Γιατί τα Βαλκάνια;

Εισαγωγή

Η χερσόνησος του Αίμου, τα Βαλκάνια δηλαδή, αποτέλεσε μήτρα και χώρο δράσης για κάποιους από τους σημαντικότερους πολιτισμούς, που επηρέασαν τον κόσμο – με πρώτους εξ αυτών τους αρχαίους Έλληνες, τους Πέρσες και τους Ρωμαίους. Παράλληλα, ήταν κέντρο μεγάλων και εύρωστων αυτοκρατοριών, όπως της Βυζαντινής, φυσικά, αλλά και της Οθωμανικής. Επίσης, είναι «μητέρα» τεράστιων προσωπικοτήτων όλων, φυσικά, των κλάδων, καλλιτεχνών, πολιτικών, επιστημόνων, στρατιωτικών και πολλών άλλων. Μία εξήγηση κρίνεται αναγκαία σε αυτό το σημείο. Αν κοιτάξει κανείς αυτή την εισαγωγή, θα νομίζει πως ο γράφων «ευλογεί τα γένια του» ή, συγκεκριμένα, αυτά των προγόνων του. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η επιρροή των Ελλήνων σε όλους τους λαούς των Βαλκανίων είναι αδιαμφισβήτητη και, μάλιστα, πολύ μεγάλη για να λησμονείται. Οι σλαβικοί λαοί που κατοίκησαν την περιοχή του Αίμου, περίπου τον 5ο- 6ο αιώνα μ. Χ., επηρεάστηκαν σφόδρα από την ακτινοβολία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αντιγράφοντας και προσαρμόζοντας στα δικά τους μέτρα και σταθμά αυτά τα οποία δέχονταν από την ισχυρότερη δύναμη της τότε εποχής. Ανέπτυξαν, έτσι, δικό τους πολιτισμό, έφτιαξαν μια δικιά τους πορεία, η οποία έχει τις απαρχές της στους Έλληνες. Οι Σλάβοι των Βαλκανίων είναι λαοί, οι οποίοι κατάφεραν να κάνουν αισθητή και σεβαστή την παρουσία τους στο διεθνές παίγνιο και, προφανώς, αξίζει να αποδοθούν «τα του καίσαρος τω καίσαρι».

Σε αυτό το άρθρο, γίνεται προσπάθεια να ερμηνευτεί ο χαρακτηρισμός για τα Βαλκάνια ως «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης», ο οποίος άρχισε να χρησιμοποιείται κατά κόρων από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, κυρίως, τους Δυτικούς, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν και η κατάσταση στην προκειμένη περιοχή άρχισε να περιπλέκεται, και να αυξάνεται η αστάθεια, που διαχύθηκε και στις σχέσεις των κρατών στην Ευρώπη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι έχουν γραφεί τόσα βιβλία, έχουν σπαταληθεί τόσες σελίδες και μελάνι για τα Βαλκάνια. Κορυφαίοι επιστήμονες έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στο να μελετούν και να ερμηνεύουν την περιοχή στην οποία ζούμε – οι οποίοι, μάλιστα, δεν είναι απαραίτητα Βαλκάνιοι. Αυτό μάς δείχνει, με τις πιο αδρές γραμμές, τη σημασία, αλλά και την πολυπλοκότητα που διέπει την ιστορία και την πολιτική των Βαλκανίων, από τη στιγμή της εμφάνισης των πρώτων πολιτισμών στα πανάρχαια χρόνια, μέχρι και σήμερα.

Γιατί, όμως, πυριτιδαποθήκη; Γιατί τόσες συγκρούσεις και τί είναι αυτό που τις προκαλεί; Είναι τα Βαλκάνια μία τελείως διαφορετική περιοχή, πολιτικά και πολιτισμικά από την υπόλοιπη Ευρώπη, και για αυτό θα πρέπει να μελετώνται ξεχωριστά, όπως είπαν τόσο Edward Gibbon, ένας παλαιότερος μελετητής του 18ου αιώνα, όσο και ο Samuel Huntington πιο πρόσφατα;  Όλα αυτά τα ερωτήματα θα απαντηθούν μέσα από την παρουσίαση κάποιων ενδεικτικών ιστορικών γεγονότων και μέσα από τις προσωπικές γνώσεις και απόψεις του γράφοντος. Βέβαια, προκαταβολικά, όσον αφορά το τελευταίο ερώτημα, θεωρεί ο γράφων πως είναι τουλάχιστον ανόητο να υποστηρίζει κάποιος πως μία περιοχή, στην οποία δόθηκε τόσο μεγάλη σημασία, διαχρονικά -τόσο από ευρωπαϊκές, όσο και από εκτός της Γηραιάς Ηπείρου δυνάμεις- δεν ανήκει στην Ευρώπη, αλλά θα πρέπει να λογίζεται ως κομμάτι της εκτός της ηπείρου πολιτισμού. Ο πολιτισμός και η ιστορία των Βαλκανίων είναι αλληλένδετα στοιχεία με την ευρωπαϊκή – γεγονός που καταδεικνύεται από τα πολλά κοινά, όπως τη γλωσσική, τη θρησκευτική συνάφεια, αλλά και την ιστορική πορεία.

Belle époque

Η ιστορία των Βαλκανίων, όπως αναφέρθηκε, ξεκινά πολύ πριν από αυτή την περίοδο, αλλά θεωρεί κανείς πως είναι θεμιτό και πολύ ενδεικτικό παράδειγμα της πολυπλοκότητας και της συγκρουσιακής κατάστασης που επικρατούσε ανέκαθεν στη χερσόνησο. Η “belle époque” (1850- 1914) για την Ευρώπη, εκτός από εποχή επάρκειας, οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας -καθώς έχουν τελειώσει και οι τελευταίες επαναστάσεις του 1848- είναι εποχή εθνικών ξεσηκωμών και παλιγγενεσιών, αλλά και ενοποιήσεων (όπως είναι τα παραδείγματα της Ιταλίας και της Γερμανίας). Ειδικότερα, όμως, θα περιγραφούν τα μετά του 1870 γεγονότα. Η Γηραιά Ήπειρος εξέρχεται από έναν πόλεμο, που έχει καταστήσει τη μεγαλύτερη, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δύναμη της, τη Γαλλία, αδύναμο δρώντα, ενώ ένα μικρό κρατίδιο, την Πρωσία, την ισχυρότερη δύναμη της ηπείρου -που όμοιά της ήταν μόνο η Μεγάλη Βρετανία- ως ενωμένη πλέον Γερμανική αυτοκρατορία. Κυρίαρχος του παιχνιδιού ήταν ο καγκελάριος της Γερμανίας, Otto von Bismark, ο οποίος μέσα από αλλεπάλληλους πολέμους κατάφερε όχι μόνο να ενοποιήσει τα πολλά γερμανικά κρατίδια κάτω από τον έλεγχο της Πρωσίας, αλλά ακύρωσε και δύο μεγάλες δυνάμεις, την Αυστροουγγαρία και τη Γαλλία, οι οποίες καθίσταντο εμπόδιο – η πρώτη για την υλοποίηση του ονείρου της γερμανικής ενότητας και η δεύτερη για την κατάκτηση της θέσης του κυρίαρχου στην Ευρώπη.

Μόλις κατάφερε αυτά, ο Bismark διείδε πως έπρεπε πλέον να εδραιώσει την πρωτοκαθεδρία του, αλλά και να απομονώσει διπλωματικά τη Γαλλία. Έτσι, προσπάθησε, και κατάφερε να φέρει κοντά του τις δύο σημαντικότερες δυνάμεις στην ήπειρο,την Αυστροουγγαρία και τη Ρωσία (η Μεγάλη Βρετανία επέλεξε τότε να απέχει από τα πράγματα της Ευρώπης).  Οι δύο αυτές χώρες ήταν αντίπαλες, καθώς επιθυμούσαν και οι δύο το ίδιο πράγμα: Διείσδυση στα Βαλκάνια.

Κατάσταση στα Βαλκάνια

Η Ελλάδα και η Σερβία είχαν ανεξαρτητοποιηθεί (η πρώτη επίσημα από το 1830, η δεύτερη ανεπίσημα από το 1804), η Οθωμανική αυτοκρατορία έμοιαζε πιο πολύ από ποτέ σαν «γίγαντα με πήλινα πόδια». Οι υπόλοιποι λαοί των Βαλκανίων ήταν έτοιμοι να πάρουν κι αυτοί τη σκυτάλη, και να ανεξαρτητοποιηθούν από τον τουρκικό ζυγό. Τη χερσόνησο του Αίμου, εκείνη την εποχή (κι όχι μόνο), μπορεί να την παρομοιάσει κανείς με ένα χωνί, στο οποίο συγκεντρώνονταν κι αλληλεπιδρούσαν διάφορες ιδεολογίες. Στην Ελλάδα, η «Μεγάλη Ιδέα» είναι, ουσιαστικά, ένας  βαρύγδουπος, στολισμένος από τη λαϊκιστική δεξιοτεχνία του Ιωάννη Κωλέττη (γνωστός για πολλές παρεκτροπές από το σύνταγμα, αλλά και για τον τρόπο που χειριζόταν το λαό), όρος για τον ελληνικό αλυτρωτισμό. Ο Κωλέττης, πρωθυπουργός της χώρας κατά τη βασιλεία του Όθωνα, ανέφερε τη Μεγάλη Ιδέα ως τον ύψιστο στόχο του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους, στις 14 Ιανουαρίου 1844, σε ομιλία του στην Εθνοσυνέλευση. Από τότε και μέχρι την ήττα στη Μικρά Ασία, το 1922, η προσπάθεια για απελευθέρωση κι ένταξη στην ελληνική επικράτεια όλων των περιοχών που κατοικούν αδερφοί Έλληνες ήταν βασικός στόχος του κράτους και όλοι οι μηχανισμοί του, εσωτερικοί και εξωτερικοί, δούλευαν για να πετύχουν αυτό το στόχο. Το ίδιο, ακριβώς, συνέβαινε και με τη Σερβία και τη Βουλγαρία που ονειρεύονταν την κάθοδο στο Αιγαίο και την επιστροφή στις -κατά τα άλλα- βραχύβιες μεσαιωνικές «αυτοκρατορίες» του Stefan Dusan και του Συμεών αντίστοιχα.

Γιατί, όμως, γίνεται αναφορά σε αυτούς τους δύο εθνικισμούς; Τί απέγιναν οι υπόλοιποι σλαβικοί βαλκανικοί λαοί; Θεωρήθηκε σκόπιμο να αναφερθεί κανείς πρώτα στους Σέρβους και τους Βουλγάρους, καθώς ο εθνικισμός τους στηρίχθηκε πάνω στον πανσλαβισμό των Ρώσων – ή καλύτερα ο αλυτρωτισμός τους στήριξε και βοήθησε πολύ την ανάπτυξη του πανσλαβισμού στα Βαλκάνια. Ο πανσλαβισμός είναι ένα δημιούργημα της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας, ήδη από τα χρόνια της Μ. Αικατερίνης (1729- 1796). Σκοπός του ήταν να ενώσει όλους τους Σλάβους των Βαλκανίων, κάτω από τη ρωσική κηδεμονία, ούτως ώστε να ανεξαρτητοποιηθούν από τον οθωμανικό ζυγό. Με άλλα λόγια, ήταν η κάθοδος της Ρωσίας σε «θερμά νερά» με τις πλάτες των Σλάβων των Βαλκανίων. Σε αυτή την προσπάθεια περα,προφανώς, από τους Τούρκους, οι Ρώσοι έβρισκαν αντιπάλους τους Αυστριακούς, οι οποίοι είχαν τον ίδιο στόχο, αλλά και τους Βρετανούς, οι οποίοι θεωρούσαν  απειλή για την κυριαρχία τους στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο μια κάθοδο της Ρωσίας στο Αιγαίο.

Αυτό που, ουσιαστικά, εκτόξευσε τον εθνικισμό στα Βαλκάνια ήταν ο Ρωσο- τουρκικός πόλεμος του 1877- 1878, ο οποίος ήταν επακόλουθο της Βαλκανικής κρίσης του 1875- 1876 (με την εξέγερση στη Βοσνία- Ερζεγοβίνη που υποκινήθηκε από Σέρβους και Μαυροβούνιους, αλλά και από Ρώσους πράκτορες, όπως και την εξέγερση στη Βουλγαρία, υποκινούμενη από τη Ρωσία). Στον εν λόγω πόλεμο, οι Οθωμανοί έχασαν, κι οι Ρώσοι κατάφεραν να ανεξαρτητοποιήσουν τη Ρουμανία (1877) και να φτιάξουν τη Μεγάλη Βουλγαρία με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878). Ακόμα, η Σερβία επεκτεινόταν νότια και προσαρτούσε τις πόλεις Nis, Leskovac και Novi Pazar. Το Μαυροβούνιο τριπλασίαζε την έκτασή του και αποκτούσε διέξοδο στην Αδριατική. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη θεωρήθηκε αυτόνομη υπό την κηδεμονία των Αυστριακών. Αυτό, φυσικά, δεν άρεσε στη Σερβία που θεωρούσε την περιοχή δικιά της πατρογονική εστία. Τα πράγματα στα Βαλκάνια χειροτέρεψαν, όταν με τη συνθήκη του Βερολίνου (1878), η Βουλγαρία μειώθηκε τρομακτικά, πυροδοτώντας εθνικιστικές αντιδράσεις στη χώρα. Παράλληλα, στην Αλβανία δημιουργήθηκε ο σύνδεσμος της Πριζρένης (1878). Αυτός ξεκίνησε, αρχικά, για την ενίσχυση της ενότητας των Μουσουλμάνων στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου, μάλιστα, στηρίχθηκε και από τους Οθωμανούς, αλλά γρήγορα άλλαξε πρόσωπο, παλεύοντας για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού και τη δημιουργία μίας ανεξάρτητης Αλβανίας, με κομμάτι της το Κόσσοβο.

Έτσι, λοιπόν, βλέπει κανείς πως τα βαλκανικά κράτη έχουν σύγκρουση συμφερόντων: η Βουλγαρία διεκδικεί έξοδο στο Αιγαίο, πράγμα που θίγει ευθέως την Ελλάδα, καθώς οι περιοχές αυτές κατοικούνται αμιγώς από Έλληνες, αλλά και την περιοχή των σημερινών Σκοπίων, που ανήκε τότε στους Σέρβους, οι Αλβανοί διεκδικούν (εκτός από την ανεξαρτησία τους) το Κόσσοβο – περιοχή που θεωρούν οι Σέρβοι δικιά τους- και, τέλος οι Σέρβοι διεκδικούν τη Βοσνία- Ερζεγοβίνη. Με αυτή την κατάσταση, τα Βαλκάνια εισέρχονται στους Βαλκανικούς πολέμους (Α’ Βαλκανικός πόλεμος 1912- 1913, Β’ Βαλκανικός πόλεμος 1913), οι οποίοι αλλάζουν το status quo στη χερσόνησο, και αφήνουν τη Βουλγαρία και την Οθωμανική αυτοκρατορία ηττημένες και αναθεωρητικές. Η Αλβανία ανακηρύσσεται ανεξάρτητη, η Ελλάδα κι η Σερβία διπλασιάζονται σε έκταση και πληθυσμό, το Μαυροβούνιο κι αυτό επεκτείνεται. Αλλά ο εθνικισμός κι ο αλυτρωτισμός δεν ικανοποιούνται. Οι Σέρβοι αγωνίζονται για την προσάρτηση της Βοσνίας με κάθε μέσο (πολιτικό, διπλωματικό, στρατιωτικό, ακόμα και με τρομοκρατία).

Σε αυτά μπορεί κανείς να προσθέσει και τον τουρκικό εθνικισμό, ο οποίος παίρνει σάρκα και οστά μετά την επανάσταση των Νεότουρκων και, ειδικά, μετά την ήττα από την Ιταλία (1911) και την ήττα στους Βαλκανικούς, καθιστώντας την Οθωμανική αυτοκρατορία ένα κράτος που θέλει, με κάθε τρόπο, να διορθώσει τα κακώς κείμενα. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που ξεκινά με αφορμή τη δολοφονία του διαδόχου του αυστριακού θρόνου Φραγκίσκου Φερδινάνδου από Σέρβους εθνικιστές της οργάνωσης «Ένωση ή Θάνατος» ή «Μαύρη Χειρ» (Crna ruka, στα σερβικά) βρίσκει τα Βαλκάνια σε εθνικιστική έξαρση. Αυτό που έλεγε ο Bismark πως «αν γίνει πόλεμος, θα γίνει, αν γίνει κάτι στα βαλκάνια», τελικά βγήκε αληθινό.

Επίλογος

Γιατί διάλεξε ο γράφων να εξηγήσει και να ασχοληθεί αποκλειστικά με αυτή την εποχή, και όχι με τα μετέπειτα γεγονότα που είναι εξίσου σημαντικά; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι απλή. Αυτή ήταν η εποχή, κατά την οποία, τα Βαλκάνια θεμελιώθηκαν ως «η Μέση Ανατολή, πριν τη Μέση Ανατολή». Οι συγκρούσεις, οι εξεγέρσεις, οι διεκδικήσεις, αλλά, πιο σημαντικά, οι αντικρουόμενοι εθνικισμοί ξεκίνησαν τότε και ορίζουν την ιστορία των Βαλκανίων,μέχρι και σήμερα, με κάποιες, φυσικά, διαφορές. Προφανώς, κι οι λαοί της χερσονήσου του Αίμου έχουν πολλά κοινά, αλλά έχουν και θεμελιώδεις εθνικές διαφορές που τους κάνουν να κινητοποιούνται ο ένας κατά του άλλου.

Για απαντηθεί, λοιπόν, το ερώτημα στον τίτλο του κειμένου «Γιατί τα Βαλκάνια» (που είναι παραφρασμένος τίτλος του εξαιρετικού βιβλίου της Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ «Γιατί το Βυζάντιο»), γιατί στα Βαλκάνια ο εθνικισμός υπερνικά κάθε άλλη ιδεολογία. Είναι βέβαιο πως και πολύ πριν από την εποχή που αναφερόμαστε υπήρχε και σφυρηλατήθηκε ο εθνικισμός, αλλά από τότε μπορούμε να μιλάμε για κράτη στα Βαλκάνια, που έθεταν τις αλυτρωτικές- εθνικιστικές βλέψεις τους ως βασικό στόχο του κρατικού μηχανισμού. Τα Βαλκάνια θεωρήθηκαν και θεωρούνται -κατά τη γνώμη μας- «πυριτιδαποθήκη», γιατί οι λαοί που τα κατοικούν δεν έχουν ξεχάσει τα όνειρα των προγόνων τους. Οι Αλβανοί δεν έχουν λησμονήσει τη Μεγάλη Αλβανία του Zogu, οι Βούλγαροι τη Μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, οι Τούρκοι (ειδικά υπό την εξουσία Erdogan) δεν έχουν ξεχάσει την Οθωμανική αυτοκρατορία. Είναι δεδομένο πως υπάρχουν αλλαγές, λόγω της εποχής, όπως για παράδειγμα, η Ελλάδα δεν είναι πλέον μία αναθεωρητική χώρα, που παλεύει να προσαρτήσει τις πατρογονικές εστίες. Έχει αφήσει πίσω της αυτό το στόχο, τον οποίο πλήρωσε με αίμα. Δεν νομίζουμε, όμως, ότι κάποιος θα διαφωνήσει πως ακόμα και ο πρόσφατος πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία (1991- 2001), εκτός των άλλων, πυροδοτήθηκε από τους εθνικισμούς των κρατών που αποτελούσαν την ομοσπονδία, οι οποίοι κρατήθηκαν σιωπηροί κάτω από την ηγεσία της εμβληματικής προσωπικότητας του Tito.

Δεν προσπαθεί κανείς να κρίνει τους λαούς των Βαλκανίων πως, εξαιτίας των εθνικισμών τους και της πίστης σε κάποια αρχαία όνειρα, έσυραν πάμπολλες φορές την περιοχή σε πολέμους, αλλά και επιδόθηκαν και σε σφαγές (σφαγή στη Σρεμπρένιτσα κ.ά.), αλλά να φανερώσει το τί υποκινεί τη ρητορική, αλλά και τις πράξεις των βαλκανικών κρατών ακόμα και σήμερα. Παράλληλα, έγινε προσπάθεια να ανακαλυφθεί η στιγμή έκρηξης του εθνικισμού, αλλά και να ξεσκεπαστούν κάποιες θεωρίες «συνωμοσίας», που λένε πως το εκάστοτε βαλκανικό κράτος φέρεται με κάποιον τρόπο για στηρίξει κάποιο άλλο, που τυχαίνει να είναι πάτρωνάς του. Αυτό δεν είναι εντελώς λάθος, αλλά η γνώμη του γράφοντος είναι πως ο καθένας προσπαθεί, κινούμενος από τις εθνικές του επιδιώξεις να πετύχει όσα περισσότερα μπορεί, στηριζόμενος και εκμεταλλευόμενος τις επιδιώξεις κάποιου άλλου.

Πήγες:

  1. Βερέμης Θ. (2016). Βαλκάνια: Ιστορία και κοινωνία. https://www.huffingtonpost.gr/thanos-veremis/-_5559_b_9991994.html
  2. Hobsbawm, E. (2010) Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875- 1914. Θεμέλιο, Αθήνα
  3. Σφέτας Σ. (2011). Εισαγωγή στη Βαλκανική ιστορία, τόμος Β’. Βάνιας, Αθήνα
  4. Castellan, G. (1991). Ιστορία των Βαλκανίων. Γκοβόστης, Αθήνα

Tagged under:

Γεννήθηκα στην Καρδίτσα, αλλά κατοικώ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου στη Θεσσαλονίκη. Είμαι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. με ειδίκευση στην Ιστορία. Είμαι μεταπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πα.Μακ. με ειδίκευση στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διεθνή Πολιτική. Εκτός από την ενασχόληση με τη μελέτη της διεθνούς πολιτικής και την αρθρογραφία, ασχολούμαι με τη μουσική, παίζοντας κιθάρα και πιάνο.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest