Πραξικόπημα Καπ-Λίβιτς: Ορόσημο για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης

Σκεπτόμενος κανείς τη Γερμανία λίγο πριν τα μέσα του 20ου αιώνα, το πιθανότερο είναι να την ταυτίσει με το ναζιστικό πολίτευμα του Χίτλερ. Παρόλα αυτά, την περίοδο 1919-1933, το πολίτευμα στη Γερμανία ήταν δημοκρατικό, και ο όρος που έχει επικρατήσει για την συμβατική του ονομασία είναι «Δημοκρατία της Βαϊμάρης». Η δημοκρατία αυτή, μάλιστα, επεβίωσε παρά τις απόπειρες των μοναρχικών να την ανατρέψουν. Το αποκορύφωμα αυτών των αποπειρών έχει επέτειο στις 13 Μαρτίου` έλαβε χώρα 97 χρόνια πριν, και έμεινε στην ιστορία ως «Πραξικόπημα Καπ-Λίβιτς».

Η δημοκρατία της Βαϊμάρης

Το Νοέμβριο του 1918 καταλύθηκε το αυτοκρατορικό καθεστώς της Γερμανίας, και το συμβούλιο που ανέλαβε προσωρινά τη διακυβέρνηση ελεγχόταν από το σοσιαλοδημοκρατικό κόμμα, το οποίο δεν ήταν πρόθυμο να συμβάλει στις ριζικές κοινωνικές αλλαγές που προσδοκούσε το προλεταριάτο. Οι προθέσεις του, αντίθετα, περιλάμβαναν τη σύγκρουση με τα επαναστατικά στοιχεία της χώρας, η οποία και πραγματοποιήθηκε με αφορμή τις κινητοποιήσεις της 5ης Ιανουαρίου 1919. Ακολούθησαν πολλοί θάνατοι, εκτελέσεις και συλλήψεις στο πλαίσιο καταστολής αυτών των κινητοποιήσεων, που έμειναν γνωστές ως «εξέγερση των Σπαρτακιστών». Λίγες μέρες μετά, στις 19 Ιανουαρίου, στις εκλογές που διεξήχθησαν αναδείχθηκε συντακτική εθνοσυνέλευση, η οποία ξεκίνησε τις συνεδριάσεις της στις 6 του επόμενου μήνα, στη Βαϊμάρη.

Ένα από τα ερωτήματα που πιθανώς προξενούνται σε αυτό το σημείο είναι η επιλογή της Βαϊμάρης για τις εργασίες της εθνοσυνέλευσης. Η απάντηση βρίσκεται στην κοινωνική πραγματικότητα που επικρατούσε στο Βερολίνο. Εκεί, τα εργατικά στρώματα ασκούσαν έντονες πολιτικές αμφισβητήσεις, ενόψει της όξυνσης των αντιθέσεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και της αύξησης του πληθυσμού στην πρωτεύουσα. Η εθνοσυνέλευση, λοιπόν, ήταν σκόπιμο να συνεδριάσει μακριά από τις επιρροές του Βερολίνου.

Οι συνθήκες αυτές, κάτω από τις οποίες αναδείχθηκε η δημοκρατία της Βαϊμάρης, προμήνυαν τη μορφή του πολιτικού γίγνεσθαι κατά τα επόμενα χρόνια. Η μη ικανοποίηση αιτημάτων των εργατών, σχετικών, κυρίως, με την εθνικοποίηση ανθρακωρυχείων και με μισθολογικές διεκδικήσεις, οδηγούσε σε απεργίες – οι οποίες καταπνίγονταν, με εντολές της κυβέρνησης, από τον στρατό. Παρόλα αυτά, το Σύνταγμα, που διαμορφώθηκε και ψηφίστηκε σχεδόν παράλληλα με τα εν λόγω γεγονότα, διέθετε έναν άκρως προοδευτικό και δημοκρατικό χαρακτήρα, ρυθμίζοντας με σαφήνεια, μεταξύ άλλων, τη διάκριση των εξουσιών, την παιδεία, την κοινωνική πολιτική και τις εργασιακές σχέσεις.

Το πραξικόπημα

Στις 13 Μαρτίου 1920 στρατιωτικές μονάδες (Reichswehr), παραστρατιωτικοί και αντιδραστικές δυνάμεις καταλαμβάνουν τα κυβερνητικά κτίρια στο Βερολίνο, με στόχο να καταλύσουν τη δημοκρατία. Του κινήματος ηγήθηκαν ο Wolfgang Kapp και ο στρατιωτικός Walther von Lüttwitz. Στο πραξικόπημα έδωσε το παρόν και ο Παμπστ, παρόλα που, μαζί με τον Λίβιτς, είχαν βοηθήσει στο παρελθόν τον σοσιαλοδημοκράτη Νόσκε στην κατάπνιξη των κομμουνιστικών εξεγέρσεων. Αφορμή στάθηκε η διαταγή της κυβέρνησης των Έμπερτ και Νόσκε για διάλυση της ναυτικής ταξιαρχίας Ehrhardt.

Παράλληλα, τα μέλη της κυβέρνησης είχαν ειδοποιηθεί για το σχεδιασμό πραξικοπήματος και, έτσι, είχαν προλάβει να διαφύγουν στη Δρέσδη, και από εκεί στη Στουτγάρδη. Την ίδια στιγμή, ο κυβερνητικός στρατός στο Βερολίνο αρνείτο να ασκήσει βία κατά των άλλων στρατιωτών, προκειμένου να καταστείλει το κίνημα.

Η αντίδραση των εργαζομένων στο πραξικόπημα ήταν μαζική. Κηρύχθηκε Γενική Απεργία σε όλη τη χώρα, στην οποία μετείχαν σοσιαλοδημοκράτες και κομμουνιστές εργάτες. Η κατάσταση που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από έντονες αντιδράσεις, μέσα από τις οποίες προκλήθηκαν και αρκετοί θάνατοι εργατών. Στο Βερολίνο, εν τω μεταξύ, κατάφερε να καταφθάσει και ο Αδόλφος Χίτλερ, παρόλο που οι σιδηροδρομικοί σταθμοί έσφυζαν από εξεγερθέντες εργάτες.

Η πραξικοπηματική κυβέρνηση δεν κατάφερε να επιβιώσει. Η κατάληψη του Βερολίνου κράτησε μόλις 4 μέρες και, έτσι, στις 17 Μαρτίου το πραξικόπημα υπέκυψε στα τραύματα που είχε προκαλέσει στη χώρα η Γενική Απεργία των εργατών. Πριν, όμως, εγκαταλείψουν τα κυβερνητικά κτίρια του Βερολίνου, οι κινηματίες πυρπόλησαν τον άμαχο πληθυσμό, προξενώντας κι άλλους θανάτους. Οι πρωτεργάτες Καπ και Λίβιτς κατέφυγαν, έπειτα, στη Σουηδία και την Ουγγαρία, αντίστοιχα, ενώ πολλοί από τους στρατιωτικούς συνωμότες στη Βαυαρία, όπου τα ακροδεξιά στοιχεία αντιμετωπίζονταν με ιδιαίτερα μεγάλη δεκτικότητα, από τη στιγμή που η Σοβιετική Δημοκρατία είχε καταπνιγεί.

Η «επόμενη μέρα»

Η νόμιμη κυβέρνηση της Γερμανίας είχε δημοσιεύσει προκήρυξη κλήσης σε Γενική Απεργία. Με την αποτυχία του πραξικοπήματος, ο σοσιαλοδημοκράτης πρόεδρος Έμπερτ και οι κυριότεροι Υπουργοί, παρά την πίεση των στρατιωτικών, έσπευσαν να διαχωρίσουν τη θέση τους, αποσύροντας την υπογραφή τους από την προκήρυξη. Από την άλλη, οι πιο «μετριοπαθείς», καθώς και το Γερμανικό Λαϊκό κόμμα δεν προέβησαν σε καταδίκη του πραξικοπήματος, αφού, μάλιστα, είχαν ήδη επικοινωνήσει με τους πρωτεργάτες.

Η αντίδραση της κυβέρνησης δεν περιέλαβε τιμωρία των πραξικοπηματιών, ούτε κάποια ταύτιση με τη συσπειρωτική διάθεση της αριστεράς εναντίον του κινήματος ή με τα θεσμικά της αιτήματα για κοινωνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων, τα οποία ακούγονταν με όλο και μεγαλύτερη ένταση μετά την καταστολή του πραξικοπήματος. Η κυβέρνηση, μάλιστα, δεν δίστασε να ασκήσει βία για να απαλλαγεί από αυτήν την πίεση της αριστεράς, καταστέλλοντας το κίνημα των εργατών του Ρουρ, οι οποίοι εξεγέρθησαν, λίγο αργότερα, υπέρ της δημοκρατίας και κατά των παραστρατιωτικών, προωθώντας, με τον τρόπο αυτό, τις αντιλήψεις τους περί κοινωνικής δικαιοσύνης.

Μπορεί η δημοκρατία της Βαϊμάρης να μην πληρούσε τα πρότυπα του δημοκρατικού ιδεώδους σχετικά με τη δικαιοσύνη και την αποφυγή της βίας. Μολαταύτα, η αποτυχία του πραξικοπήματος Καπ-Λίβιτς πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια νίκη της δημοκρατίας, για την οποία δεν δίστασαν να αγωνιστούν σθεναρά οι εργάτες της γερμανικής κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η αρχιτεκτονική εταιρία του Walter Gropius ανέλαβε την κατασκευή μνημείου προς τιμήν των εργατών που έπεσαν, υπερασπιζόμενοι τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι, το 1936, το μνημείο αυτό καταστράφηκε από τους Ναζί, οι οποίοι το θεώρησαν «εκφυλισμένη τέχνη».

Πηγές:

  1. Συμεωνίδης, Β. (2015). Το προπατορικό αμάρτημα της Βαϊμάρης. [online] Available at: http://users.sch.gr/symfo/sholio/istoria/kimena/1918-1933.vaimari1.htm [Accessed 10 Mar. 2017].
  2. Winkler, H. (2011). Βαϊμάρη: Η ανάπηρη δημοκρατία 1918-1933. Αθήνα: Πόλις.

Tagged under:

Προπτυχιακή φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu/

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

X

Pin It on Pinterest

X
Share This