Η Βύθιση του Lusitania: Έγκλημα Πολέμου ή Νόμιμος Στόχος;

Η βύθιση του βρετανικού υπερωκεάνιου RMS Lusitania στις 7 Μαΐου 1915 από το γερμανικό υποβρύχιο U-20 αποτελεί μία από τις πολλές ”βάρβαρες ενέργειες” που καταλογίστηκαν στους Γερμανούς κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναμφίβολα, αποτέλεσε μία κίνηση που ζημίωσε τον γερμανικό σκοπό καθώς προκάλεσε οργή στις ΗΠΑ, ξεσηκώνοντας δριμύ αντι-γερμανικό συναίσθημα. Την εποχή εκείνη διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί ισχυρίστηκαν πως ήταν ένα άοπλο επιβατηγό πλοίο, και η απροειδοποίητη βύθισή του αποτελούσε μία θηριωδία του πολέμου. Στον αντίποδα, οι Γερμανοί υποστήριξαν πως το πλοίο μετέφερε λαθραία όπλα και πυρομαχικά στην Αγγλία, οπότε αποτελούσε νόμιμο στόχο. Το ερώτημα είναι: Ποιος είχε δίκιο;

Ο πόλεμος υποβρυχίων

Επί σχεδόν 200 χρόνια η Βρετανική Αυτοκρατορία εξουσίαζε τις θάλασσες. Με εκτεταμένες αποικίες σε όλο τον πλανήτη, η ανάγκη διατήρησης ενός ισχυρού στόλου ήταν κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη. Ως αποτέλεσμα, το Βασιλικό Ναυτικό αποτελούσε την ισχυρότερη δύναμη του πλανήτη, έχοντας την ικανότητα να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τους δύο μεγαλύτερους στόλους της Ευρώπης, τον γαλλικό και τον γερμανικό. Έχοντας επίγνωση της βρετανικής υπεροχής σε αυτό τον τομέα, το γερμανικό ναυαρχείο δεν έτρεφε αυταπάτες. Πράγματι, ο Στόλος Ανοιχτής Θαλάσσης ήταν μια υπολογίσιμη δύναμη και μέγα φόβητρο για τη βρετανική θαλασσοκρατία. Ωστόσο, δεν έπαυε να υστερεί σε δύναμη πυρός, ταχύτητα, βεληνεκές και ναυτική παράδοση. Δεδομένων των προαναφερθέντων, οι Γερμανοί είχαν καταστρώσει ένα εντελώς διαφορετικό σχέδιο δράσης, το οποίο ήταν τα υποβρύχια.

Γερμανικό U-Boot του Α’ ΠΠ. Τα υποβρύχια αποτέλεσαν μία διαρκή απειλή για το εμπόριο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Τα γερμανικά υποβρύχια, ή αλλιώς U-Boots, αποτελούσαν αληθινά στρατιωτικά αριστουργήματα. Με μήκος 64 μέτρα, πλήρωμα 44 ανδρών, δύο κινητήρες ντίζελ ισχύος 1.700 ίππων και δύο ηλεκτρικούς κινητήρες των 1.200 ίππων, είχαν την ικανότητα να αναπτύσσουν ταχύτητα 9 κόμβων εν καταδύσει, διαθέτοντας μεγάλη ακτίνα δράσης και αυτονομία έως και 4 εβδομάδες στην ανοιχτή θάλασσα. Ο οπλισμός τους αποτελούνταν από 4 τορπιλοσωλήνες των 19.7 ιντσών και ένα πυροβόλο καταστρώματος των 3,5 ιντσών.

Ο ρόλος των υποβρυχίων ήταν απλός. Δρώντας ατομικά και ανεξάρτητα στον Ατλαντικό, θα προσέβαλλαν τα εμπορικά πλοία με κατεύθυνση την Αγγλία. Η χώρα είχε άμεση ανάγκη από πρώτες ύλες και τρόφιμα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό εισήγαγε. Ένα ισχυρό πλήγμα στο σύστημα ανεφοδιασμού της θα οδηγούσε την Αγγλία σε λιμοκτονία και -σταδιακά, ενδεχομένως- σε έξοδο από τον πόλεμο. Καθ’ όλη την διάρκεια του πολέμου, η Γερμανία ναυπήγησε 375 U-Boots, τα οποία παραλίγο να φέρουν την αποστολή τους εις πέρας.

Έχοντας γαλουχηθεί στην πρωσική λογική του έντιμου πολέμου και πιστοί στο ius in bello, οι Γερμανοί κυβερνήτες υποβρυχίων δρούσαν ως εξής: Όταν εντόπιζαν τον στόχο τους αναδύονταν και προειδοποιούσαν το πλοίο να σταματήσει. Στην συνέχεια, άγημα ναυτών επιβιβαζόταν σε αυτά και πραγματοποιούσε έλεγχο επί του φορτίου. Αν διαπιστωνόταν -όπερ και σχεδόν πάντα εγένετο- ότι προορισμός ήταν η Αγγλία, δινόταν χρόνος στο πλήρωμα να μεταβεί στις σωσίβιες λέμβους και, στη συνέχεια, το πλοίο βυθιζόταν με πυρά πυροβόλου. Η δράση αυτή περιόριζε τις απώλειες σε αμάχους αλλά ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα, εκθέτοντας το υποβρύχιο στον κίνδυνο εντοπισμού του. Παρά ταύτα οι επιτυχίες τους ήταν εξαιρετικές, με περισσότερους από 500 εκατομμύρια τόνους να καταλήγουν στον πάτο της θάλασσας ετησίως.

Η βρετανική απάντηση.

Εν αντιθέσει με τους Γερμανούς ομολόγους τους, το Βρετανικό Ναυαρχείο παρέμενε προσκολλημένο στην ”Παλαιά Φρουρά” – ήτοι στις μονάδες επιφανείας με έμφαση στα θωρηκτά, το καμάρι του στόλου. Οι Λόρδοι της Θαλάσσης αντιμετώπιζαν τα υποβρύχια με υποτιμητικό τρόπο, ενώ δεν είχαν διστάσει να δηλώσουν πως: ”Όλοι οι κυβερνήτες και τα πληρώματα υποβρυχίων που θα συλλαμβάνονται πρέπει να οδηγούνται στην κρεμάλα ως κοινοί πειρατές!”. Αυτή η στενόμυαλη προσέγγιση οδήγησε σε ελλιπή μέτρα αντιμετώπισης των γερμανικών υποβρυχίων. Επί παραδείγματι, δεν παραχωρούνταν συνοδεία πολεμικών στα εμπορικά σκάφη τα οποία διέσχιζαν τον Ατλαντικό ενώ, κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα πλοία έπλεαν μερικώς φωτισμένα, προσφέροντας ευκρινέστατους στόχους. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως η καύτρα ενός τσιγάρου σε συνθήκες απόλυτου σκότους, όπως αυτές που επικρατούν στην ανοιχτή θάλασσα και δη στον Ατλαντικό, υπό ήπιες καιρικές συνθήκες μπορεί να εντοπιστεί από απόσταση ενός ναυτικού μιλίου ( περίπου 1.800 μέτρων )!

Θωρηκτά του Μέγα Βρετανικού Στόλου στο αγκυροβόλιό τους στο Scapa Flow. Η ανθυποβρυχιακή άμυνα του βασικού ναυστάθμου του Βασιλικού Ναυτικού ήταν τουλάχιστον για γέλια.

Μία άλλη απεικόνιση της οπισθοδρομικότητας των Βρετανών καθίσταται εμφανής και στα ανθυποβρυχιακά μέτρα που είχαν ληφθεί για το Scapa Flow, το μεγαλύτερο αγκυροβόλιο του Μέγα Βρετανικού Στόλου. Σύμφωνα με τις διαταγές, ομάδες ναυτών έπρεπε να περιπλέουν τη βάση με μικρές κωπήλατες βάρκες, με μοναδικό οπλισμό ένα σφυρί! Σε περίπτωση που εντόπιζαν κάποιο περισκόπιο, έπρεπε να κωπηλατήσουν πάσει δυνάμει και, αφού προσεγγίσουν το περισκόπιο το ταχύτερο δυνατόν, να το χτυπήσουν δυνατά με το σφυρί, αχρηστεύοντάς το.

Γράφημα πλοίου τύπου Q όπου σημειώνονται οι θέσεις των καμουφλαρισμένων πυροβόλων. Η ανέντιμη αυτή τακτική των Άγγλων οδήγησε τους Γερμανούς στον τορπιλισμό πλοίων χωρίς προειδοποίηση.

Παρά ταύτα, τα U-Boots παρέμεναν μια μεγάλη απειλή που έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Παραβιάζοντας κάθε κώδικα τιμής αλλά και το δίκαιο του πολέμου, οι Βρετανοί άρχισαν να χρησιμοποιούν πλοία Q. Επρόκειτο για επιβατηγά, εμπορικά ή αλιευτικά σκάφη εξοπλισμένα με καμουφλαρισμένα πυροβόλα ή για παραλλαγμένα πολεμικά. Όταν ένα U-Boot έβγαινε στην επιφάνεια για να προειδοποιήσει το πλοίο, το πλήρωμα έβαλλε με τα καμουφλαρισμένα πυροβόλα, βυθίζοντάς το. Σε αντίποινα για αυτή την ” άτιμη και βρώμικη ” τακτική, οι Γερμανοί κυβερνήτες εφήρμοσαν την λογική του: ”όταν αμφιβάλλεις, βύθιζε εν τη εμφανίσει” θέση, που αργότερα έγινε δεκτή και από την γερμανική κυβέρνηση. Θύμα όλων αυτών έμελλε να είναι και το Lusitania.

Η βύθιση του Lusitania.

Με μήκος 258 μέτρων, εκτόπισμα 32.500 τόννων και ανώτατη ταχύτητα 26 κόμβων, το RMS Lusitania ήταν το καμάρι της εταιρείας Cunard. Σήμα κατατεθέν του αποτελούσαν τα 4 φουγάρα ύψους 25 μέτρων που υψώνονταν πάνω από το κατάστρωμά του. Το μέγεθος και η ταχύτητά του είχαν δημιουργήσει την εντύπωση πως ήταν αβύθιστο και δεν διέτρεχε κίνδυνο τορπιλισμού. Στηριγμένη σε αυτές ακριβώς τις διαδόσεις, η εταιρεία Cunard βρήκε την ευκαιρία να πολλαπλασιάσει κατακόρυφα τα κέρδη της μεσούντος του πολέμου. Ύστερα από πρόταση των Βρετανών, το πλοίο μετέφερε λαθραία πολεμικό υλικό σε κάθε του ταξίδι από τις ΗΠΑ προς την Αγγλία. Η ουδετερότητα των Αμερικανών στον πόλεμο, αλλά και οι πολυάριθμοι επιβάτες, αποτελούσαν εγγύηση κατά μιας τορπιλικής επίθεσης.

Ατυχώς για τους Άγγλους, οι ενέργειες αυτές κίνησαν την περιέργεια των γερμανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Το γερμανικό προξενείο στις ΗΠΑ, μάλιστα, εξέδωσε ανοιχτά μέσω του τύπου ανακοίνωση πως το πλοίο πραγματοποιούσε λαθραία ”παράνομο υλικό”, γεγονός που το καθιστούσε στόχο πολέμου. Η είδηση αυτή βέβαια δεν πτόησε τους Βρετανούς, που συνέχισαν τις μεταφορές. Την ίδια στιγμή, η όλη κατάσταση αντιμετωπιζόταν ως ανέκδοτο από την Αμερικανική κοινωνία. Πολλοί έβλεπαν τις γερμανικές δηλώσεις ως απλά ψεύδη, ενώ άλλοι, συμπεριλαμβανομένου και του κυβερνήτη του Lusitania, William Turner, δήλωναν απερίφραστα: ”Το καλύτερο αστείο που έχω ακούσει εδώ και καιρό είναι ετούτη η κουβέντα για τον τορπιλισμό του Lusitania.”.

Η προειδοποίηση της γερμανικής πρεσβείας στις ΗΠΑ προς τους επιβάτες του Lusitania. Παρά την δημοσίευσή της στον τύπο, ουδείς την έλαβε σοβαρά υπόψιν.

Υπό αυτές τις συνθήκες, την 1η Μαΐου 1915 μεγάλος αριθμός επιβατών επιβιβαζόταν στο Lusitania για το ταξίδι Νέα Υόρκη – Λίβερπουλ. Αξίζει να σημειωθεί πως, αρκετές ημέρες νωρίτερα, το γερμανικό προξενείο προειδοποίησε για άλλη μια φορά, ανοιχτά, μέσω του τύπου, το επιβατικό κοινό πως το πλοίο αποτελούσε νόμιμο στόχο πολέμου. Δυστυχώς, ουδείς ενδιαφέρθηκε να ακούσει. Στις 7 Μαΐου 1915, και ενώ έπλεε στα ανοιχτά του Old Head, νοτίως της Ιρλανδίας, εντοπίστηκε από το U-20.

 

Ο κυβερνήτης του U-20, Walther Schwieger, βρισκόταν στη θάλασσα από τα τέλη Απριλίου, και μόλις την προηγούμενη μέρα είχε βυθίσει 2 πλοία. Μόλις εντόπισε το Lusitania, πυροδότησε την μία από τις δύο εναπομείνασες τορπίλες του από απόσταση 700 μέτρων. Το πλήγμα υπήρξε καίριο και, βλέποντας την έκρηξη, ο Γερμανός κυβερνήτης αποφάσισε να επιστρέψει στη βάση του. Εν τω μεταξύ, το πλοίο είχε μετατραπεί, μυστηριωδώς, σε μια κόλαση φωτιάς. Βυθίστηκε μέσα σε 18 λεπτά, με απώλειες 1.201 ατόμων (785 επιβάτες και 413 πλήρωμα), στην πλειοψηφία τους Βρετανοί. Ανάμεσα στους νεκρούς συγκαταλέγονταν και 124 Αμερικανοί.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η κοινή γνώμη των ΗΠΑ στράφηκε με μένος κατά της ”εν ψυχρώ δολοφονίας” που είχαν διαπράξει οι Γερμανοί.

Νόμιμος στόχος ή έγκλημα πολέμου;

Τόσο οι Βρετανοί όσο και οι Γερμανοί άρχισαν έναν φρενήρη αγώνα υποστήριξης των θέσεών τους.

Την ίδια χρονιά οι βρετανικές αρχές διεξήγαγαν έρευνες στο ναυάγιο, για να διαπιστωθεί αν το πλοίο μετέφερε πράγματι πολεμικό υλικό. Το πόρισμα της επιτροπής ήταν ότι: ”Το πλοίο δεν μετέφερε ύποπτο φορτίο!”. Το 1918 αντίστοιχη έρευνα πραγματοποιήθηκε και από τις αμερικανικές αρχές, καταλήγοντας στο ίδιο πόρισμα. Αξίζει να σημειωθεί πως την περίοδο εκείνη οι ΗΠΑ είχαν ήδη εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας.

Μία άλλη ενέργεια των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών ήταν η ”δημοσιοποίηση” του ”Μεταλλίου για την Βύθιση του Lusitania”. Επρόκειτο για ένα μετάλλιο που είχε φτιάξει αυτοβούλως ένας ιδιώτης στο Μόναχο, και στο οποίο εικονίζονταν στη μία πλευρά επιβάτες να παίρνουν εισιτήρια από έναν σκελετό (απεικόνιση του θανάτου), και στην άλλη ένα βυθιζόμενο πλοίο γεμάτο πυρομαχικά με την επιγραφή ”Όχι λαθρεμπόριο!”. Το μετάλλιο αυτό αποτελούσε κριτική κατά της βύθισης και, ως εκ τούτου, απαγορεύτηκε στην Γερμανία. Ωστόσο, η ΜΙ6 προμηθεύτηκε ένα αντίγραφό του και έφτιαξε 250.000 αντίγραφα τα οποία διοχέτευσε στην αγορά, αφήνοντας να εννοηθεί πως ότι Γερμανοί πανηγύριζαν για τους τόσους θανάτους.

Το περίφημο μετάλλιο βύθισης του Lusitania.

Στον αντίποδα, οι γερμανικές αρχές αρνήθηκαν κάθε σχέση με τα παραπάνω. Ο κυβερνήτης του U-20 πέρασε από ανακριτική επιτροπή, στην οποία δήλωσε πως αγνοούσε την ταυτότητα του πλοίου που τορπίλισε. Σύμφωνα με τον ίδιο: ”Εντόπισα το πλοίο αλλά δεν το αναγνώρισα. Επειδή αμφέβαλλα για το αν είναι οπλισμένο ή όχι, προτίμησα να το πλήξω χωρίς προειδοποίηση.”. Κοινώς, ο Schwieger είχε βυθίσει το πλοίο επί τη εμφανίσει. Αξίζει να σημειωθεί πως η γερμανική κυβέρνηση ζήτησε συγγνώμη από τις ΗΠΑ για τον θάνατο των Αμερικανών πολιτών, και πρότεινε να καταβάλει αποζημίωση 1.000 δολαρίων για κάθε νεκρό Αμερικάνο – πρόταση που απορρίφθηκε από την αμερικανική ηγεσία στις 22 Νοεμβρίου 1915.

Μετά την λήξη του πολέμου βρέθηκαν αντίτυπα της μεταφορικής του πλοίου, τα οποία απεδείκνυαν πως το Lusitania μετέφερε πράγματι πυρομαχικά. Συγκεκριμένα, στα αμπάρια του υπήρχαν 4.200 κιβώτια με σφαίρες τυφεκίων (1.000 σφαίρες το καθένα ήτοι 4.200.000 σφαίρες), 1.250 κιβώτια με βλήματα, και 18 κιβώτια με κρουσιφλεγείς σφαίρες – όλα παρανόμως φορτωμένα. 

Συμπέρασμα

Λαμβάνοντας υπόψιν τα προαναφερθέντα, καταλήγουμε στο ακόλουθο συμπέρασμα: Πράγματι το Lusitania μετέφερε παράνομα πολεμικό υλικό, γεγονός που το καθιστούσε στόχο πολέμου. Κατ’ επέκταση, ο βρετανικός ισχυρισμός, και η κρατούσα άποψη περί εγκλήματος πολέμου των ”κακών” Γερμανών αποτελεί ψέμα. Ωστόσο, ούτε οι Γερμανοί ήξεραν τον ακριβή τύπο του φορτίου. Αναμφίβολα είχαν τις υποψίες τους, αλλά όχι στοιχεία. Τέλος, το γεγονός ότι το U-20 βύθισε το Lusitania χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητά του αποτελεί, τρόπον τινά, τεκμήριο αθωότητας – καθώς το πλοίο δεν στοχοποιήθηκε, αλλά βυθίστηκε επί τη εμφανίσει.

Πηγές:

  1. Ίαν Ουέστγουελ (n.d.). Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος Ημέρα με Ημέρα, εκδόσεις Ψυχογιός
  2. Taylor, A.J.P. (1965). English History, 1914 – 1945 ( Claredon Press, Oxford, 1965 )
  3. Lewis,M. (1957). The History of the British Navy, ( Penguin, London and Baltimore, 1957)
  4. uboat. (2018). The U-Boat War in World War One. https://uboat.net/wwi/
  5. Hough, R. (1983). The Great War at Sea 1914-8. Oxford University Press, Oxford, 1983

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest