Πυρηνική Στρατηγική και Διεθνές Δίκαιο

Της Όλγας Κούτσικα και της Μαρίας Πλάκα

Το παράδειγμα της Βόρειας Κορέας

Η Βόρεια Κορέα (επίσημα: Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας) αποτελεί ένα κράτος-αίνιγμα για τη διεθνή κοινότητα, λόγω της μυστικοπάθειας από την οποία περιβάλλεται. Οι πληροφορίες που υπάρχουν γι’ αυτήν προέρχονται κυρίως από το ίδιο το κράτος, και αυτό τις καθιστά, εκτός από λιγοστές ποσοτικά, και αμφιβόλου ποιότητας. Ένα από τα θέματα για το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων είναι το πυρηνικό πρόγραμμα που διαθέτει και εξελίσσει συνεχώς. Τα ζητήματα ασφάλειας που προκύπτουν από την κατοχή πυρηνικής τεχνολογίας είναι πολλά, και στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, λόγω της απρόβλεπτης δράσης της σε διεθνές επίπεδο.

Η προσπάθεια της Βόρειας Κορέας να αποκτήσει πυρηνικά χρονολογείται από την δεκαετία του 1950, στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου. Ο ανταγωνισμός μεταξύ ΕΣΣΔ-ΗΠΑ, αλλά και η διάσπαση της Κορεατικής Χερσονήσου σε Βόρεια και Νότια, οδήγησε στη δημιουργία νέων διλημμάτων ασφαλείας στη Βορειοανατολική Ασία και, σύμφωνα με τις επιταγές του Ρεαλισμού, η Βόρεια Κορέα έσπευσε να βρει τρόπους υπεράσπισης των συμφερόντων της. Όπως αναφέρεται και σε προηγούμενο άρθρο, η απόκτηση πυρηνικών βασίζεται σε διάφορα κίνητρα που εμπίπτουν σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο, διπλωματικό, οικονομικό αλλά και ιδεολογικό. Η περίπτωση της Βόρειας Κορέας δεν αποτελεί εξαίρεση.

Πυρηνική Στρατηγική Βόρειας Κορέας

Κίνητρα

Καταρχάς η χώρα, από τις εμπειρίες του πολέμου της Κορέας, έχει υιοθετήσει μία -όχι εντελώς αβάσιμη- φοβική αντίληψη για τις προθέσεις των υπόλοιπων κρατών, και κυρίως των ΗΠΑ και των κυβερνήσεων της Νότιας Κορέας. Μεγάλη δυσπιστία υπάρχει επίσης και προς την Ιαπωνία, ενώ τα τελευταία χρόνια (συγκεκριμένα από το 2013 και μετά) παρατηρείται μια αλλαγή στη δυναμική των σχέσεών της με την Κίνα, η οποία έχει αρχίσει να σκληραίνει τη στάση της απέναντι στις πολιτικές της Βόρειας Κορέας. Η ηγεσία της Βόρειας Κορέας χρησιμοποιεί, λοιπόν, τα πυρηνικά ως μέρος μιας αποτρεπτικής στρατηγικής σε πιθανές επιθέσεις από ΗΠΑ, Νότια Κορέα και Ιαπωνία. Στη συνέχεια, η Βόρεια Κορέα θεωρεί πως η κατοχή πυρηνικών της δίνει ένα καλό πλεονέκτημα σε διπλωματικό επίπεδο, καθώς μπορεί να το χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή, ώστε να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερα κέρδη μπορεί -για την επιβίωσή της- από την διεθνή κοινότητα. Ως συνάρτηση της αποτροπής και της λογικής του διπλωματικού πλεονεκτήματος, ακολουθεί η λογική του πολιτικού εκφοβισμού. Η πυρηνική υπεροχή μπορεί να έχει τεράστιο ψυχολογικό αντίκτυπο στους υπόλοιπους δρώντες του συστήματος. Βλέπουμε πως η κατοχή πυρηνικών, παρά τις πολυάριθμες προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας να την υπάξει σε κανόνες, συνιστά, ακόμα, ευσεβή πόθο πολλών κρατών, εφόσον προβλέπουν, μέσω αυτής, ισχυροποίηση της θέσης τους στη διεθνή σκακιέρα. Από την άλλη πλευρά, παρατηρούνται και εσωτερικά αίτια τα οποία ωθούν ένα κράτος στην απόκτηση πυρηνικών. Στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας, τα αίτια αυτά είναι πολιτικοοικονομικά. Αφενός, ένας από τους πρωταρχικούς στόχους της χώρας είναι η διατήρηση και η διαιώνιση του υπάρχοντος καθεστώτος, με κάθε μέσο και, αφετέρου, όσον αφορά την οικονομία, η πυρηνική ικανότητα προσδίδει στη Βόρεια Κορέα πολλαπλά οφέλη: αποτελεί «φθηνότερη» άμυνα σε σχέση με τη συμβατική στρατιωτική ικανότητα, λειτουργεί ως μέσο πίεσης για περαιτέρω οικονομική βοήθεια από τη διεθνή κοινότητα και, τέλος, είναι μια αξιοσημείωτη πηγή εσόδων, καθώς η Βόρεια Κορέα εξήγαγε και εξάγει (παρά την απαγόρευση διάδοσης πυρηνικών από τη διεθνή Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών-ΝΡΤ) πυρηνικά όπλα και πυρηνική τεχνολογία σε τρίτους (π.χ. Συρία, Πακιστάν). Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμη κίνητρο για την απόκτηση πυρηνικών στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας, που αναπτύσσεται από τον καθηγητή Jacques Hymans, βασιζόμενη στην θεωρία περί Αντιλήψεων Εθνικής Ταυτότητας. Η αντίληψη της εθνικής ταυτότητας κάθε ηγεσίας καθορίζει τη σημαντικότητα του κράτους της, συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη, στη διεθνή σκακιέρα (Hymans, 2008). Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τα συμφέροντα του κράτους έρχονται σε πλήρη αντιδιαστολή με τα συμφέροντα των υπολοίπων κρατών, και το συναίσθημα φόβου και εθνικής περηφάνειας λαμβάνει πρωταρχική θέση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, γεγονός που κάνει την απόκτηση πυρηνικής ικανότητας σχεδόν μονόδρομο (Hymans, 2008). Η Βόρεια Κορέα αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για την παραπάνω υπόθεση, καθώς η χάραξη τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής πολιτικής βασίζεται στην αντίληψη περί εθνικής ταυτότητας. Οι βασικές ιδεολογίες του κράτους Τζούτσε (Juche), που υποδεικνύει την πλήρη ανεξαρτησία από ξένες δυνάμεις και την αυτοσυντήρηση ως σκοπούς του κράτους, αλλά και η μετέπειτα ιδεολογία Σονγκούν (Songun) -που σημαίνει «πρώτα ο στρατός«- έχουν άμεσες επιρροές από την αντίληψη για την θέση του βορειοκορεατικού κράτους στο διεθνές σύστημα, και γι’ αυτό η κατοχή πυρηνικών όπλων είναι το μάλλον αποτελεσματικό μέσο για την ισχυροποίηση του κράτους. Ο Hymans καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αντίληψη αυτή δεν αποτελεί έναν ανορθολογικό τρόπο χάραξης πολιτικής, καθώς στα πλαίσια αυτά η ηγεσία πρέπει να λαμβάνει και τακτικές αποφάσεις, απαλλαγμένες από το συναίσθημα.

Παρατηρούμε πως η απόκτηση πυρηνικών αποτελεί μια αρκετά περίπλοκη υπόθεση στην οποία συντελούν πολλοί παράγοντες, είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Πολιτικοί, στρατιωτικοί, οικονομικοί και ιδεολογικοί λόγοι καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος θα παλέψει για την επιβίωσή του στο άναρχο διεθνές σύστημα.

Χάρτης των πυρηνικών εγκαταστάσεων στη Βόρεια Κορέα. Πηγή: Nuclear Threat Initiative; Federation of American Scientists; US-Korea Institute, John Hopkins University

Εφαρμογή

Η Βόρεια Κορέα, ενώ είχε αρχικά προσχωρήσει στη Συνθήκη Μη Διασποράς των Πυρηνικών Όπλων (NPT), το 2003 ανακοίνωσε πως «αποχωρεί» από αυτήν, έπειτα από πολλές αρνήσεις για τους προβλεπόμενους από τη Συνθήκη ελέγχους των πυρηνικών εγκαταστάσεών της από τη Διεθνή Οργάνωση Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ). Πλέον υποστηρίζει πως κατέχει ένα ειδικό καθεστώς μέσα στη Συνθήκη, το οποίο δεν δεσμεύει τις δραστηριότητές της. Ως σήμερα η Βόρεια Κορέα έχει πραγματοποιήσει πέντε πυρηνικές δοκιμές, συγκεκριμένα το 2006, 2009, 2013 και δυο το 2016 (Ιανουάριος, Σεπτέμβριος), και πολυάριθμες δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων. Επίσης έχει δραστηριοποιηθεί στην ανάπτυξη χημικών και βιολογικών όπλων μαζικής καταστροφής, ωστόσο το ίδιο το κράτος αρνείται τις δραστηριότητες αυτές. Τον Σεπτέμβριο του 2009 παραδέχτηκε πως, εκτός από το πρόγραμμα πλουτωνίου, ανέπτυσσε και πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου, γεγονός που ίσως δώσει παραπάνω ώθηση στο πυρηνικό της πρόγραμμα. Εντούτοις, υπάρχει μεγάλη αμφιβολία για το αν η Βόρεια Κορέα έχει καταφέρει τη σμίκρυνση πυρηνικής κεφαλής, ώστε να μεταφερθεί μέσω ενός βαλλιστικού πυραύλου σε ένα άλλο κράτος, όπως π.χ. στις ΗΠΑ. Το Πεντάγωνο, όμως, με ανακοίνωσή του τον περασμένο Σεπτέμβριο, υποστήριξε πως η πιθανότητα να το καταφέρει ίσως γίνει πραγματικότητα στα επόμενα δέκα χρόνια, αν η προσπάθεια διεθνούς ελέγχου δεν έχει θεμιτά αποτελέσματα. Η διεθνής κοινότητα έχει πολλάκις λάβει μέτρα για τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος της Βόρειας Κορέας, με πρωτοστάτες τις ΗΠΑ και τον ΟΗΕ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έχει θεσπίσει ψηφίσματα που καταδικάζουν τις πυρηνικές δραστηριότητες του ασιατικού κράτους, επιβάλλοντας σκληρές κυρώσεις (οικονομικής κυρίως φύσης), οι οποίες μέχρι στιγμής δεν έχουν την επιθυμητή αποτελεσματικότητα, καθώς η Βόρεια Κορέα συνεχίζει την ανάπτυξη πυρηνικών και τη διάδοσή τους.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος της Βόρειας Κορέας μοιάζει αβέβαιο. Η αποπυρηνικοποίησή της -έσχατος σκοπός της διεθνούς κοινότητας- δεν αποτελεί πλέον επιτεύξιμο στόχο ή, εν πάση περιπτώσει, επιτεύξιμο στο άμεσο μέλλον. Μένει να δούμε πώς οι νέες ηγεσίες κρατών (Ηγεσία των ΗΠΑ κτλ.) θα διαχειριστούν το ευαίσθητο αυτό ζήτημα, και το κατά πόσο θα διαφοροποιηθούν ή όχι από τους προκατόχους τους.

Υπό το φως του διεθνούς δικαίου

Σύμφωνα με το άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η πρώτη και κύρια πηγή διεθνούς δικαίου είναι οι διεθνείς συμβάσεις. Τρία είναι τα θεμελιώδη συμβατικά κείμενα που διαμορφώνουν το νομικό καθεστώς των δοκιμών πυρηνικών όπλων, δύο εκ των οποίων θέτουν περιορισμούς στη διεξαγωγή των σχετικών δοκιμών εκ μέρους των συμβαλλομένων κρατών. Πρόκειται για τις Συμβάσεις για την Απαγόρευση των Δοκιμών Πυρηνικών Όπλων στην Ατμόσφαιρα, στο Εξωατμοσφαιρικό Διάστημα και κάτω από το Νερό (Partial Test Ban Treaty, στο εξής ‘PTBT’) και για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών (Comprehensive Test Ban Treaty, στο εξής ‘CTBT’).

Το πρόβλημα με τις ανωτέρω συνθήκες είναι ότι η Βόρεια Κορέα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος σε καμία, με αποτέλεσμα να μην γεννάται ευθεία υποχρέωση συμμόρφωσής της, ως προς την απαγόρευση ή τους περιορισμούς των δοκιμών των πυρηνικών όπλων. Το ερώτημα που ευλόγως γεννάται είναι αν -και σε ποιο βαθμό- μπορεί να δεσμευτεί η Βόρεια Κορέα και, κατ’ αναλογία, οποιοδήποτε μη συμβαλλόμενο κράτος από τους περιορισμούς που θεσπίζονται με τις διεθνείς συμβάσεις. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να αναζητηθεί στην ενδεχόμενη εθιμική ισχύ των ως άνω συνθηκών. Εκ προοιμίου, κρίνεται άτοπο να γίνει λόγος για εθιμική ισχύ των διατάξεων της CTBT, η οποία είναι εξαιρετικά νέα (1996) και δεν έχει τεθεί καν σε ισχύ.

Αντιθέτως, θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί πως οι περιορισμοί που τίθενται με την PTBT απηχούν εθιμικό δίκαιο, στο βαθμό που αποτυπώνουν μία μακροχρόνια πρακτική με πεποίθηση δικαίου (opinio juris). Βέβαια, η μη παράβαση των κανόνων της PTBT δεν ισοδυναμεί, απαραίτητα, με συμμόρφωση προς τους περιορισμούς, αλλά θα μπορούσε, υπό όρους, να ερμηνευτεί ως σιωπηρή συναίνεση. Ένα επιχείρημα που συνηγορεί με την ανωτέρω θέση είναι πως η Βόρεια Κορέα, αν και μη συμβαλλόμενο στην PTBT μέρος, μία από τις πρώτες παραδοχές στις οποίες προέβη δημοσίως μετά τις δοκιμές πυρηνικών όπλων του 2006, ήταν πως δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε διαρροή ραδιενεργών αποβλήτων (Le Mon, 2006). Κι αυτό διότι, σύμφωνα με το άρθρο 1(b) της PTBT, η δοκιμή πυρηνικών όπλων επιτρέπεται, αρκεί να μην απελευθερώνονται ραδιενεργά απόβλητα εκτός των εδαφικών ορίων του κράτους, όπου λαμβάνει χώρα η δοκιμή. Υπό αυτό το πρίσμα, η δημόσια παραδοχή των εκπροσώπων της Βόρειας Κορέας θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως σιωπηρή αποδοχή της δέσμευσής της από τις εθιμικής ισχύος διατάξεις της PTBT.

Η κατεξοχήν διεθνής σύμβαση που συνιστά τον πυρήνα της χρήσης πυρηνικών -και, κατ’ επέκταση, καταλαμβάνει και τις δοκιμές πυρηνικών όπλων- είναι η Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων (Nuclear Non-Proliferation Treaty, στο εξής ‘NPT’). Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η εφαρμογή της ΝΡΤ στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας, τότε αναμφίβολα το εν λόγω κράτος προέβη σε παραβίαση του άρθρου ΙΙ, το οποίο προβλέπει ότι κάθε μη πυρηνικό κράτος-μέρος της Σύμβασης υποχρεούται, inter alia, να μην κατασκευάζει ή να αποκτά με οποιονδήποτε άλλο τρόπο πυρηνικά όπλα ή άλλες πυρηνικής φύσεως εκρηκτικές συσκευές. Η ισχυριζόμενη παραβίαση, όμως, μπορεί να θεμελιωθεί αποκλειστικά αν η Βόρεια Κορέα αποτελεί συμβαλλόμενο κράτος, κατά ρητή επιταγή της προαναφερθείσας διάταξης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος, παρουσιάζει η ιστορική αναδρομή στη σύναψη της Σύμβασης και, κυρίως, στην επικύρωσή της από τη Βόρεια Κορέα. Ειδικότερα, η Βόρεια Κορέα προσχώρησε στην ΝΡΤ το 1985, ενώ τον Ιανουάριο του 2003 ανακοίνωσε την άμεση αποχώρησή της από τη Σύμβαση, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης και του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (Le Mon, 2006). Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, το ερώτημα αν η Βόρεια Κορέα καταλαμβάνεται από τις διατάξεις της ΝΡΤ μπορεί να επιλυθεί αποφατικά μόνο εφόσον η αποχώρησή της από τη Σύμβαση ήταν ισχυρή. Υπό την πλέον αυστηρή νομική έννοια της stricto sensu αποχώρησης, αναγνωρίζεται μεν η διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους ως έκφραση της εθνικής του κυριαρχίας, αλλά κατά το άρθρο  X(1) της NPT απαιτείται ρητά η πρότερη ειδοποίηση όλων των λοιπών συμβαλλομένων μερών και του Συμβουλίου Ασφαλείας, τρεις μήνες πριν την οριστική αποχώρηση του κράτους. Η εν λόγω ειδοποίηση είναι ισχυρή όχι μόνο όταν τηρείται η τρίμηνη προθεσμία, αλλά και όταν γίνεται σαφής και περιεκτική επίκληση των περιστατικών ανωτέρας βίας που έθεσαν σε κίνδυνο τα εθνικά συμφέροντα του αποχωρούντος κράτους και οδήγησαν, κατ’ αιτιώδη συνάφεια, στην ανάγκη αποχώρησης από τη Σύμβαση.

Υπό το πρίσμα της ανωτέρω διάταξης, καθίσταται σαφές ότι η ειδοποίηση αποχώρησης εκ μέρους της Βόρειας Κορέας από την ΝΡΤ ήταν ανίσχυρη στο βαθμό έλλειψης ενός ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Παρά το επιχείρημα της Βόρειας Κορέας περί άμεσης αποχώρησης, με μόνη την ανακοίνωση αυτής, σκεπτικισμός πολιτικής φύσεως έχει οδηγήσει σε επίσημη ασάφεια ως προς το πλαίσιο των εννόμων δεσμεύσεων της Βόρειας Κορέας υπό την NPT, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Συμβούλιο Ασφαλείας να υιοθετούν διαμετρικά αντίθετες απόψεις, και να προσθαφαιρούν τη Βόρεια Κορέα στους καταλόγους των συμβαλλόμενων μερών της Σύμβασης (Horn, 2005, S.C. Res. 1695, para. 6). Το νομικό έρεισμα του επιχειρήματος περί της ανίσχυρης αποχώρησης είναι σαφές: μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου Χ (1) της ΝΡΤ. Το αντεπιχείρημα που καταλήγει σε αποδοχή της θέσης ότι η Βόρεια Κορέα δεν αποτελεί πλέον συμβαλλόμενο μέρος βασίζεται σε τελολογική ερμηνεία της ίδιας διάταξης και, πιο συγκεκριμένα, στο ότι η τρίμηνη προθεσμία δεν έχει την έννοια της πρότερης ειδοποίησης, αλλά σημαίνει ότι η επίσημη αποχώρηση του κράτους -και άρα η μη δέσμευση από τις διατάξεις της Σύμβασης- συντελείται μετά το πέρας τριών μηνών από την ανακοίνωση της αποχώρησης (Kirgis, 2003). Αν, λοιπόν, υιοθετηθεί αυτή η ερμηνεία, η Βόρεια Κορέα θα έπρεπε να πάψει να θεωρείται συμβαλλόμενο κράτος τρεις μήνες μετά την ανακοίνωση της αποχώρησής της από τη ΝΡΤ.

Πέραν των διεθνών συμβατικών κειμένων, πηγή δικαίου -κι επομένως δεσμεύσεων για τα κράτη της διεθνούς κοινότητας- μπορούν να αποτελέσουν, υπό προϋποθέσεις, και οι κοινές διακηρύξεις των κρατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κοινή δήλωση Κίνας, Ιαπωνίας, Βόρειας Κορέας, Νότιας Κορέας και των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την ολοκλήρωση του έκτου γύρου των Six-Party Talks, επί της πυρηνικής δραστηριότητας της Βόρειας Κορέας. Σύμφωνα με την ως άνω κοινή δήλωση, η οποία δημοσιεύθηκε το Σεπτέμβριο του 2005, η Βόρεια Κορέα δεσμεύθηκε να εγκαταλείψει κάθε πυρηνικό πρόγραμμα – κάτι που προφανώς δεν συνέβη, όπως αποδεικνύεται περίτρανα από τις δοκιμές πυρηνικών όπλων ενός της επόμενης δεκαετίας. Κατά πόσο μπορεί, όμως, να θεμελιωθεί διεθνής ευθύνη περί αθέτησης μίας κοινής δήλωσης;

Οι εκπρόσωποι Κίνας, Ιαπωνίας, Βόρειας Κορέας, Νότιας Κορέας και των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο των Six-Party Talks. Πηγή: U.S. Department of State

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αντιμετώπισε το ερώτημα αυτό στο πλαίσιο της υπόθεσης Πυρηνικών Δοκιμών, όπου έκρινε ότι η δεσμευτικότητα της ισχύος μίας πολυμερούς δήλωσης εξαρτάται από το δημόσιο χαρακτήρα της ανακοίνωσής της, αφενός, και την πρόθεση των μερών να καταστεί δεσμευτική, αφετέρου. Την ίδια άποψη υιοθέτησε και η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου (U.N. Doc. A/61/10).

Εφαρμόζοντας τα δύο κριτήρια στην περίπτωση της δήλωσης της Βόρειας Κορέας, πρέπει να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, η διακήρυξη δεν έλαβε δημόσιο χαρακτήρα. Αντιθέτως, διατυπώθηκε στο πλαίσιο απόρρητων διαπραγματεύσεων με τα άλλα πέντε μέρη των Six-Party Talks και αναδιατυπώθηκε, δημοσίως, ως τμήμα της κοινής δήλωσης. Δεύτερον, δεν προκύπτει με κανένα τρόπο πρόθεση έννομης δέσμευσης. Κι αυτό γιατί, κατά τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου, τέτοια πρόθεση μπορεί να θεμελιωθεί εφόσον δεν προκύπτει περιορισμός της ελευθερίας δράσης του δηλούντος κράτους. Από τη στιγμή που η υπό εξέταση δήλωση περιλαμβάνει την αναγνώριση της υποχρέωσης προς εγκατάλειψη κάθε πυρηνικής δραστηριότητας εκ μέρους της Βόρειας Κορέας, με quid pro quo αντάλλαγμα την αντιμετώπισή της ως ισοδύναμου παίκτη στη διεθνή σκηνή, είναι ιδιαίτερα δυσχερής η κρίση επί της δεσμευτικής ισχύος της διακήρυξης, αν ληφθεί υπόψη ότι απαιτείται η παράλληλη ικανοποίηση του υποσχεθέντος ανταλλάγματος από τα άλλα μέρη της διαπραγμάτευσης.

Εύλογα, όμως, γεννάται το ερώτημα, πώς γίνεται ένα κράτος να προβαίνει σε μία τόσο επικίνδυνη για την ασφάλεια της διεθνούς κοινότητας δραστηριότητα χωρίς την παραμικρή -φαινομενικά- κύρωση διεθνούς δικαίου, αν δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στις σχετικές συμβάσεις. Η απάντηση βρίσκεται στο Κεφάλαιο VII  του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο παρέχει δυνατότητα -ή και υποχρέωση- επέμβασης στο Συμβούλιο Ασφαλείας, με την έννοια ότι το τελευταίο δικαιούται να δράσει κατά απόλυτη διακριτική ευχέρεια σε περιστάσεις επισφαλείς για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, με μόνο περιορισμό τις γενικές αρχές που τίθενται στα δύο πρώτα άρθρα. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 2006, το Συμβούλιο Ασφαλείας, με την ομόφωνη υιοθέτηση της υπ’ αριθμ. 1718 Απόφασης και κατ’ επίκληση του Κεφαλαίου VII του Χάρτη, απαίτησε την επαναπροσχώρηση της Βόρειας Κορέας στην NPT και την εγκατάλειψη κάθε πυρηνικής δραστηριότητας, ενώ συγχρόνως προέβλεψε κυρώσεις για οποιοδήποτε κράτος-μέλος συνεισφέρει με κάθε άμεσο ή έμμεσο τρόπο στις εν λόγω δραστηριότητες.

Συμπερασματικά, ακόμα κι αν οι δοκιμές πυρηνικών όπλων της Βόρειας Κορέας δεν παραβιάζουν θετική διάταξη διεθνούς δικαίου, δεν τίθενται εκτός της -εν ευρεία εννοία- κανονιστικής αρμοδιότητας της διεθνούς έννομης τάξης. Κι αυτό διότι η μη συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας συνιστά καθεαυτή παράβαση του άρθου 25 του Χάρτη, όπως ακριβώς ισχυρίζονται εκπρόσωποι του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας για τις τελευταίες δοκιμές που έλαβαν χώρα στις 6 Ιανουαρίου 2016 (Bush, 2016). Το πρόβλημα εκκινά από τη διαπίστωση ότι η Βόρεια Κορέα έχει αποκτήσει ανοσία απέναντι στις απειλές του Συμβουλίου Ασφαλείας, με αποτέλεσμα, όσο ενδυναμώνει -έστω και παρανόμως- την πυρηνική της δραστηριότητα, να διαπραγματεύεται από θέση υπέρτερης ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό, η τύχη ενδεχόμενης επιστροφής στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων προδιαγράφεται δυσοίωνη, ενώ οι νομικές δεσμεύσεις δεν επαρκούν ως αντικίνητρο, φτάνοντας στο σημείο να αμφισβητείται εν συνόλω η αποτελεσματικότητα του διεθνούς δικαίου, αλλά και να καθίσταται επιτακτική η αναζήτηση εναλλακτικών -ιδανικά ειρηνικών- μηχανισμών επιβολής της εφαρμογής του διεθνούς δικαίου.

Πηγές:

  1. Hymans, J. (2008). Assessing North Korean Nuclear Intentions and Capacities: A New Approach. Journal of East Asian Studies, 8(02), pp.259-292.
  2. Leventhal, P. and Dolley, S. (1993). The North Korean Nuclear Crisis. 164 Medicine & Global Survival, 1(3).
  3. Philipp, E. (2016). North Korea Nuclear Policy Brief. Arms Control Association.
  4. Cordesman, A. (2016). North Korean Nuclear Forces and the Threat of Weapons of Mass Destruction in Northeast Asia. Center for Strategic and International Studies.
  5. Hecker, S. (2008). Denuclearizing North Korea. Bulletin of the Atomic Scientists, 64(2), pp.44-49.
  6. Wertz, D. and McGrath, M. (2016). North Korea’s Nuclear Weapons Program: Issue Brief. The National Committee on North Korea.
  7. Hecker, S. (2006). Report on North Korean Nuclear Program. Center for International Security and Cooperation Stanford University.
  8. Engelhardt, M. (1996). Rewarding nonproliferation: The South and North Korean Cases. The Nonproliferation Review, 3(3), pp.31-37.
  9. Habib, B. and O’Neil, A. (2009). North Korea’s emergence as a nuclear weapons state and the end of the disarmament paradigm. Global Change, Peace & Security, 21(3), pp.377-387.
  10. Niksch, L. (2006). North Korea’s Nuclear Weapons Program. Congressional Research Service-The Library of Congress.
  11. Panda, R. (2010). North Korea’s Nuclear Issue: Security Implications for Asia. Journal of Defence Studies, 4(2).
  12. Military and Security Developments Involving the Democratic People’s Republic of Korea 2015. (2015). 1st ed. [ebook] Office of the Secretary of Defence. Available at: https://www.defense.gov/Portals/1/Documents/pubs/Military_and_Security_Developments_Involving_the_Democratic_Peoples_Republic_of_Korea_2015.PDF [Accessed 6 Apr. 2017].
  13. Richey, M. (2016). New Developments in North Korea’s Nuclear Weapons Programme: Implications for European Security. Institute of European Studies, (2016/11).
  14. Roehrig, T. (2016). North Korea, Nuclear Weapons, and the Stability-Instability Paradox. The Korean Journal of Defense Analysis, 28(2), pp.181-198.
  15. Schiller, M. (2012). Characterizing the North Korean Nuclear Missile Threat. RAND Corporation.
  16. Roehrig, T. (2013). North Korea’s Nuclear Weapons: Future Strategy and Doctrine. Belfer Center for Science and International Affairs Harvard University.
  17. Szalontai, B. and Radchenko, S. (2016). North Korea’s Efforts to Acquire Nuclear Technology and Nuclear Weapons: Evidence from Russian and Hungarian Archives. Woodrow Wilson International Center for Scholars.
  18. Miller, J. (2017). Japan’s North Korea Options. [online] Foreign Affairs. Available at: https://www.foreignaffairs.com/articles/japan/2017-03-15/japans-north-korea-options [Accessed 28 Mar. 2017].
  19. Jackson, V. (2017). Preventing Nuclear War with North Korea. [online] Foreign Affairs. Available at: https://www.foreignaffairs.com/articles/north-korea/2016-09-11/preventing-nuclear-war-north-korea [Accessed 28 Mar. 2017].
  20. D.Amato, A. (2006). Pyongyang and Proliferation: The UN North Korea Resolution. [online] JURIST. Available at: https://web.archive.org/web/20120208162938/http://jurist.law.pitt.edu/forumy/2006/10/pyongyang-and-proliferation-un-north.php [Accessed 17 Mar. 2017].
  21. Nti.org. (2017). North Korea. [online] NTI. Available at: http://www.nti.org/learn/countries/north-korea/ [Accessed 17 Mar. 2017].
  22. BBC News. (2017). North Korea’s Nuclear Programme: How advanced is it? [online] BBC. Available at: http://www.bbc.com/news/world-asia-pacific-11813699 [Accessed 17 Mar. 2017].
  23. Baylis, J., Smith, S. and Owens, P. (2013). Η Παγκοσμιοποίηση της Διεθνούς Πολιτικής. 5th ed. Αθήνα: Επίκεντρο, pp.528-545.
  24. Καλογεροπούλου Α. (2017). Πυρηνική Στρατηγική: Τελικά Ο Σκοπός Αγιάζει Τα Μέσα;. Power Politics.  Available at: https://powerpolitics.eu/%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%BF-%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%82-%CE%B1/ [Accessed 17 Mar. 2017].
  25. Branford, B. and Gunter, J. (2016). North Korea nuclear test. [online] BBC News. Available at: http://www.bbc.com/news/live/world-asia-35240141 [Accessed 28 Mar. 2017].
  26. Bush, J. (2016). North Korea H-bomb test ‘gross violation’ of international law if confirmed: Russia. [online] Reuters. Available at: http://www.reuters.com/article/us-northkorea-nuclear-russia-idUSKBN0UK14Y20160106 [Accessed 28 Mar. 2017].
  27. Farber, J. (2012). A Legal Interpretation of North Korea ’s Nuclear Program. Global Tides, 6(1). Available at: http://digitalcommons.pepperdine.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1048&context=globaltides [Accessed 28 Mar. 2017].
  28. Hong Kong Lawyer (2013). North Korea, Nuclear Weapons, and International Law. [online] Hong Kong Lawyer Available at: http://www.hk-lawyer.org/content/north-korea-nuclear-weapons-and-international-law [Accessed 28 Mar. 2017].
  29. International Court of Justice (1974). Nuclear Tests (New Zealand v. France). [online] ICJ Available at: http://www.icj-cij.org/docket/?sum=317&code=nzf&p1=3&p2=3&case=59&k=6b&p3=5 [Accessed 28 Mar. 2017].
  30. Kirgis, F.L. (2003). ASIL Insight: North Koreas Withdrawal from the Nuclear Nonproliferation Treaty. [online] American Society of International Law. Available at: http://www.asil.org/insights/insigh96.htm [Accessed 28 Mar. 2017].
  31. Le Mon, C.J. (2006). International Law and North Korean Nuclear Testing. [online] American Society of International Law. Available at: https://www.asil.org/insights/volume/10/issue/27/international-law-and-north-korean-nuclear-testing [Accessed 28 Mar. 2017].
  32. United Nations. (1963). Treaty Banning Nuclear Weapon Tests in the Atmosphere, in Outer Space and Under Water. [online] UN. Available at: https://treaties.un.org/pages/showDetails.aspx?objid=08000002801313d9 [Accessed 28 Mar. 2017].
  33. United Nations. (1968). Treaty on the Non-Proliferation of Nuclear Weapons. [online] UN. Available at: https://treaties.un.org/doc/Publication/UNTS/Volume%201297/volume-1297-A-10485-English_French.pdf [Accessed 28 Mar. 2017].
  34. United Nations. (1996). Comprehensive Nuclear Test-Ban Treaty. [online] NTI. Available at: http://www.nti.org/learn/treaties-and-regimes/comprehensive-nuclear-test-ban-treaty-ctbt/ (Accessed: 26 March 2017)

Tagged under:

Η Όλγα Κούτσικα είναι επί πτυχίω φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ πρόσφατα αποφοίτησε από την Ανώτατη Επαγγελματική Σχολή Χορού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντός της για το διεθνές δίκαιο και τη διπλωματία, έχει συμμετάσχει σε μοντέλα προσομοίωσης των Ηνωμένων Εθνών και ευρωπαϊκών θεσμών, καθώς και σε διαγωνισμούς εικονικής δίκης, αποσπώντας σημαντικές διακρίσεις. Παράλληλα, έχει ολοκληρώσει την πρακτική της άσκηση στην Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και, κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, απασχολείται στη Διεύθυνση Διεθνών Οργανισμών και Διασκέψεων του Υπουργείου Εξωτερικών. Τέλος, συμμετέχει ενεργά στις μη κυβερνητικές οργανώσεις European Law Students' Association και Space Generation Advisory Council.

Website: http://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest