Η ναυμαχία της Γιουτλάνδης (31/05/1916)

Από το 1805, οπότε και το Βασιλικό Ναυτικό -υπό την ηγεσία του ναυάρχου Λόρδου Nelson- καταναυμάχησε τον ενωμένο γαλλο-ισπανικό στόλο στο Trafalgar, η Βρετανία κυριαρχούσε στις θάλασσες. Με την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όμως, η κυριαρχία αυτή έμελλε να αμφισβητηθεί από μία άλλη ανερχόμενη δύναμη της εποχής, την Γερμανία. Η σύγκρουση των δύο δυνάμεων έγινε στη Γιουτλάνδη – την τελευταία μεγάλη εκ παρατάξεως ναυμαχία της παγκόσμιας ιστορίας.

Η κατάσταση των αντιπάλων πριν τη σύγκρουση.

HMS Dreadnought. Με μήκος 160 μ., εκτόπισμα 18.000 τ και ταχύτητα 21 κόμβων, τα πλοία αυτά αποτελούσαν ένα πλωτό φρούριο και ήταν δικαιολογημένα το καμάρι του κάθε στόλου.

Βρετανία: Ελέγχοντας το 1/3 της υφηλίου, η Μεγάλη Βρετανία στηριζόταν στην ύπαρξη ενός ισχυρότατου στόλου για να διασφαλίζει τις αποικίες της, αλλά και το επικερδέστατο εμπόριο που διεξήγαγε. Εκτός αυτού, η Αγγλία αποτελεί το μόνο κράτος προικισμένο με μία φυσική οχύρωση απέναντι στην Ευρώπη – το κανάλι της Μάγχης. Κάθε επιδρομέας θα έπρεπε πρώτα να διασχίσει αυτή την τάφρο που προστάτευε άγρυπνα το Βασιλικό Ναυτικό. Έχοντας πλήρη επίγνωση αυτών, το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών κονδυλίων για εξοπλισμούς απορροφούνταν άμεσα από το ναυτικό, την αιχμή του δόρατος της αυτοκρατορίας. Μάλιστα, στις αρχές του 20ου αιώνα, το Κοινοβούλιο ψήφισε σχετικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο «η ισχύς του ημετέρου στόλου δέον είναι τοιάυτη κατά 1,5 φοράς μεγαλυτέρα των συνδυασμένων ισχυροτέρων στόλων της ηπειρωτικής Ευρώπης» – ήτοι του γαλλικού και του γερμανικού. Στο πλαίσιο αυτό, η Βρετανία ξεκίνησε το 1906 τη ναυπήγηση των πρώτων θωρηκτών κλάσης Dreadnought. Τα νέα πλοία συνδύαζαν ταχύτητα, ισχυρή θωράκιση και τρομακτική δύναμη πυρός. Ωστόσο, η Γηραιά Αλβιώνα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει μερικά προβλήματα. Αρκετά πλοία της ήταν ήδη πεπαλαιωμένα και ακατάλληλα για μάχη, ενώ πολλά στερούνταν θωράκισης. Την ίδια στιγμή, αρκετά σκάφη έχρηζαν επισκευών και αλλαγής του πυροβολικού τους. Επίσης, η υπεραιώνια θαλασσοκρατεία είχε δημιουργήσει ένα κλίμα εφησυχασμού στο Ναυαρχείο, το οποίο παρέμενε διστακτικό -αν όχι εχθρικό- προς κάθε μέτρο επιφύλαξης και νεωτερισμού.

Θωρηκτά του γερμανικού στόλου ανοιχτής θαλάσσης σε γραμμή παραγωγής. Το γερμανικό ναυτικό ήταν εφάμιλλο του βρετανικού, όπως απέδειξε στην ναυμαχία της Γιουτλάνδης, τη μόνη ναυτική σύγκρουση του πολέμου.

Γερμανία: Η Γερμανία είχε προσφάτως (1870) αναδειχθεί σε ισχυρή δύναμη στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα ο προσανατολισμός της να είναι επικεντρωμένος στις χερσαίες δυνάμεις. Η κατάσταση θα αλλάξει με την ανάληψη της εξουσίας του Αυτοκρατορικού Στόλου από τον ναύαρχο Tirpitz. Ο Γερμανός ναύαρχος ξεκίνησε ένα ταχύτατο πρόγραμμα εξοπλισμού και ενίσχυσης του στόλου, προκειμένου να καταστήσει τη χώρα μία αποικιακή δύναμη. Γνωρίζοντας πως ο κυριότερος αντίπαλος θα είναι η Αγγλία, ο Tirpitz έδωσε έμφαση στις μονάδες επιφανείας (θωρηκτά και καταδρομικά), χωρίς να αποκλείσει τα νέα όπλα της εποχής (υποβρύχια, τορπίλες, κ.ά.). Στηριγμένος στη βιομηχανική υπεροχή της Γερμανίας, προώθησε την κατασκευή μονάδων επιφανείας, δίνοντας έμφαση στη θωράκιση και την προστασία τους. Παράλληλα, τα νέα πλοία εξοπλίστηκαν με ισχυρό πυροβολικό και σύγχρονους μηχανισμούς τροφοδοσίας και σκόπευσης. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Στόλος Ανοιχτής Θαλάσσης ήταν γεγονός, και αποτελούσε μόνιμo φόβητρο για το βρετανικό ναυτικό. Ωστόσο, η έλλειψη ναυτικής ιστορίας και πείρας αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα για την ισχυροποίηση και τη βελτίωση του στόλου.

Οι πρώτες αψιμαχίες

Με την έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου, όλοι περίμεναν τη στιγμή που οι δύο κολοσσοί θα συγκρούονταν στη θάλασσα. Μάλιστα, η βρετανική πολιτική ηγεσία ασκούσε διαρκείς πιέσεις στο ναυαρχείο για μία -έστω μικρής κλίμακας- νίκη, προκειμένου να τονωθεί το πατριωτικό αίσθημα μετά τις απανωτές ήττες στην Γαλλία. Ουδείς αμφέβαλλε για την ανωτερότητα του Βασιλικού Ναυτικού. Την πεποίθηση αυτή ήρθε να διαψεύσει ο Γερμανός αντιναύαρχος Maximilian von Spee, την 1η Νοεμβρίου 1914.

Η μοίρα του Spee, αποτελούμενη από 5 νεότευκτα σκάφη, συγκρούστηκε με την μοίρα του Βρετανού υποναυάρχου Sir Christopher Cradock, αποτελούμενη από 4 παλαιά καταδρομικά. Μέσα σε λίγες ώρες οι Βρετανοί απώλεσαν 2 σκάφη και 1.654 άνδρες, ενώ οι γερμανικές απώλειες ανήλθαν σε μερικές ζημιές και 2 τραυματίες. Παρ’ όλο που, τελικά, η άφιξη ισχυρών ενισχύσεων οδήγησε στη βύθιση των πλοίων του Spee (στις 07 Δεκεμβρίου 1914), το κύρος και η φήμη του αήττητου του Βασιλικού Ναυτικού είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα.

Εν πλω προς την Γιουτλάνδη

Στις 30 Μαίου 1916, ύστερα από σχετική προειδοποίηση των βρετανικών υπηρεσιών πληροφοριών για επικείμενη έξοδο του Στόλου Ανοιχτής Θαλάσσης, ο Μέγας Βρετανικός Στόλος αναχώρησε από τις βάσεις του. Προπορευόταν μία ισχυρή μοίρα βαρέων καταδρομικών υπό τον ναύαρχο Sir David Beatty, με σκοπό να εντοπίσει τους Γερμανούς και να τους οδηγήσει στον κυρίως στόλο. Η ισχύς των δύο αντιπάλων ήταν η εξής:

Μέγας Βρετανικός Στόλος

  • 24 θωρηκτά Dreadnought
  • 9 βαρέα καταδρομικά
  • 4 ελαφρά θωρηκτά
  • 8 καταδρομικά
  • 23 ελαφρά καταδρομικά
  • 81 αντιτορπιλικά

Σύνολο: 141 σκάφη

Στόλος Ανοιχτής Θαλάσσης

  • 22 θωρηκτά Dreadnought
  • 5 βαρέα καταδρομικά
  • 9 ελαφρά καταδρομικά
  • 63 αντιτορπιλικά και τορπιλάκατοι

Σύνολο: 99 σκάφη

Πέραν της αριθμητικής υπεροχής, οι Βρετανοί διέθεταν και έναν άλλο αριθμό πλεονεκτημάτων. Τα πληρώματά τους ήταν άριστα εκπαιδευμένα και με υψηλό ηθικό, η ισχύς πυρός τους ήταν μεγαλύτερη, ενώ το βεληνεκές των πυροβόλων τους ξεπερνούσε το αντίστοιχο των γερμανικών κατά 5 χλμ. Όλα τα σημάδια προμήνυαν μία εύκολη βρετανική νίκη.

Η ναυμαχία

Την αυλαία της σύγκρουσης άνοιξαν τα προπορευόμενα τμήματα των δύο στόλων. Στις 15:30 της 31ης Μαΐου 1916, η μοίρα του Beatty συνάντησε την μοίρα των 5 βαρέων καταδρομικών του Γερμανού ναυάρχου Hipper. Υπερτερώντας αριθμητικά σε βεληνεκές και ισχύ πυρός, οι Βρετανοί επέλεξαν να εμπλακούν χωρίς να περιμένουν την κυρίως δύναμή τους. Χωρίς να έχει διευκρινιστεί μέχρι και σήμερα το γιατί, ο Βρετανός ναύαρχος μείωσε την απόσταση που τον χώριζε από τους Γερμανούς, και έθεσε τα πλοία του εντός του βεληνεκούς των εχθρικών πυροβόλων, θυσιάζοντας τα πλεονεκτήματά του.

Στις 15:48 οι Γερμανοί άνοιξαν πρώτοι πυρ, με τα βρετανικά πλοία να ανταπαντούν. Ευρισκόμενα με τον ήλιο στα νώτα, τα γερμανικά πλοία αποτελούσαν δυσδιάκριτους στόχους -χάρη και στο χλωμό γκρι χρώμα τους-, εν αντιθέσει με τα βρετανικά που, λόγω του έντονου χρώματός τους και του ήλιου, προσέφεραν ευκρινέστατους στόχους. Μέσα σε 40 λεπτά η μοίρα του Beatty βρισκόταν σε δεινή θέση. 2 καταδρομικά είχαν βυθιστεί αύτανδρα, 1 είχε τεθεί εκτός μάχης, και τα υπόλοιπα είχαν υποστεί σοβαρές βλάβες. Η επέμβαση 4 θωρηκτών και 12 αντιτορπιλικών του υποναυάρχου Evan Thomas κατάφερε να σώσει τον σκληρά δοκιμαζόμενο Beatty. Ήταν η σειρά των Γερμανών να υποστούν σοβαρές ζημιές, αλλά η τύχη τούς χαμογέλασε, καθώς μέσα σε λίγα λεπτά έκανε την εμφάνισή του ο Στόλος Ανοιχτής Θαλάσσης.

Ο ναύαρχος Sir John Jellicoe κατευθύνεται στην γέφυρα της ναυαρχίδας του «Σιδηρούς Δουξ»  λίγο πριν την ναυμαχία της Γιουτλάνδης.

Τα βρετανικά πλοία έκαναν στροφή και κατευθύνθηκαν προς τον Μεγάλο Βρετανικό Στόλο του ναυάρχου Jellicoe, που έπλεε πάσει δυνάμει. Στις 17:45 οι δύο στόλοι συναντήθηκαν και άνοιξαν πυρ. Απέναντί τους οι Γερμανοί συνάντησαν μία γραμμή βρετανικών πολεμικών 15 χλμ, αλλά συνέχισαν να μάχονται, καταφέρνοντας να βυθίσουν τη βρετανική ναυαρχίδα «Ανίκητος». Ωστόσο η βρετανική υπεροχή ήταν εμφανής, και ο ναύαρχος Scheer επέλεξε να πλεύσει, υπό την κάλυψη του σκότους, πίσω στις βάσεις του. Το έργο της οπισθοφυλακής ανέλαβαν τα αντιτορπιλικά και τα ήδη λαβωμένα καταδρομικά του Hipper. Παρά την εμφανή διαφορά σε δύναμη πυρός, τα γερμανικά πλοία επιτέλεσαν το καθήκον τους στο ακέραιο, απωθώντας τα βρετανικά θωρηκτά, κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο και εμποδίζοντας την προσπάθεια του ναυάρχου Jellicoe να αποκόψει τον Στόλο Ανοιχτής Θαλάσσης. Με αυτό τον τρόπο, η σύγκρουση έλαβε τέλος. Οι απώλειες των δύο αντιπάλων ήταν οι ακόλουθες:

Μέγας Βρετανικός Στόλος

  • 3 θωρηκτά Dreadnought
  • 3 βαρέα καταδρομικά
  • 8 αντιτορπιλικά

Στόλος Ανοιχτής Θαλάσσης

  • 1 θωρηκτό Dreadnought
  • 4 βαρέα καταδρομικά
  • 5 αντιτορπιλικά

Συμπεράσματα

Μελετώντας τη ναυμαχία προκύπτουν αρκετά ερωτήματα σχετικά με τη διεξαγωγή της, αλλά και με το μέγεθος των απωλειών. Μία προσεκτική παρατήρηση των σχεδίων, αλλά και των τεχνικών χαρακτηριστικών των δύο πλευρών, ρίχνει φως στις όποιες απορίες.

Τα βρετανικά πλοία διέθεταν ισχυρότερο πυροβολικό, μεγαλύτερη ταχύτητα και μεγαλύτερο βεληνεκές από τα αντίστοιχα γερμανικά. Ωστόσο, δεν διέθεταν θωράκιση επί του καταστρώματος. Σε περίπτωση που οι εχθρικές οβίδες προσέκρουαν σε αυτό υπό γωνία 75 – 90 μοιρών μπορούσαν να το διαπεράσουν, να φτάσουν στις αποθήκες πυρομαχικών και να προκαλέσουν εσωτερική έκρηξη – όπως σημειώθηκε σε αρκετές περιπτώσεις. Επιπλέον, τα σκοπευτικά μηχανήματα και συστήματα διεύθυνσης πυρών ήταν απαρχαιωμένα και αναποτελεσματικά. Τέλος, ο τρόπος μετάδοσης των διαταγών γινόταν μέσω φωτεινών σημάτων, σημαιών και, σε ελάχιστες περιπτώσεις, ασυρμάτων – γεγονός που δυσκόλευε τη σωστή και έγκαιρη μεταβίβαση σε συνθήκες μάχης. Επί παραδείγματι, κατά την αρχική σύγκρουση των μοιρών καταδρομικών των Beatty και Hipper, από λάθος κατά την μεταβίβαση, τα βρετανικά πλοία αγνόησαν τελείως το καταδρομικό Derfflinger, το οποίο έβαλε ανενόχλητο κατά των βρετανικών σκαφών.

Εν αντιθέσει, τα γερμανικά πλοία διέθεταν ισχυρό πυροβολικό και μεγαλύτερη θωράκιση σε όλο το μήκος του πλοίου. Αν και υστερούσαν σε βεληνεκές, ταχύτητα και δύναμη πυρός, διέθεταν εξαιρετικά συστήματα πυρός και μετάδοσης διαταγών. Απτή απόδειξη είναι, αφενός, η αναλογία επιτυχών πληγμάτων (2 – 0.85), αλλά και το ότι αρκετές οβίδες έπληξαν τα αντίπαλα πλοία σχεδόν καθέτως στο κατάστρωμα. Τέλος, αντίθετα με την σιδηρά πειθαρχία του βρετανικού ναυτικού, οι Γερμανοί κυβερνήτες ενθαρρύνονταν να λαμβάνουν πρωτοβουλίες χωρίς να αναμένουν διαταγές από τους ανωτέρους τους.

Επιμύθιο

Η ναυμαχία της Γιουτλάνδης έληξε χωρίς έναν ξεκάθαρο νικητή. Αν εξεταστεί από πλευράς επιδόσεων επί του πεδίου, τότε η νίκη μπορεί να αποδοθεί στους Γερμανούς, καθώς αντιμετώπισαν τον ισχυρότερο στόλο της εποχής υπό δυσμενείς όρους, κατάφεραν να του προκαλέσουν σημαντικές απώλειες και να επιστρέψουν σχετικά αλώβητοι στις βάσεις τους. Αν, όμως, εξεταστεί από πλευράς στρατηγικού πεδίου, τότε νικητές αναδείχθηκαν οι Άγγλοι, καθώς κατάφεραν να αναχαιτίσουν την έξοδο του Στόλου Ανοιχτής Θαλάσσης, να του προκαλέσουν απώλειες και να τον κλείσουν στα λιμάνια του, απ’ όπου δεν επιχείρησε άλλη έξοδο καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Πηγές:

  1. Bellairs, C. (1919). The Battle of Jutland, Hodder & Stoughton, London 1919.
  2. Bennet, G. (1968). Naval Battles of the First World War, Batsford, London 1968.
  3. Burt, R.A. (1968). British Battleships of World War One, Arms & Armour Press, London 1968.
  4. Ουέστγουελ, Ι. (2006). Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος Ημέρα με Ημέρα, εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2006.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest