Ηθικό και Πόλεμος, ο Μύθος του Οχυρού «Ρούπελ»

Ο όρος «ηθικό»  κατά τη διάρκεια μιας πολεμικής σύγκρουσης αναφέρεται στην προθυμία κάποιου,  είτε πρόκειται για άμαχο είτε για στρατιώτη, να εργαστεί σκληρά, να υπομείνει κακουχίες, να κάνει θυσίες και να θέσει τον εαυτό του σε θανάσιμο -πολλές φορές- κίνδυνο προκειμένου να κερδηθεί ο πόλεμος. Πηγάζει δε από δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος είναι η αποδοχή της ιδέας ότι ο πόλεμος αξίζει να κερδηθεί και ο δεύτερος αφορά την αίσθηση του ανήκειν σε μία κοινότητα, μέσα στην οποία ο καθένας επιθυμεί να κερδίσει τον σεβασμό των υπολοίπων μελών της κοινότητας (Parker, 1997).

Καθ’ όλη τη διάρκεια διεξαγωγής του Α΄ και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι κυβερνήσεις των εμπλεκόμενων κρατών έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην προσπάθεια διατήρησης του ηθικού των πολιτών και των στρατιωτών τους σε υψηλά επίπεδα (VanGreveld, 1983). Εν πρώτοις, η προσπάθειά τους αυτή μοιάζει παράδοξη. Κι αυτό γιατί θα μπορούσε κανείς να υποβαθμίσει τη σημασία του ηθικού των απλών στρατιωτών και αμάχων πολιτών, δεδομένου ότι στα πεδία των μαχών κυριαρχούσαν τα άρματα μάχης, τα αεροπλάνα εγγύς υποστήριξης και το πυροβολικό, ενώ ολόκληρες πόλεις μπορούσαν να ισοπεδωθούν από τα σύγχρονα βομβαρδιστικά. Αντίθετα όμως, ακριβώς αυτή η κυριαρχία των παραπάνω πολεμικών μηχανών, τις οποίες πολλές φορές οι στρατιώτες αντιμετώπιζαν πεζοί χωρίς καμία κάλυψη, καθιστούσε το ηθικό ακόμα σημαντικότερο απ’ ότι στις μάχες του παρελθόντος (VanGreveld, 1983). Ένας στρατιώτης χρειαζόταν εξαιρετική ψυχική αντοχή για να βρεθεί απέναντι από ένα γερμανικό Πάντσερ και να μην το βάλει στα πόδια.

Το κάθε κράτος για να κερδίσει έναν πόλεμο έχει ανάγκη την υποστήριξη των πολιτών του.  Αν η υποστήριξη χαθεί, οι πολίτες δε μπορούν να εξαναγκαστούν να υποστηρίξουν την πολεμική προσπάθεια υπομένοντας τις στερήσεις βασικών αγαθών στην καθημερινότητά τους, ανεχόμενοι την καταστροφή των περιουσιών τους και την αποστολή μελώνν της οικογένειάς τους να πολεμήσουν στο μέτωπο (Kershaw, 1983). Την ίδια στιγμή, το κάθε, εμπλεκόμενο στον πόλεμο, μέρος μπορεί κάλλιστα να εξαναγκάσει τους στρατιώτες του να μεταβούν στα πεδία των μαχών, αλλά δεν μπορεί με κανένα τρόπο να τους αναγκάσει να δείξουν την απαιτούμενη υψηλή αγωνιστικότητα και τη θέληση να θέσουν τις ζωές τους σε κίνδυνο επιχειρώντας απέναντι σε άρματα μάχης και βολές πυροβολικού συγκρουόμενοι με τον εχθρό. Το τελευταίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν οι στρατιώτες αισθάνονται μέρος ενός συνόλου που ενδιαφέρεται για αυτούς και παράλληλα αυτοί ενδιαφέρονται για τους υπόλοιπους στρατιώτες με τους οποίους πολεμούν μαζί και είναι αποφασισμένοι να θυσιαστούν για την ομάδα και να μην εγκαταλείψουν τους συντρόφους τους στη μάχη. Επομένως μπορεί να αντιληφθεί κανείς την καθοριστική σημασία του ηθικού ως τη συνεκτική εκείνη ουσία, η οποία κρατούσε κινητοποιημένη την κοινωνία υπέρ του πολέμου και τα στρατεύματα μάχιμα στο μέτωπο (Kershaw, 1983).

Μία χαρακτηριστική περίπτωση κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου φάνηκε ξεκάθαρα η ευεργετική επίδραση του ηθικού στη μάχη, ήταν η ελληνική άμυνα απέναντι στη γερμανική εισβολή τον Απρίλιο του 1941 στην περιοχή κάλυψης του οχυρού «Ρούπελ» της οχυρωματικής Γραμμής Μεταξά, το οποίο οι δυνάμεις του Άξονα έπρεπε να καταλάβουν πριν προελάσουν στο εσωτερικό της χώρας για να έχουν καλυμμένα τα νώτα τους. Το οχυρό αυτό, που δέσποζε μπροστά στον ποταμό Στρυμόνα, είχε μέτωπο 2,5 χιλιόμετρα και αποτελούνταν από 123 επιφανειακά οχυρωματικά έργα, τα οποία ήταν εξοπλισμένα με 2 πυροβόλα των 75 χιλιοστών, 5 αντιαρματικά πυροβόλα, 2 αντιαεροπορικά πυροβόλα και 85 πολυβόλα. Ήταν δε επανδρωμένο από 6 λόχους της 14ης ελληνικής Μεραρχίας Πεζικού, οι οποίοι «μετρούσαν» 27 αξιωματικούς και 950 υπαξιωματικούς και στρατιώτες υπό την διοίκηση του ταγματάρχη Γεωργίου Δουράτσου (Carr, 2013).

Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είχαν αποδείξει ήδη την αξία τους αποκρούοντας την ιταλική επίθεση στο μέτωπο της Αλβανίας και εκδηλώνοντας μία πολύ πετυχημένη αντεπίθεση. Ωστόσο, οι ιταλικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τις πολύ ανώτερες γερμανικές. Έτσι, όταν το πρωί της 6ης Απριλίου 1941 ξεκίνησε η γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, οι αμυνόμενοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μία εξαιρετικά ενορχηστρωμένη εναλλαγή πυρός από το γερμανικό πυροβολικό και τα βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως Ju87, που όμοιά της δεν είχαν αντιμετωπίσει στο παρελθόν. Να σημειωθεί ότι η Λουτβάφε καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεών της εναντίον της Γραμμής Μεταξά δεν συνάντησε την παραμικρή αντίσταση στον αέρα, καθώς η ελληνική αεροπορία και οι βρετανικές δυνάμεις που βρίσκονταν στη χώρα δεν μπορούσαν να διαθέσουν δυνάμεις στη συγκεκριμένη περιοχή. Μοναδικό όπλο των υπερασπιστών του οχυρού απέναντι στις αεροπορικές επιδρομές ήταν τα δύο αντιαεροπορικά πυροβόλα (Woodhouse, 1968).

Παρά το συνεχές σφυροκόπημα, οι δυνάμεις άμυνας του οχυρού ήταν σε πλήρη ετοιμότητα, όταν οι βολές πυροβολικού κόπασαν και το γερμανικό 125ο Σύνταγμα Πεζικού μαζί με το 60ο Σώμα Πάντσερ επιχείρησαν να περάσουν τον ποταμό Στρυμόνα και να καταλάβουν το οχυρό. Μαρτυρίες επιζώντων Ελλήνων υπερασπιστών του οχυρού δείχνουν ότι το ηθικό τους ήταν ιδιαίτερα ακμαίο και ήταν αποφασισμένοι να καθηλώσουν την πιο ισχυρή πολεμική μηχανή της εποχής, η οποία είχε αφήσει όλο τον κόσμο άναυδο με την ταχύτητα και τις επιτυχίες της στην Ευρώπη (Carr, 2013). Πράγματι, αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Οι γερμανικές δυνάμεις απέτυχαν παρά τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις να καταλάβουν το οχυρό χάνοντας παράλληλα ένα μεγάλο αριθμό ανδρών. Επί τρεις μέρες, οι Γερμανικές δυνάμεις προσπαθούσαν λυσσαλέα να καταλάβουν το οχυρό, αλλά οι Έλληνες στρατιώτες παραμένοντας ακλόνητοι στις θέσεις τους δεν άφησαν τις δυνάμεις του άξονα να πλησιάσουν σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων. Ήταν τέτοια η μαχητικότητα των υπερασπιστών του «Ρούπελ», που σε αρκετές περιπτώσεις άφηναν την κάλυψη τους και πυροβολούσαν με τα τυφέκιά τους έναντι των εφορμώντων αεροπλάνων Ju87 της Λουτβάφε. Γερμανοί αξιωματικοί και πιλότοι έβλεπαν με θαυμασμό τους Έλληνες στρατιώτες να διατηρούν την ψυχραιμία τους και να αμύνονται απέναντί στα σμήνη των βομβαρδιστικών εγγύς υποστήριξης, τα ίδια σμήνη που ένα χρόνο πριν έτρεπαν σε φυγή και διασπούσαν τις γαλλικές μεραρχίες μόνο και μόνο κάνοντας την εμφάνισή τους πάνω από τον τομέα ευθύνης τους (Carr, 2013).

Παρά τη σημαντική θέληση των υπερασπιστών του «Ρούπελ» να αποκρούσουν τους Γερμανούς, το ελληνικό μέτωπο έμελλε να διαρραγεί σε άλλο σημείο της γραμμής, πράγμα που ανάγκασε τις δυνάμεις του αντιστράτηγου Δημήτριου Μπακόπουλου -ο οποίος είχε την ευθύνη για την άμυνα της γραμμής της ανατολικής Μακεδονίας συνολικά- να υποχωρήσουν προς το Κιλκίς Μοιραία, το οχυρό βρέθηκε αποκομμένο με τους Γερμανούς να προελαύνουν προς τη Θεσσαλονίκη. Σχεδόν αμέσως ο Μπακόπουλος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τη γερμανική διοίκηση για κατάπαυση του πυρός.

Οι διαπραγματεύσεις καρποφόρησαν και το απόγευμα της 9ης Απριλίου οι Γερμανοί αποσύρθηκαν από τις θέσεις τους έναντι του «Ρούπελ» και έστειλαν ένα απόσπασμα υπό λευκή σημαία προς το οχυρό να ενημερώσει τους υπερασπιστές του για την κατάπαυση του πυρός και την προέλασή των γερμανικών δυνάμεων προς τη Θεσσαλονίκη, σημειώνοντας πως κάθε περεταίρω αντίσταση του οχυρού ήταν πραγματικά ανώφελη. Επιπλέον, η Βέρμαχτ είχε αποφασίσει να εκφράσει τον σεβασμό του ίδιου του Χίτλερ προς τους υπερασπιστές του οχυρού με το να επιτρέψει στους Έλληνες αξιωματικούς να κρατήσουν τα πιστόλια τους, ενώ κανένας Έλληνας στρατιώτης δεν θα στέλνονταν αιχμάλωτος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο Δουράτσος απάντησε στους Γερμανούς με τη φράση «τα οχυρά παραδίδονται μόνο όταν καταληφθούν από τον αντίπαλο» και αυτοί του έδωσαν περιθώριο μέχρι το επόμενο πρωί για να το σκεφτεί (Carr, 2013). Στη συνέχεια, ο Έλληνας ταγματάρχης επικοινώνησε με το ελληνικό στρατηγείο, το οποίο και επιβεβαίωσε την κατάπαυση του πυρός. Παρά το γεγονός ότι οι άνδρες του δήλωναν έτοιμοι να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων, ο Δουράτσος αποφάσισε να παραδώσει το οχυρό. Το επόμενο πρωί το οχυρό πράγματι παραδόθηκε και οι Γερμανοί αξιωματικοί εξέφρασαν το θαυμασμό τους προς τους υπερασπιστές του, που με αποφασιστικότητα ανέκοψαν την πορεία των γερμανικών δυνάμεων, οι οποίες πριν φτάσουν στην ελληνική μεθόριο είχαν καταλάβει μέσα σε λίγες μέρες όλη τη Γιουγκοσλαβία. Δείγμα του υψηλού ηθικού των Ελλήνων στρατιωτών, παρά την παράδοση, είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν επέστρεψαν στα σπίτια τους, αλλά ξέφυγαν στα γύρω βουνά όπου και συνέχισαν τον ένοπλο αγώνα με δυνάμεις του ΕΑΜ, του ΕΔΕΣ ή άλλες μικρότερες μεμονωμένες μονάδες (Woodhouse, 1968).

Η ισχυρότατη άμυνα των Ελλήνων στρατιωτών στο οχυρό «Ρούπελ» είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα για το πώς μία δύναμη στρατιωτών με ακμαίο ηθικό, που χαρακτηρίζεται από αδελφικότητα και αγωνίζεται για έναν ανώτερο σκοπό, μπορεί να αντιμετωπίσει μία πολύ ανώτερή της δύναμη. Οι Έλληνες υπερασπιστές του οχυρού, πιστοί στην άμυνα της πατρίδας, δεν εγκατέλειψαν τις θέσεις τους ούτε και μείωσαν στιγμή την ένταση με την οποία αμύνονταν, μπροστά στον καταιγιστικό βομβαρδισμό και στις κατά κύματα επιθέσεις της πανίσχυρης Βέρμαχτ, που εύκολα θα είχαν τρέψει σε φυγή πολύ ισχυρότερους στρατούς χωρίς ακμαίο ηθικό. Η αναγνώριση της αξίας των Ελλήνων στρατιωτών από τους Γερμανούς αντιπάλους τους, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν επιδείξει τρομερές στρατιωτικές επιτυχίες ανά την Ευρώπη και είχαν νικήσει πολύ πιο ισχυρούς στρατούς, αποδεικνύει ότι η μάχη είναι μία συνάρτηση πολλών παραγόντων και η «ωμή» ισχύς δεν είναι πάντα αρκετή για να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα (Balfour, 2011).

Αν το «Ρούπελ» δεν παραδιδόταν και συνέχιζε να πολεμά, πιθανότατα θα καταλαμβάνονταν είτε λόγω νίκης των δυνάμεων του άξονα, είτε λόγω εξάντλησης των πολεμοφοδίων του. Ωστόσο, σε ένα πόλεμο με πολλαπλά μέτωπα, όπως ήταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η καθυστέρηση στην επίτευξη των στόχων του επιτιθέμενου, που θα μπορούσε να προκαλέσει μια τέτοια αμυνόμενη δύναμη θα μπορούσε να αποδειχθεί σημαντική για την εξέλιξη του πολέμου, όπως και πράγματι έγινε. Το γεγονός ότι οι ιταλικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν από μόνες τους τη νίκη στο ελληνικό μέτωπο και χρειάστηκε η εμπλοκή των Γερμανών οδήγησε σε καθυστέρηση της έναρξης της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα κατά της Σοβιετικής Ένωσης με αποτέλεσμα η Βέρμαχτ να μην καταφέρει να πετύχει τους στόχους που είχε θέσει στο Ανατολικό Μέτωπο πριν την έλευση του χειμώνα (Parker, 1997). Τέλος το μήνυμα που θα έστελνε προς τα έξω μια υποδεέστερη δύναμη αψηφώντας ευθέως τον ισχυρότερο στρατό στην Ευρώπη, θα μπορούσε να δώσει το έναυσμα σε όλους τους υπόλοιπους να αντισταθούν πιο σθεναρά απέναντι στον κατακτητή.

Βιβλιογραφία 

  • Parker, A. (1997). The Second World War.
  • Van Greveld, M. (1983). Fighting Power: German and US Army Performance 1939-1945.Praeger Publications.
  • Kershaw, I. (1983). Popular Opinion and Political Dissent in the Third Reich: Bavaria 1933-1945. Oxford University Press.
  • Balfour, M. (2011). Propaganda in War, 1939- 1945. Faber and Faber Publications
  • Carr, J. C. (2013). The Defense and Fall of Greece, 1940-1941. Pen & Sword Military Publications.
  • Woodhouse, C. M. (1968). The Story of Modern Greece.Faber and Faber Publications

Tagged under:

Ο Πέτρος Κατωπόδης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και μέλος των ομάδων Intelligence και Στρατηγικής Κουλτούρας του Τομέα Αμυντικών Θεμάτων. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest