αλλά πολύ περισσότερο μπορούν να αποδειχθούν ακόμα και επιτυχημένοι. Με τον τρόπο αυτόν, επιχειρούν να προσελκύσουν όλο και περισσότερους πόρους, μαχητές και γενικότερα οποιαδήποτε μορφή υποστήριξης, προκειμένου να πετύχουν τους πολιτικούς τους στόχους (Bergen, 2001).

Συνεπώς, ο εν δυνάμει ενδιαφερόμενος τρίτος δεν είναι άλλος από εκείνον για τα συμφέροντα του οποίου οι τρομοκράτες υποστηρίζουν ότι πολεμούν. Ανάλογα με τη φύση και την ιδεολογική κατεύθυνση των τρομοκρατικών ομάδων, ο ενδιαφερόμενος τρίτος μπορεί να είναι μία εθνοτική ή θρησκευτική μειονότητα, για τα πολιτικά δικαιώματα και την ανεξαρτησία της οποίας οφείλουν να πολεμήσουν. Μπορεί ακόμα να πρόκειται για κοινωνικά μειονεκτούντα και πολιτικά περιθωριοποιημένα στρώματα ή τάξεις, των οποίων την επαναστατική απελευθέρωση διεκδικούν οι  τρομοκρατικές ομάδες. Τέλος, μπορεί να πρόκειται για ένα οριζόμενο με βάση τη θρησκεία πολιτισμό, ο οποίος οφείλει να επανακτήσει την αυτοεκτίμηση και την τιμή του με ένοπλα μέσα. Σε ενδιαφερόμενους τρίτους, που ανήκουν στην τελευταία κατηγορία, στρέφεται ως επί των πλείστων η προπαγάνδα των πολιτικό-στρατιωτικών κινημάτων ισλαμιστών (Von Kepel, 2002).

Από τα όσα ειπώθηκαν ως τώρα, γίνεται αντιληπτό ότι με την ταυτότητα του ενδιαφερόμενου τρίτου να διαφέρει, διαφέρουν εξίσου και οι προσδοκίες της εκάστοτε τρομοκρατικής ομάδας από αυτόν. Για παράδειγμα, οι εξτρεμιστικές τρομοκρατικές ομάδες των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα, όπως η οργάνωση 17 Νοέμβρη στην Ελλάδα, η Βασκική ΕΤΑ (Euskadi Ta Askatasuna – Βασκική Γη και Ελευθερία) και οι Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, έβλεπαν τον ενδιαφερόμενο τρίτο ως μία υπαρκτή πολιτική δύναμη, και επιχειρούσαν απλά να τον κάνουν να κινητοποιηθεί. Πιο συγκεκριμένα, η ΕΤΑ απευθύνονταν στους Βάσκους, και τους προέτρεπε να αγωνιστούν για την απόσχιση από την Ισπανία, και τη δημιουργία ανεξάρτητου βασκικού κράτους. Η 17 Νοέμβρη και οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, από την άλλη, απευθύνονταν στην εργατική τάξη της Ελλάδας και της Ιταλίας, αντίστοιχα, και τις καλούσαν να αγωνιστούν για τη δημιουργία ενός κράτους επί τη βάση της αναρχίας, και μακριά από τις δυτικές νόρμες και τα ιδεώδη. Παράλληλα, εξέφραζαν την αντίθεσή τους προς τη συμμετοχή των δύο χωρών στη Βορειοατλαντική συμμαχία.

Όσο αφορά πιο σύγχρονες τρομοκρατικές απειλές –που προέρχονται, κατά κύριο λόγο, από πολιτικο-στρατιωτικά κινήματα Ισλαμιστών–, αυτές απευθύνονται προς τον ενδιαφερόμενο τρίτο, ξεκινώντας από μία διαφορετική βάση. Κι αυτό, γιατί ο συγκεκριμένος δεν είναι πάντα μία ορισμένη και υπαρκτή πολιτική οντότητα, ακόμα και στο μυαλό των ίδιων των μελών της τρομοκρατικής ομάδας (Laqueur, 2001). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Al-Qaeda, το μεγαλύτερο ενεργό τρομοκρατικό δίκτυο των ημερών που διανύουμε. Απώτερος πολιτικός στόχος της Al-Qaeda είναι η δημιουργία του παγκόσμιου Χαλιφάτου, το οποίο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την παρακμή της ισχύος της Δύσης, γενικότερα, και των Ηνωμένων Πολιτειών, ειδικότερα, καθώς και την ανάδυση «ορθών» δυνάμεων από τον Ισλαμικό κόσμο.

Σύμφωνα με την παραπάνω διατύπωση, ο ενδιαφερόμενος τρίτος για την Al-Qaeda μοιάζει να είναι το σύνολο του ισλαμικού κόσμου. Στην πράξη, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και αυτό, επειδή τρομοκρατικές ομάδες που βρίσκονται υπό την αιγίδα του δικτύου της Al-Qaeda έχουν χτυπήσει, στο παρελθόν, με πολύ αιματηρό τρόπο στόχους Ισλαμικού ενδιαφέροντος, με το αποτέλεσμα να είναι ένας τεράστιος αριθμός νεκρών Μουσουλμάνων, για τους οποίους –στη θεωρία τουλάχιστον– το τρομοκρατικό δίκτυο διακηρύσσει ότι αγωνίζεται. Ίσως, τελικά, η οργάνωση δεν απευθύνεται στο σύνολο του μουσουλμανικού κόσμου, αλλά μόνο στους Σαλαφιστές Μουσουλμάνους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ποιός είναι ακριβώς ο ενδιαφερόμενος τρίτος παραμένει ομιχλώδες. Και το ίδιο συμβαίνει με ένα μεγάλο ποσοστό σύγχρονων τρομοκρατικών ομάδων, με αποτέλεσμα αυτές να μην πρέπει να αρκεστούν στο να δραστηριοποιήσουν τον ενδιαφερόμενο τρίτο, αλλά να τον κινητοποιήσουν να αναδειχθεί και να ορισθεί ως πολιτική οντότητα (Laqueur, 2001).

Το σχήμα της τρομοκρατίας ως επικοινωνιακής στρατηγικής δεν εξαντλείται, όμως, στη δυναμική σχέση μεταξύ τρομοκρατών και ενδιαφερόμενου τρίτου, καθώς –όπως έχει γίνει ήδη σαφές– υπάρχει και ένας τρίτος δρων στο σχήμα. Αυτός δεν είναι άλλος από τη δύναμη που δέχεται την επίθεση, η αντίδραση της οποίας, φυσικά, έχει σημασία. Ο τρόπος με τον οποίο θα αντιδράσει αυτή μπορεί να επιβεβαιώσει τις κατηγορίες που περιέχουν οι εκάστοτε ανακοινώσεις ανάληψης της ευθύνης για μια επίθεση, και να «σπρώξει» τον ενδιαφερόμενο τρίτο προς την τρομοκρατική ομάδα. Εάν, όμως, χρησιμοποιήσει μεθόδους που βασίζονται σε ευέλικτα αντίμετρα, έχει τη δυνατότητα να κρατήσει τον ενδιαφερόμενο τρίτο μακριά από την τρομοκρατική ομάδα. Έτσι, θα την έπληττε καθοριστικά, μιας και οι τρομοκρατικές ομάδες –όντας, εξ ορισμού, ο ασθενέστερος δρων– έχουν ανάγκη τη στήριξη του ενδιαφερόμενου τρίτου, για να μπορέσουν να αυξήσουν την ισχύ τους, να αποκτήσουν κάποιας μορφής νομιμοποίηση, και τελικά να επιτύχουν τους πολιτικούς τους στόχους (Munkler, 2005). Πίσω στο παράδειγμα της ΕΤΑ, η Ισπανική κυβέρνηση –τουλάχιστον στη μετά-Φράνκο εποχή– αντιμετώπιζε τους Βάσκους πάντα με ευελιξία και επιείκεια. Παρά τις έντονες φωνές που ακούγονται εσωτερικά, κατά καιρούς, υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας των Βάσκων από την Ισπανία, αυτό είχε ως αποτέλεσμα μία τρομοκρατική οργάνωση, όπως η ΕΤΑ, να μην βρει ποτέ την απαιτούμενη στήριξη και νομιμοποίηση από το λαό, και εν τέλει το 2018 να κηρύξει τη διάλυσή της.

Στο άρθρο αυτό, επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί μια διαφορετική προσέγγιση και ερμηνεία της τρομοκρατικής δράσης. Η τελευταία παρουσιάστηκε ως μια επικοινωνιακή στρατηγική, που δημιουργεί μια σειρά δυναμικών σχέσεων μεταξύ τρομοκρατών, της δύναμης που δέχεται την επίθεση και ενός ενδιαφερόμενου τρίτου. Με τις τρομοκρατικές ομάδες σχεδόν ποτέ να μην έχουν καταφέρει να παρουσιάσουν επίτευξη των πολιτικών τους στόχων, και επιβολή ενάντια σε μία ανώτερη τους δύναμη αποκλειστικά με εκατόμβες αμάχων, η τρομοκρατία ως στρατηγική επικοινωνίας μοιάζει ικανή να «χαρτογραφήσει» βασικά χαρακτηριστικά της τρομοκρατικής δράσης, και να δώσει μια καλύτερη εικόνα ως προς τους πραγματικούς στόχους των διαφόρων τρομοκρατικών ομάδων.

Πηγές:

  • Barkawi, T. (2006). Globalization and War. Rowman & Littlefield Publications
  • Bergen, P. (2001). Heiliger Krieg Inc. Osama bin Ladens Terrornetz. Berlin Verlag
  • Laqueur, W. (2001). Die globale Bedrohung: Neue Gefahren des Terrorismus. Econ Tb.
  • Mann, M. (2005). The Dark Side of Democracy. Cambridge University Press
  • Kepel, V. (2002). Das Schwarzbuch des Dschihad: Aufstieg und Niedergang des Islamismus. Piper Publications
  • Williams, P. (2013). Security Studies an Introduction. Routledge Publications
  • Munkler, H. (2005). Οι Νέοι Πόλεμοι. Εκδόσεις Καστανιώτη

Tagged under:

Ο Πέτρος Κατωπόδης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και μέλος των ομάδων Intelligence και Στρατηγικής Κουλτούρας του Τομέα Αμυντικών Θεμάτων. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest