Ρεαλισμός και επίπεδα ανάλυσης

Στις διεθνείς σχέσεις υφίστανται πολλοί δρώντες και επιδράσεις. Ως εκ τούτου οι διεθνολόγοι τους κατηγοριοποιούν σε διαφορά επίπεδα ανάλυσης (levels of analysis). To κάθε επίπεδο αποτελείται από παρόμοιους δρώντες ή διαδικασίες  που επιτρέπουν  την εξαγωγή πιθανών εξηγήσεων στο ερώτημα «γιατί». Υπάρχουν διάφορα σχήματα επιπέδων ανάλυσης με το πιο σύνηθες αυτό των τριών επίπεδων .To πρώτο είναι το ατομικό επίπεδο (individual level), που εστιάζει στην προσωπικότητα, τις αντιλήψεις, τις επιλογές, τις δραστηριότητες από άτομα διαμορφωτές αποφάσεων (decision makers). Το δεύτερο είναι το κρατικό επίπεδο (State level) ή εγχώριοι παράγοντες που αναλύει τα χαρακτηριστικά του κράτους: είδος κυβέρνησης (δημοκρατία, απολυταρχία), το οικονομικό σύστημα (καπιταλιστικό, σοσιαλιστικό), ενδιαφερόμενες ομάδες (τα δύο κύρια κόμματα στη Βρεταννία συντηρητικοί και εργατικοί). Το τρίτο είναι το διεθνές σύστημα (international system) που εστιάζει στα άναρχα χαρακτηριστικά του συστήματος (Η.Π.Α., Ρωσία, Βρετανία, Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρος στο Ψυχρό Πόλεμο) ή τους διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς (ΝΑΤΟ, CENTO , Κίνημα των Αδεσμεύτων στον Ψυχρό πόλεμο).

Υπάρχει και ένα τέταρτο, το παγκόσμιο επίπεδο (global level), που προσπαθεί να εξηγήσει τα αποτελέσματα μέσα από τις παγκόσμιες τάσεις, ιδεολογίες και δυναμικές που ξεπερνά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των κρατών, κυρίως λόγω της τεχνολογικής ανάπτυξης .

 

Ρεαλισμός και Ισχύς- Προσαρμογή της Εξωτερικής Πολιτικής

Πολιτικός Ρεαλισμός

Ο πολίτικος ρεαλισμός (Political Realism) είναι η σχολή σκέψης που εξηγεί τις διεθνείς σχέσεις με την άσκηση της ισχύος μεταξύ αλλήλων των κρατών που ορισμένες φορές καλείται realpolitik, ή απλώς  power politics.  Ο Θουκυδίδης με το έργο του για τον «Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-401 π.Χ.) εστιάζει στη σχετική ισχύ μεταξύ πόλεων κρατών στην αρχαιά Ελλάδα . Αναφέρει χαρακτηριστικά «..o ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσον του επιβάλλει η αδυναμία του» .

Μέσα από τον πελοποννησιακό πόλεμο μπορούμε να αντλήσουμε τις τέσσερεις κύριες παραδοχές του ρεαλισμού , δηλαδή: (1) Το κράτος είναι ο κύριος δρών (principal actor) όπως η Αθήνα με τη Σπάρτη. (2) Το κράτος θεωρείται ως ενιαίος δρών (unitary actor). Παρόλο που ο Θουκυδίδης παρουσιάζει εκτεταμένες συζητήσεις μεταξύ των διαφόρων επισήμων εντός των πόλεων-κρατών, διατυπώνει τη θέση ότι από τη στιγμή που λαμβάνεται μια απόφαση για καταφυγή στον πόλεμο, το κράτος ενεργεί με μια φωνή. (3) Οι διαμορφωτές αποφάσεων (decisionmakers) που ενεργούν εξ ονόματος  ενός κράτους, θεωρούνται ότι είναι ορθολογικοί δρώντες (rational actors). Σε κάθε περίπτωση λαμβάνουν αποφάσεις, ζυγίζοντας τα δυνατά και αδύνατα στοιχεία κάθε επιλογής, για επίτευξη ενός στόχου που πρέπει να επιτευχθεί. Βέβαια, σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχουν πιθανά εμπόδια, όπως ευσεβείς πόθοι από μέρους των ηγετών, σύγχυση και παρερμηνείες σε ότι αφορά στα χαρακτηριστικά του αντιπάλου υπευθύνου για λήψη αποφάσεων. Αλλά και πάλι η ορθολογική σκέψη στη λήψη απόφασης παραμένει. (4) Ο Θουκυδίδης όπως και οι σύγχρονοι ρεαλιστές λαμβάνει σοβαρά υπόψη τον παράγοντα ασφάλεια. Το κράτος πρέπει να προστατευθεί από τους εχθρούς του, εσωτερικούς και εξωτερικούς. Ενισχύει την ασφάλεια του με την αύξηση των εσωτερικών του δυνατοτήτων, κτίζοντας τις οικονομικές του δυνατότητες και διαμορφώνοντας συμμαχίες με άλλα κράτη που έχουν παρόμοια συμφέροντα. Καταλήγει ότι, πριν και κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου, ο φόβος του αντιπάλου ώθησε τα κράτη να δημιουργήσουν συμμαχίες, μετά από ορθολογική σκέψη από μέρους των διαμορφωτών αποφάσεων.

Καινοτομία στη ρεαλιστική θεωρία συναντάμε μετά  τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν  ο Hans Morgenthau διατύπωσε την θέση ότι οι διεθνείς σχέσεις διέπονται από αντικειμενικούς, παγκόσμιους νόμους, που βασίζονται στο εθνικό συμφέρον και που προσδιορίζονται σε σχέση με την εθνική ισχύ  (απαλλαγμένοι από τα ψυχολογικά κίνητρα των υπευθύνων για λήψη αποφάσεων).

Ο Παράγοντας Ισχύος

Ως ισχύς προσδιορίζεται η ικανότητα όχι μόνον να επηρεάζεις τους άλλους, αλλά και να ελέγξεις τα αποτελέσματα, έτσι ώστε να παράγεις τα αποτελέσματα που φυσιολογικά δεν θα συνέβαιναν . Υπάρχουν τρεις τύποι ισχύος: (1) Η δυναμική ισχύς (Hard Power), δηλαδή η δυνατότητα εξαναγκασμού με στρατηγικές που εστιάζουν σε στρατιωτική επέμβαση, διπλωματία εξαναγκασμού και οικονομικές κυρώσεις για εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων. (2) Η ήπια ισχύς (soft power), δηλαδή η ικανότητα λαμβάνει οποιοσδήποτε ότι θέλει με την πειθώ ή την έλξη, παρά με τον εξαναγκασμό . Κτίζει έλξη και περικλείει σχεδόν τα πάντα εκτός από οικονομική και στρατιωτική ισχύ . (3) H έξυπνη ισχύς (Smart Power), δηλαδή ο έντεχνος  συνδυασμός  δυναμικής και ήπιας ισχύος. Υπογραμμίζει την αναγκαιότητα ισχυρής στρατιωτικής δύναμης, αλλά επενδύει επίσης, σε ισχυρές συμμαχίες, συνεργασίες και θεσμούς σε όλα τα επίπεδα για επέκταση της κρατικής επιρροής και εγκαθίδρυση της νομιμότητας στην κρατική δράση[1].

Κατά πόσον η ισχύς των δρώντων είναι αποτελεσματική να επηρεάσει τα αποτελέσματα, εξαρτάται κατά ένα μέρος στη δυναμική της ισχύος εκάστου δρώντος και, στην περίπτωση του πολιτικού ρεαλισμού, των εθνών-κρατών. Η δυναμική ισχύος του έθνους-κράτους βασίζεται σε τρία συστατικά[2]: (1)Τις φυσικές πήγες ισχύος (Natural Sources of Power): Γεωγραφία, Φυσικό πλούτο και πληθυσμό. (2) Απτές  πηγές ισχύος (Tangible Source of power): Βιομηχανική ανάπτυξη. Αυξημένη βιομηχανική ανάπτυξη μπορεί να μειώσει τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της γεωγραφίας. (3) Ακαθόριστες πηγές Ισχύος (Intangible sources of power): Εθνική εικόνα, δημοσιά υποστήριξη (εσωτερική και εξωτερική) και ηγεσία. Για τους ρεαλιστές τα κράτη ζουν σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα. Η έννοια δεν υπονοεί πλήρες χάος ή απουσία οργάνωσης και κανόνων, αλλά περισσότερο απουσία μιας κεντρικής κυβέρνησης που επιβάλλει κανόνες[3].

Στο άναρχο αυτό σύστημα, ο μόνος αξιόπιστος τρόπος για να διασπαστεί η ισχύς ενός κράτους είναι η ισχύς των λοιπών κρατών. Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιείται η ισορροπία ισχύος (balance of power),δηλαδή η γενική ιδέα όπου ένα ή περισσότερα κράτη έχοντας ισχύ συνεργάζονται για να εξισορροπήσουν την ισχύ ενός άλλου κράτους ή ομάδας κρατών. Κυρίοι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής, που επηρέασαν ταυτόχρονα και την Αμερικανική πολιτική στο ψυχρό πόλεμο, ήταν ο Τζορτζ Κέναν και ο Χένρι Κίσινγκερ[4].         Ο Αμερικανός διπλωμάτης Τζορτζ Κέναν, το 1946, παρουσίασε δύο κείμενα: το γνωστό  «Μακροσκελές Τηλεγράφημα»[5] και το άρθρο του «Οι πηγές της Σοβιετικής Συμπεριφοράς»[6] . Σε αυτά αναφέρθηκε για  πρώτη φορά η στρατηγική της ανάσχεσης (containment)[7] , που ουσιαστικά αποτέλεσε τη κύρια στρατηγική των ΗΠΑ στον Ψυχρό πόλεμο. Κύριος σκοπός της ήταν ο περιορισμός της εξάπλωσης της Σοβιετικής Ένωσης και της κουμμουνιστικής ιδεολογίας, πέραν των περιοχών που κατέλαβε  μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Κέναν ανέφερε ότι, στο τέλος του πολέμου υπήρχαν μόνον πέντε βιομηχανικά και στρατιωτικά κέντρα ανά το κόσμο, που ήταν ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία-Κεντρική Ευρώπη, Σοβιετική Ένωση  και Ιαπωνία) και μόνο ένα ήταν κάτω από εχθρικά χέρια και σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να επιτραπεί στην Σοβιετική Ένωση να επικρατήσει σε άλλο.

Σε σχέση  με το άναρχο σύστημα οι ρεαλιστές υποστηρίζουν επίσης ότι υπάρχουν τρεις δομές πολικότητας[8] στην άσκηση της στης ισχύος: (1) Το πόλυ-πολικό (multipolar system). Στο κλασσικό πόλυ-πολικό σύστημα του 19ου αιώνα με κύριους δρώντες Μεγάλη Βρεταννία, Αυστρία, Γαλλία, Ρωσία και Πρωσία, και στη βάση της ισορροπίας ισχύος, δημιουργούνται συμμαχίες  για συγκεκριμένο σκοπό, έχουν μικρή διάρκεια και εναλλάσσονται με βάση το πλεονέκτημα και όχι την ιδεολογία. Συνήθως δημιουργεί συχνούς πολέμους και ως εκ τούτου θεωρείται λιγότερο σταθερό. (2) Το δι-πολικό σύστημα ( Bipolar System), όπου υπάρχουν δυο κυρίαρχα κράτη ή δύο μεγάλα συμμαχικά μπλοκ, που ανταγωνίζονται όπως την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Χαρακτηρίζεται από μικρής έκτασης πολέμους και είναι σταθερό. (3) Το μονο-πολικό Σύστημα (Unipolar System), όπου υπάρχει ένα κράτος που διαθέτει την μεγαλύτερη ισχύ και τα υπόλοιπα περιστρέφονται πέριξ αυτού. Το κράτος χαρακτηρίζεται ως ηγεμονία (Hegemony) .Θεωρείται το πιο σταθερό από τα τρία συστήματα. Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου και ειδικά μετά το τέλος του πολέμου στον Περσικό Κόλπο το 1991,  πολλοί υποστηρίζουν ότι οι Η.Π.Α αποτελούν τον Ηγεμόνα.

 

[1] CSIS Commission on Smart Power et al., eds., CSIS Commission on Smart Power: A Smarter, More Secure America (Washington, D.C: CSIS Press, 2007).[2] Mingst, Essentials of International Relations, p.107–111.[3] Hedley Bull, The Anarchical Society: A Study of Order in World Politics, 4th ed (New York: Columbia University Press, 2012).[4] Το γνωστό βιβλίο του “Diplomacy” αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της θεώρησης των ρεαλιστών και της ισορροπίας ισχύος. βλέπε:Henry Kissinger, Diplomacy, Reprint edition (New York, NY: Simon & Schuster, 1995).[5] “Telegram, George Kennan to James Byrnes [‘Long Telegram’], February 22, 1946. Harry S. Truman Administration File, Elsey Papers.,” accessed May 1, 2015, http://www.trumanlibrary.org/whistlestop/study_collections/coldwar/documents/index.php?pagenumber=1&documentdate=1946-02-22&documentid=6-6&studycollectionid=coldwar.[6] Toal, Dalby, and Routledge, The Geopolitics Reader, 61–65.[7] Silvio Pons and Robert Service, eds., A Dictionary of 20th-Century Communism (Princeton, NJ: Princeton University Press, 2012), p.236–240.[8] Goldstein and Pevehouse, International Relations, 56–57.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest