Δημοψήφισμα στη Π.Γ.Δ.Μ: Νικητές και Ηττημένοι

Η 30η Σεπτεμβρίου 2018 αποτελεί πλέον μία κομβική ημέρα για τις σχέσεις και το μέλλον της Ελλάδος και της Π.Γ.Δ.Μ. Ο λόγος είναι η έγκριση από τους πολίτες της ΠΓΔΜ της Συμφωνίας των Πρεσπών, με την οποία το γειτονικό μας κράτος μετονομάζεται σε «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε από τον πρωθυπουργό Ζάεφ ως θετικό. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

• Η περίπτωση της Π.Γ.Δ.Μ.

Το 91.46% των πολιτών ψήφισαν υπέρ του «ναι» και μόλις 5.65% υπέρ του «όχι». Με μία σημαντική υποσημείωση: η συμμετοχή ανήλθε μόλις στο 36.9%. Για να είναι έγκυρο το δημοψήφισμα απαιτούνται το 50% + 1 ψήφος. Ωστόσο ο πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ, Zoran Zaev, έσπευσε να δηλώσει ότι το δημοψήφισμα έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα, και πως θα πάει κανονικά στο Κοινοβούλιο προς έγκριση. Στο σημείο αυτό εντοπίζονται ορισμένα προβλήματα.

Το πρώτο έχει να κάνει με την απογοητευτική συμμετοχή (η αποχή έφτασε το 63.4%). Δεν αφορά τόσο στη συνταγματική τάξη, όσο στην επιρροή της Συμφωνίας των Πρεσπών στους πολίτες της ΠΓΔΜ και στην ικανότητα του Ζάεφ να πείσει το εκλογικό σώμα για την αναγκαιότητα της έγκρισής της. Από τον Ιούνιο, οπότε και υπεγράφη η Συμφωνία των Πρεσπών, η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ -μαζί με την ελληνική- την παρουσιάζει ως ένα σπουδαίο επίτευγμα, το οποίο αποτελεί το διαβατήριο του μικρού αυτού βαλκανικού κράτους για την εισδοχή του στην Ε.Ε και στο ΝΑΤΟ, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό σημαντικά κονδύλια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη της χώρας, και φυσικά ασφάλεια, ειρήνη και σταθερότητα. Μάλιστα, τις τελευταίες ημέρες έγινε στη πόλη των Σκοπίων «παρέλαση» από προέδρους, πρωθυπουργούς ξένων κρατών και αξιωματούχους του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. προκειμένου γίνει αποδεκτή η συμφωνία από την κοινή γνώμη.

Στην καθαρά εσωτερική σκηνή, οι Zaev και Dimitrov (Υπουργός Εξωτερικών της ΠΓΔΜ) μιλούσαν για την ξεκάθαρη αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας και εθνότητας (όπως όντως προβλέπεται στη συνθήκη), και πως η «Μακεδονία» (ουδέποτε αναφέρθηκαν σε «Βόρεια Μακεδονία») γίνεται αποδεκτή από το σύνολο της διεθνούς κοινωνίας. Η Συμφωνία, μάλιστα, χρησίμευσε και ως «μάθημα» προς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (από το οποίο προέρχονται ο Πρόεδρος Ivanov και ο πρώην Πρωθυπουργός Gruevski) για το πώς μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά η διπλωματία και να υπάρξει οριστική επίλυση στο ονοματολογικό χωρίς να χρειαστεί να περάσουν σχεδόν τρεις δεκαετίες. Η ρητορική αυτή δομούνταν γύρω από γενικές προτάσεις και ευχολόγια, χωρίς η κυβέρνηση να εξηγήσει ποτέ στους πολίτες τι ακριβώς κέρδιζαν, τι έχαναν και ποιο θα ήταν το «ταμείο» της ΠΓΔΜ από αυτή τη Συμφωνία. Ακριβώς πάνω σε αυτές τις αδυναμίες στηρίχθηκε η αντιπολίτευση και στήριξε τη ρητορική της.

Επικεφαλής της αντίθετης άποψης ήταν ο Πρόεδρος της χώρας, Gjorge Ivanov. Ήδη από το ξεκίνημα των διαπραγματεύσεων, ο Ivanov είχε αντιταχθεί στους χειρισμούς Zaev, και χαρακτήρισε τη Συμφωνία των Πρεσπών ως «ντροπή» για τους πολίτες και την ιστορία της «Μακεδονίας». Τα επιχειρήματά του στηρίχθηκαν στο γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός Zaev υποτάχθηκε στις ελληνικές θέσεις, αποδεχόμενος την αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας του κράτους, την εκπόνηση μίας εκτεταμένης συνταγματικής μεταρρύθμισης, την αλλαγή των σχολικών βιβλίων, το «κατέβασμα» των αγαλμάτων και την άρνηση της αρχαίας κληρονομιάς της χώρας. Για τον Ivanov δεν υπάρχει βόρεια, νότια ή όποια άλλη Μακεδονία. Η «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είναι μία και, για τον Πρόεδρο της ΠΓΔΜ, βρίσκεται εντός της επικράτειας του κράτους του. Ενισχυτικά προς το λόγο του Ivanov λειτούργησαν και ορισμένες παρεμβάσεις ξένων ηγετών – όπως του Γάλλου Προέδρου, Emmanuel Macron, ο οποίος, σε μήνυμά του προς τους πολίτες της ΠΓΔΜ, διακήρυξε πως το δίλημμα της κάλπης είναι «Βόρεια Μακεδονία ή Βόρεια Κορέα».

Για τους λόγους αυτούς ο Πρόεδρος Ivanov συντάχθηκε με την αποχή. Φυσικά, τυχόν αποδοχή μιας συμφωνίας με την Ελλάδα, την οποία θα έφερνε η κυβέρνηση Ζaev, θα λειτουργούσε αποσταθεροποιητικά για το VMRO-DPMNE, τις κυβερνήσεις του οποίου στήριξε και από τις οποίες υποστηρίχθηκε ο Πρόεδρος της ΠΓΔΜ. Μια τέτοια πράξη θα φανέρωνε τις παθογένειες και τα λάθη της εξωτερικής πολιτικής των κυβερνήσεων Gruevski, και θα αποδυνάμωνε και τον ίδιο τον Ivanof. Γιατί όμως επέλεξε την αποχή αντί του «όχι»; Η εξήγηση είναι απλή, αλλά όχι απλοϊκή. Όλοι οι πολιτικοί παράγοντες στη ΠΓΔΜ επιζητούν την ένταξη της χώρας στις δομές της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ, διότι αντιλαμβάνονται τα οφέλη που αποκομίζουν από μία τέτοια ενέργεια. Ωστόσο, η διατύπωση του ερωτήματος (Θέλετε να είστε μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, υποστηρίζοντας τη Συμφωνία μεταξύ “Δημοκρατίας της Μακεδονίας” και Ελληνικής Δημοκρατίας;») δεν άφηνε πολλά περιθώρια ελιγμών στην αντιπολίτευση. Η στήριξη του «όχι» απομάκρυνε το VMRO-DPMNE από δυνητικούς ξένους εταίρους, και ταυτόχρονα έκλεινε την πόρτα στις δύο συμμαχίες οριστικά. Αντίθετα, η αποχή απέρριπτε την παρούσα Συμφωνία ενώ, την ίδια στιγμή, διατηρούσε ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με το έξωθεν περιβάλλον.

Σε αυτό το πολωτικό κλίμα, το εκλογικό σώμα της ΠΓΔΜ όφειλε να κάνει την επιλογή του. Για έναν λαό ο οποίος από καταβολής του κράτους της ΠΓΔΜ αγωνιά να βρει μία ταυτότητα, έναν αυτοπροσδιορισμό, ο λόγος του Ivanof ακουγόταν περισσότερο άμεσος και κατανοητός στο Σλαβικό στοιχείο, το οποίο γαλουχήθηκε μέσα από την αντίληψη ότι είναι αυτοί οι μοναδικοί Μακεδόνες. Μια οποιαδήποτε αλλαγή στο όνομα του κράτους θα τους στερούσε μέρος μιας ταυτότητας που ακόμα αναζητείται, και θα ακύρωνε σχεδόν τρεις δεκαετίες διεκδικήσεων. Αντίθετα, τα μεγάλα λόγια του Ζaev και τα εκβιαστικά διλήμματα που τους έθεταν οι περιοδεύοντες από τα Σκόπια αρχηγοί και αξιωματούχοι, ήχησαν στα αυτιά τους μακρινά και ξένα. Χαρακτηριστικό είναι πως μόλις το 33% των πολιτών σλαβικής καταγωγής που προσήλθαν στην κάλπη ψήφισαν υπέρ του «ναι». Στην αντίπερα όχθη, οι πολίτες αλβανικής καταγωγής (από όπου προέρχεται και ο πρωθυπουργός Ζaev) που προσήλθαν, ψήφισαν κατά 95% υπέρ του «ναι». Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κομμάτι του πληθυσμού έχει ξεκάθαρη άποψη περί της εθνικής του ταυτότητας, και δεν νιώθει να απειλείται από τις αλλαγές που η Συμφωνία των Πρεσπών φέρνει.

Τα επόμενα βήματα της κυβέρνησης Ζaev θα είναι να φέρει τη Συμφωνία προς κύρωση στο Κοινοβούλιο της ΠΓΔΜ. Για να εγκριθεί όμως η συμφωνία χρειάζεται ενισχυμένη πλειοψηφία 2/3, την οποία ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν διαθέτει. Επομένως υπάρχουν δύο σενάρια: Στο πρώτο, στην περίπτωση που εξευρεθεί ο απαιτούμενος αριθμός ψήφων και κυρωθεί από το Κοινοβούλιο, η Συμφωνία πηγαίνει προς έγκριση από τον Πρόεδρο Ιvanov, ο οποίος έχει ήδη δηλώσει πως δεν θα την εγκρίνει. Έτσι το κείμενο θα επιστρέψει για εκ νέου κύρωση από το Κοινοβούλιο και, εφόσον παραμείνει η θετική απόκριση των 2/3 των βουλευτών, τότε ο Πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να εγκρίνει τη Συμφωνία. Στο δεύτερο σενάριο (το οποίο είναι το επικρατέστερο με βάση τους αριθμούς), η κυβέρνηση αποτυγχάνει να βρει τις απαιτούμενες ψήφους. Τότε ο Πρωθυπουργός Ζaev υποβάλλει την παραίτηση της κυβέρνησης στον Πρόεδρο Ιvanov, η Βουλή διαλύεται και η χώρα οδηγείται σε πρόωρες εκλογές. Τόσο το ένα, όσο και το άλλο σενάριο συνεπάγονται καθυστέρηση στην επικύρωση της Συμφωνίας, ώστε να περάσει στα ελληνικά χέρια για να κυρωθεί και να τεθεί σε εφαρμογή. Στο σενάριο μάλιστα των πρόωρων εκλογών στη γείτονα, δεν τίθεται μόνο ζήτημα καθυστέρησης, αλλά και δυνατότητας ή/και προθυμίας της επόμενης κυβέρνησης να κυρώσει ή να ακυρώσει τη συμφωνία.

  • Η περίπτωση της Ελλάδας

Για την ελληνική κυβέρνηση (ή τουλάχιστον για τον κύριο εταίρο) η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί μία τεράστια διπλωματική επιτυχία, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως υπόδειγμα ειρηνικής και αμοιβαίως επωφελούς επίλυσης διμερών διαφορών. Όπως στη περίπτωση της κυβέρνησης Ζaev, έτσι και η κυβέρνηση Τσίπρα έχει κερδίσει σε διεθνές κύρος. Εμφανίζεται έτοιμη να επιλύσει τα σοβαρά, λιμνάζοντα προβλήματα, έχοντας ως γνώμονα τη σταθερότητα και την ευημερία της ευρύτερης Βαλκανικής. Τα παραδείγματα και οι δηλώσεις αφθονούν και, όσο και αν ορισμένοι δεν θέλουν να το δουν, όντως διεθνώς η χώρα έχει κερδίσει σημαντικούς πόντους και έχει αναβαθμίσει την επιρροή της στη διαδικασία ένταξης των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε και το ΝΑΤΟ.

Από εκεί και πέρα, στο εσωτερικό η κατάσταση είναι μπερδεμένη. Ο ελάσσων κυβερνητικός εταίρος, η ιδεολογία του οποίου είναι ακραία πατριωτική, θέτει ως ζήτημα τιμής τη μη παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας, και απειλεί μάλιστα να αποσυρθεί από την κυβέρνηση εάν η Συμφωνία έρθει προς κύρωση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Με μία τέτοια κίνηση προσδοκά να συγκρατήσει τη φθίνουσα εκλογική του επιρροή.

Στο χώρο της αξιωματικής και της ελάσσονος αντιπολίτευσης, η στάση  είναι ξεκάθαρα αρνητική. Η διαφωνία δεν έγκειται στο όνομα («Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας»), αλλά στην αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας. Φυσικά υπάρχουν και κόμματα που βλέπουν το ζήτημα από την ταξική του πλευρά, και άλλα από εθνικιστική. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί πως ούτε πριν, ούτε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων έγινε κάποια σοβαρή προσπάθεια από τη πλευρά της κυβέρνησης για τη χάραξη μίας ενιαίας εθνικής στρατηγικής πάνω στο ζήτημα, ούτε φυσικά όταν προσκλήθηκαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης προσέδωσαν κάτι στο διάλογο, πέρα από την καταδίκη των κυβερνητικών θέσεων.

Μπροστά σε αυτό τον καταιγισμό πληροφοριών θέσεων και αντιθέσεων, η ελληνική κοινωνία βιώνει για άλλη μια φορά αισθήματα οργής, θυμού και σύγχυσης. Οργή και θυμό, διότι βλέπει πως -παρά τα 8 δύσκολα χρόνια της λιτότητας και των στερήσεων- το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν έχει ωριμάσει και δεν έχει αντιληφθεί την ανάγκη της κοινής δράσης στα μεγάλα εθνικά θέματα. Αντίθετα παραμένει προσκολλημένο στην εξυπηρέτηση μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.

Η σύγχυση έγκειται στο γεγονός ότι, εκτός από ορισμένους έγκριτους καθηγητές διεθνών σχέσεων και διεθνούς δικαίου, ουδείς μπήκε στη διαδικασία να καταστήσει σαφές στους Έλληνες πολίτες τι είναι αυτή η συμφωνία, τι αλλαγές φέρνει, αλλά και ποια θα ήταν η εναλλακτική αυτής της συμφωνίας. Τα μηνύματα που εκπέμπονται δεν είναι ακριβή, ούτε στοχεύουν στην ουσία του πράγματος, αντίθετα (ακόμα μία ομοιότητα με τη κυβέρνηση Ζaev) περιορίζονται σε γενικότητες και ευχολόγια. Σε αντίθεση με τους πολίτες της ΠΓΔΜ, οι Έλληνες πολίτες δεν θα χρειαστεί να εκφράσουν θετική ή αρνητική άποψη για τη Συμφωνία, καθώς αυτή προβλέπεται να κυρωθεί απευθείας από το Κοινοβούλιο με την απλή πλειοψηφία των 151 ψήφων.

Τι ενδέχεται να συμβεί εάν η συμφωνία των Πρεσπών φτάσει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο; Στο ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί μία συγκεκριμένη απάντηση. Τόσο διότι η κυβερνητική πλειοψηφία φαίνεται ασταθής πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, όσο και διότι δεν αποκλείεται κάποια στήριξη από άλλα κόμματα, σχηματισμούς ή ανεξάρτητους βουλευτές, η οποία θα επιτρέψει στη Συμφωνία να περάσει. Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε και μια πιθανή πρόταση μομφής από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης (άλλωστε το 2019 είναι ούτως ή άλλως έτος εκλογών) ώστε να μην φτάσει καν στο σημείο να ψηφιστεί η Συμφωνία. Επομένως τα πράγματα είναι ρευστά και στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, και δεν μπορούν -τουλάχιστον αυτή τη στιγμή- να εξαχθούν ασφαλή πορίσματα.

  • Επίλογος

Ο εκτροχιασμός της πορείας της Συμφωνίας των Πρεσπών θα κοστίσει στις κυβερνήσεις και των δύο κρατών σε αξιοπιστία στο εξωτερικό, αλλά και σταθερότητα στο εσωτερικό, καθώς και οι δύο έχουν επενδύσει τα μέγιστα στην υλοποίησή της.  Τα λάθη που διεπράχθησαν και στα δύο κράτη είναι αρκετά, με κυριότερα δύο: την έλλειψη εθνικής στάσης και την απουσία επαφής με την κοινωνία. Η κυβέρνηση Ζaev ήδη τα βρίσκει μπροστά της. Οι εξελίξεις στην ΠΓΔΜ αναμένονται ραγδαίες. Είναι -και, αν ναι, κατά πόσο- έτοιμη η ελληνική πλευρά να τις διαχειριστεί;

 

 

Πηγές:

  1. Ηλίας Κουσκουβέλης (2018), Το δημοψήφισμα στα Σκόπια και η επόμενη μέρα!, https://www.huffingtonpost.gr/entry/to-demopsefisma-sta-skopia-kai-e-epomene-mera_gr_5bb06956e4b0c7575965b5d4

  2. Euronews Ελληνικά (2018), Ζάεφ: «Η Συμφωνία των Πρεσπών θα πάει στη Βουλή», https://gr.euronews.com/2018/09/30/eklisan-oi-kalpes-sto-dimopsifisma-tis-pgdm
  3. Repubic of Macedonia State Election Commision, Referendum 2018, https://referendum.sec.mk/Referendum/Results?cs=en-US&r=r&rd=r1&eu=All&m=All
  4. Ekathimerini.com (2018), FYROM referendum: Where it will be truly won or lost, http://www.ekathimerini.com/233036/opinion/ekathimerini/comment/fyrom-referendum-where-it-will-be-truly-won-or-lost
  5. Balkan Insight(2018), Macedonia Referendum Records Low Turnout, Both Sides Claim Victory, http://www.balkaninsight.com/en/article/macedonia-name-referendum-marks-low-turnout-09-30-2018
  6. Politico (2018), Macedonia’s messy referendum puts name deal at risk, https://www.politico.eu/article/macedonian-leader-zoran-zaev-calls-on-mps-to-back-name-change-north-macedonia-after-low-turnout-in-vote-referendum/

Λέγομαι Γρηγόρης Αγγελίδης. Γεννήθηκα και κατοικώ στη Σίνδο. Είμαι απόφοιτος του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Αυτή τη στιγμή είμαι μεταπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας με ειδίκευση στις Στρατηγικές Σπουδές και τη Διεθνή Πολιτική. E-mail: [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest