Στον αστερισμό του Δρόμου του Μεταξιού: ο διάδρομος της Κεντρικής Ασίας, η σημασία του και η επίδραση στις σινορωσικές σχέσεις

Για το σχέδιο One Belt, One Road -γνωστό και ως “Νέο Δρόμο του Μεταξιού“- έχουν γραφτεί πολλά. Πρόκειται, αναμφίβολα, για το πλέον φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο γεωοικονομικό σχέδιο των τελευταίων δεκαετιών, το οποίο περιλαμβάνει ένα σύνθετο δίκτυο εμπορικών διόδων, αποτελούμενο από αγωγούς, σιδηρόδρομους, λεωφόρους και λιμάνια.

Στην ουσία, πρόκειται για μια απόπειρα της Κίνας να “ξαναζωντανέψει” τον αρχαίο Δρόμο του Μεταξιού που, επί δυναστείας Han, συνέδεε την αυτοκρατορική Κίνα με τον τότε πολιτισμένο κόσμο: την Περσία, τη Μεσοποταμία και τα κράτη της Μεσογείου. Ο Xi Jinping εξήγγειλε την πρωτοβουλία του αυτή το 2013. Έναν χρόνο μετά εγκαινιάστηκε το Ταμείο για τον Δρόμο του Μεταξιού, με αρχικό προϋπολογισμό τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια. Στα υπόλοιπα θεσμικά όργανα, που σκοπό έχουν τη διευκόλυνση της υλοποίησης αυτού του φιλόδοξου σχεδίου, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς το Ταμείο, συγκαταλέγονται η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων Υποδομών και η Αναπτυξιακή Τράπεζα BRICS.

Μέχρι στιγμής, περισσότερες από 200 εταιρίες με έδρες κατά μήκος του “Νέου Δρόμου του Μεταξιού” έχουν υπογράψει μνημόνια συνεργασίας και συμφωνίες με την Κίνα, ενώ στους σημερινούς σχεδιασμούς εμπλέκονται -προς το παρόν- 65 χώρες, γεγονός που καταδεικνύει την ελκυστικότητα του σχεδίου. Ο “Νέος Δρόμος του Μεταξιού” έχει -δικαιολογημένα- χαρακτηριστεί από πολλούς ως ένα σύγχρονο Σχέδιο Μάρσαλ, δεδομένου ότι η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων και Υποδομών (A.I.I.B.) αναμένεται να ξοδέψει το δεκαπλάσιο πόσο από αυτό που είχαν δαπανήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες για την τότε ανοικοδόμηση της Ευρώπης.

Το όλο σχέδιο διαιρείται σε δύο κύριες ζώνες: τη χερσαία και τη θαλάσσια. Δεδομένου του ρίσκου που ενέχει ο θαλάσσιος δρόμος εξαιτίας των πολιτικών εντάσεων στη Νότια Σινική Θάλασσα, και αναφορικά με τον έλεγχο των Στενών Melaka από το αμερικανικό ναυτικό, ο χερσαίος δρόμος καθίσταται συμπληρωματικός και επιτακτικός, ως αξιόπιστη παράλληλη εναλλακτική – ιδιαίτερα, αν λάβει κανείς υπόψη το γεγονός πως περίπου το 50% των ενεργειακών εισαγωγών της “διψασμένης” ενεργειακά Κίνας περνά μέσα από τα -πλάτους 3 μιλίων- Στενά Melaka. Το παρόν άρθρο θα αναπτύξει τον καθοριστικότερο -ίσως- εκ των έξι υπαρχόντων διαδρόμων: αυτόν που διαπερνά την Κεντρική Ασία, γνωστό και ως διάδρομο “China – Central Asia – Western Asia” (Jinchen, 2017).

Σύμφωνα με τον Robert D. Kaplan, “οι εθνικοί δαίμονες της Κίνας, εντός των συνόρων της, την εξωθούν σε σταδιακά πιο ενεργή στρατιωτική και οικονομική δραστηριοποίηση εκτός αυτών” (Kaplan, 2017).

Προτού γίνει λόγος για τις συνέπειες της κινέζικης επέκτασης στην Κεντρική Ασία, επί του μέλλοντος των σχέσεων Πεκίνου και Μόσχας, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστούν τα βαθύτερα αίτια πίσω από τον γενικότερο σχεδιασμό του “Νέου Δρόμου του Μεταξιού”, αλλά και πίσω από τον ειδικότερο διάδρομο της Κεντρικής Ασίας. Οι κοινωνικοοικονομικές, πολιτικές και δημογραφικές προκλήσεις τις οποίες καλείται να αντιμετωπίσει η ανερχόμενη Κίνα, αλλά και ο κίνδυνος που προβάλλουν τα αποσχιστικά ισλαμικά κινήματα κατά μήκος της Κεντρικής Ασίας για την κινεζική εδαφική ακεραιότητα, δημιουργούν το εσωτερικό και εξωτερικό υπόβαθρο πίσω από τη στρατηγική του “One Belt, One Road”.

Εσωτερικές και οικονομικές προκλήσεις

Για την Κίνα του 21ου αιώνα η εξίσωση είναι απλή, και μπορεί σχηματικά να περιγραφεί ως εξής: ενεργειακή ασφάλεια = οικονομική ανάπτυξη = πολιτική σταθερότητα = συνέχιση της πολιτικής κυριαρχίας του Κ.Κ.Κ. (Parag Khanna, Connectography: Mapping the future of global civilization). 

Όσο οι μνήμες και η ιδεολογική κυριαρχία του κομμουνισμού εξασθενούν, το Κ.Κ.Κ. αναγκάζεται να αναζητήσει μια νέα συνεκτική ρητορική, προκειμένου να διατηρήσει τη νομιμοποίησή του και την πολιτική του πρωτοκαθεδρία. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η νομιμοποίηση αυτή βασίστηκε στην οικονομική ανάπτυξη και στην αυξανόμενη ευημερία των Κινέζων πολιτών. Με την πρόκληση της μετάβασης από μια εξαγωγική σε μια καταναλωτική οικονομία να παραμένει, το παραπάνω μεγαλόπνοο σχέδιο αποσκοπεί στην εξασφάλιση της συνέχισης της ανοδικής πορείας της χώρας. Ως προς τον σκοπό αυτό, ο Xi Jinping εμφανίζεται -προς το παρόν- πιστός στον μεταρρυθμιστικό δρόμο που χάραξε ο Deng Xiaoping. Ο τρέχων Πρόεδρος αδημονεί να δώσει νόημα και περιεχόμενο σε αυτό το oποίο ο ίδιος χαρακτήρισε μετεκλογικά ως “κινεζικό όνειρο“. Η πραγμάτωση, λοιπόν, αυτού του εθνικού “κινεζικού ονείρου” περνάει μέσα από τον “Νέο Δρόμο του Μεταξιού”. Έτσι, ο εθνικισμός καλύπτει σταδιακά το κενό που αφήνει πίσω του ο κομμουνισμός, λαμβάνοντας ώθηση από την οικονομική ανάπτυξη.

Με βάση τα προαναφερθέντα δεδομένα σχετικά με την κινεζική οικονομία, προκύπτει η ανάγκη διαφοροποίησης της επαύξησης της ενεργειακής ασφάλειας της εν λόγω χώρας. Οι τρόποι για να επιτευχθεί η ασφάλεια αυτή είναι δύο: μέσω της διαφοροποίησης των προμηθευτών της, αλλά και με τη μεγιστοποίηση της πρόσβασης σε ξένες αγορές – με κυριότερη την Ευρώπη.

Τέλος, στους υπολογισμούς αυτούς θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ανάγκη της Κίνας να μειώσει την εξάρτησή της από το κυρίαρχο αμερικανικό δολάριο.

H Κεντρική Ασία προσφέρει στο Πεκίνο νέες πηγές πρώτων υλών και νέες αγορές, καθώς και μια κρίσιμη διαμετακομιστική δίοδο, με σκοπό την τροφοδότηση της αναπτυσσόμενης κινεζικής οικονομικής μηχανής. Ενδεικτικό της οικονομικής δύναμης της χώρας στην ευρύτερη περιοχή είναι το γεγονός ότι, ήδη από το 2008, το Πεκίνο εκτόπισε τη Μόσχα από την πρώτη θέση των εμπορικών εταίρων των κρατών της Κεντρικής Ασίας, ενώ κατέστη το ίδιο κύριος δανειστής και επενδυτής, με ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα της ενέργειας. Το 2014, το Πεκίνο υποσχέθηκε 64 δισεκατομμύρια δολάρια για επενδύσεις σε υποδομές, δίχως, μάλιστα, να συνυπολογιστούν τα 46 δισεκατομμύρια δολάρια που αποτελούν μέρος του σχεδίου “One Belt, One Road”.

Σήμερα, κινεζικές εταιρίες κατέχουν περίπου το 1/4 της καζακικής πετρελαϊκής παραγωγής, αλλά και περισσότερο από το 1/2 των εξαγωγών αερίου του Türkmenistan (Wilson, 2016).

Επομένως, η σύγχρονη κινεζική επέκταση αφορά περισσότερο την εμπορική δικτύωση μέσω διασυνοριακών υποδομών, καθώς και την κατάκτηση αγορών, και όχι την παραδοσιακού τύπου εδαφική κυριαρχία.

Έχοντας βιώσει την ιμπεριαλιστική κυριαρχία της αυτοκρατορικής Μογγολίας και των Σοβιετικών, τα κράτη της Κεντρικής Ασίας ετοιμάζονται για μια νέα εποχή: την εποχή της κινεζικής αναδιαμόρφωσης του ευρασιατικού χάρτη – αυτή τη φορά, όμως, όχι βάσει συνοριακών μεταβολών, αλλά μέσω αλυσίδων εφοδιασμού (“supply chains”). Το “Μεγάλο Παιχνίδι” του 19ου αιώνα -που διεξήχθη στα πλαίσια του περιφερειακού ανταγωνισμού μεταξύ τσαρικής Ρωσίας και Μεγάλης Βρετανίας- αντικαθίσταται από μια νέα, σύγχρονη εκδοχή του, με βασική πρωταγωνίστρια, αυτή τη φορά, τη “διψασμένη” για ενεργειακά κοιτάσματα Κίνα. Χώρες της Κασπίας Θάλασσας, όπως το Kazakhstan και το Türkmenistan, προσφέρονται για τη δημιουργία αγωγών αερίου προς ανατολάς. Αυτοί οι νέοι αγωγοί, με κατεύθυνση την Κίνα, πλήττουν την πρωτοκαθεδρία της -επίσης συνδεδεμένης ενεργειακά με το Πεκίνο- Μόσχας.

Πηγή: Stratfor
https://www.stratfor.com/article/chinas-long-march-central-asia

Η εξωτερική διάσταση και η τρομοκρατική απειλή

Εκτός, όμως, από αυστηρά οικονομικούς σκοπούς, το κινεζικό σχέδιο εξυπηρετεί και ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις ασφαλείας. Από την εποχή της δυναστείας Han, ο “Δρόμος του Μεταξιού” αποτελούσε -μεταξύ άλλων- ένα ασφαλές στρατηγικό ανάχωμα απέναντι σε πιθανές χερσαίες εχθρικές επεμβάσεις, αλλά και μια ευκαιρία για επέκταση της πολιτικής επιρροής της Κίνας προς δυσμάς.

Σήμερα, στην περίπτωση της Κεντρικής Ασίας και του Αφγανιστάν, προτεραιότητα αποτελεί η επιδίωξη υπονόμευσης και ανάσχεσης του ισλαμικού ριζοσπαστισμού, αλλά και των διαφόρων αποσχιστικών κινημάτων εθνικιστικού και φονταμενταλιστικού χαρακτήρα, τα οποία συναντά κανείς κατά μήκος του συγκεκριμένου διαδρόμου. Κράτη, όπως το Uzbekistan, απειλούνται κατά καιρούς από διάφορα ισλαμικά κινήματα που αμφισβητούν τον κοσμικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Αντίστοιχο ζήτημα εισροής ισλαμικών εξτρεμιστικών στρατιωτικών στοιχείων στην επικράτειά της αντιμετωπίζει και η ίδια η Κίνα. Στην ανατολική επαρχία Xinjiang κατοικούν 2.000.000 Μουσουλμάνοι Uyghur (Ουιγούροι), που -κατά καιρούς- έχουν εκφράσει έντονες αποσχιστικές τάσεις (BBCnews, 2012). Μάλιστα, Uyghur εξτρεμιστές φαίνεται να έχουν σταθεί στο πλευρό των Taliban στο Αφγανιστάν, αλλά και στο πλευρό του ISIS στη Συρία και στο Ιράκ (Curgan, 2016).

Αν και η πλειοψηφία των Uyghur έχει προσχωρήσει στον βασικό ενδοανταγωνιστή του ISIS, δηλαδή στην Al Nusra, το πρώτο προσπαθεί να προσεγγίσει τους εν λόγω πληθυσμούς δελεάζοντάς τους οικονομικά – κατ’ αντιστοιχία με το δέλεαρ που προσφέρουν σε μέλη των Taliban (Martina, 2014).

Η επαρχία Xinjiang, η οποία συνορεύει με 8 συνολικά χώρες, θεωρείται ζωτικής σημασίας για την υλοποίηση του “Νέου Δρόμου του Μεταξιού”. Επιπλέον, αποτελεί μια από τις πλουσιότερες σε πετρέλαιο επαρχίες της Κίνας. Γι’ αυτό και οι Uyghur θεωρούν ότι η κεντρική Κυβέρνηση της Κίνας εκμεταλλεύεται τον ορυκτό πλούτο της περιοχής τους, υπονομεύοντας παράλληλα την πολιτιστική τους ταυτότητα και τα πολιτικά τους δικαιώματα, και εξωθώντας τους στη ριζοσπαστικοποίηση (Saifullah, 2016).

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, οι οικονομικοί αναπτυξιακοί σχεδιασμοί της Κίνας συνδέονται και αλληλεπιδρούν με τα ζητήματα ασφάλειας που δημιουργούνται στην περιοχή Xinjiang. Αφενός, η Xinjiang αποτελεί ένα ευρασιατικό σταυροδρόμι, γεγονός που καθίσταται αιτία μετατροπής της σε ενεργειακό και εμπορικό διάδρομο. Αφετέρου, η επίτευξη του νέου αναπτυξιακού σχεδίου, με επίκεντρο την προβληματική αυτή περιφέρεια, θα συνεπαγόταν την οικονομική της τόνωση, καθώς και την ανάσχεση της δυσαρέσκειας της μουσουλμανικής σουνιτικής κοινότητάς της.

Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, η εμβάθυνση της συνεργασίας ανάμεσα στην Κίνα και στις χώρες της Κεντρικής Ασίας, σε συνδυασμό με την εξομάλυνση της κατάστασης στο Αφγανιστάν, φαντάζει ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη διεκπεραίωση της παραπάνω στρατηγικής επιταγής του Πεκίνου, καθώς και για την εξάλειψη ενός εσωτερικού κινδύνου, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και υπαρξιακός.

Ρωσία-Κίνα: ένας βολικός ευκαιριακός άξονας, με προβληματικό μέλλον

Μέχρι πρότινος, το Πεκίνο αρκούταν σε στενά οικονομικές τακτικές και στη μεγιστοποίηση της εμπορικής διασύνδεσής του με τις προαναφερθείσες χώρες. Η μεγαλύτερη εμπορική εμβάθυνση, όμως, συνεπάγεται και μεγαλύτερες ευθύνες όσον αφορά στο κομμάτι της ασφάλειας -δηλαδή, στην εξάλειψη του ρίσκου και στην προστασία των επενδύσεων. Γι’ αυτό τον λόγο, η Κίνα επιδιώκει να ενδυναμώσει τους δεσμούς ασφαλείας με τα κράτη αυτά, υπονομεύοντας έτσι τον παραδοσιακό ρόλο των Ρώσων. Για την ώρα, δεν υπάρχει ενιαία στάση των ενδιαφερομένων κρατών ως προς αυτό το θέμα, με ορισμένα να παρουσιάζονται καχύποπτα, και με τα πιο ευάλωτα -Tajikistan και Kyrgyzstan- να εμφανίζονται ως τα πλέον θετικά προσκείμενα σε μια ενδεχόμενη στενότερη σχέση με την Κίνα στον τομέα της ασφάλειας (Stratfor, 2016).

Για πολλές δεκαετίες, τα κράτη αυτά λειτουργούσαν ως “buffer zone” για την ανασφαλή, γεωγραφικά αχανή και ευάλωτη Ρωσία.

Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Shanghai, παρότι αμιγώς αντι-αμερικάνικου χαρακτήρα, στη πραγματικότητα -εκτός από την αμφισβήτηση της αμερικανοκρατούμενης παγκόσμιας τάξης- εξυπηρετεί παράλληλα και τον σκοπό εξισορρόπησης του περιφερειακού ανταγωνισμού μεταξύ των δύο σημαντικότερων μελών του: της Κίνας και της Ρωσίας. Η ατζέντα του Οργανισμού προβάλλει την κοινή προτεραιότητα αντιμετώπισης των ισλαμικών αποσχιστικών κινημάτων της περιοχής, αλλά και της τρομοκρατίας γενικότερα. Επομένως, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, Πεκίνο και Μόσχα συγκλίνουν και συνεργάζονται. Ωστόσο, αν κάποιο κράτος θίγεται περισσότερο από την κινεζική επέκταση στην Κεντρική Ασία, αυτό είναι η Ρωσία του Putin. Δηλωμένοι σύμμαχοι και εταίροι, αλλά και φύσει γεωπολιτικοί αντίζηλοι, οι δύο μεγάλες δυνάμεις της Ευρασίας έχουν σχηματίσει μια πρόσκαιρη συμμαχία, θεμελιωμένη τόσο στην ανάγκη αντιμετώπισης κοινών ασύμμετρων απειλών, όσο και στις αναθεωρητικές προς την υφιστάμενη παγκόσμια τάξη επιδιώξεις τους.

Η Ρωσία, βλέποντας την Κίνα να εδραιώνεται σταδιακά σε μια περιοχή που παραδοσιακά θεωρείται μέρος του ρωσικού δόγματος του “εγγύς εξωτερικού” (near abroad doctrine), αλλά και διαχρονική “αυλή” της ευρασιατικής χώρας, προσπαθεί να κάμψει και να αντικρούσει τα ελκυστικά οικονομικά δολώματα του Πεκίνου, προβάλλοντας αντι-προτάσεις. Το εγχείρημα της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης πρέπει να θεωρηθεί ως τέτοιο, συνιστώντας μια απόπειρα υπονόμευσης και παραμέρισης του κινεζοκρατούμενου Συμφώνου της Shanghai. Προς το παρόν, όμως, το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν έχει κατορθώσει να μιμηθεί αποτελεσματικά την Ευρωπαϊκή Ένωση, και βασίζεται περισσότερο στον εξαναγκασμό, παρά σε ήπια ισχύ.

Εκτός των άλλων, η πλειοψηφία του νεανικού και ακμάζοντος πληθυσμού των πέντε κρατών της Κεντρικής Ασίας δεν βίωσε καν τη Σοβιετική κυριαρχία ενώ, παράλληλα, η χρήση της ρωσικής γλώσσας μειώνεται με γοργούς ρυθμούς. Η περιορισμένη και στάσιμη ρωσική οικονομική μηχανή δεν φαντάζει εξίσου δελεαστική με την αντίστοιχη κινεζική, ενώ μερίδιο στην περιοχή διεκδικούν και η Τουρκία με το Ιράν, στη βάση πολιτισμικών, δημογραφικών και γλωσσολογικών παραγόντων.

Προς το παρόν, οι προτεραιότητες των δύο περιφερειακών δυνάμεων -πλην άσπονδων εταίρων στον Οργανισμό Συνεργασίας της Shanghai- συγκλίνουν τόσο ως προς την ανάγκη αντιμετώπισης του κοινού κινδύνου, όσο και ως προς τις αναθεωρητικές για την παγκόσμια τάξη επιδιώξεις τους. Ωστόσο, παρά την ταύτιση αυτή, υποβόσκουν δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων για την πρωτοκαθεδρία, σε μια κατεξοχήν ρωσική σφαίρα επιρροής.

Όσο ο συσχετισμός δυνάμεων προσιδιάζει ολοένα και περισσότερο σε ένα πολυπολικό σύστημα, τα μικρότερα κράτη αποκτούν περισσότερες ευκαιρίες και ευελιξία σε επίπεδο συμμαχιών. Αντλώντας από τη θεωρία του δομικού ρεαλισμού, μπορεί κανείς να συμπεράνει πως τα κράτη αυτά θα επιλέξουν μια έξυπνη στρατηγική διπλού παιχνιδιού και ίσων αποστάσεων, προσπαθώντας να κερδίσουν τα μεγαλύτερα δυνητικά οφέλη από τη συνεργασία τους με το Πεκίνο, αρνούμενα, όμως, να προσδεθούν πλήρως στο άρμα του φιλόδοξου επίδοξου ηγεμόνα (“band-wagoning”).

Προβλήματα και αντιδράσεις, και η μεγάλη ευκαιρία της Κίνας

Παρά την υψηλή συμμετοχικότητα και την εμπλοκή διαφορετικών -κρατικών και ιδιωτικών- δρώντων, δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι αντιδράσεις. Οι τοπικές κοινωνίες κάθε εμπλεκόμενου κράτους δεν παρουσιάζουν τον ίδιο ενθουσιασμό, καθώς ορισμένες από τις κινεζικές τακτικές έχουν οδηγήσει ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού σε αποξένωση. Υπάρχουν, λοιπόν, ορισμένα ζητήματα που χρήζουν επίλυσης. Τα κυριότερα είναι η έλλειψη διαφάνειας και η ιδιαίτερη προτίμηση που δείχνουν οι κινεζικές κρατικές εταιρίες -οι “ατμομηχανές” του σχεδίου- σε Κινέζους εργάτες, με αποτέλεσμα οι ντόπιοι εργάτες να υποεκπροσωπούνται. Βέβαια, προς το παρόν, τα φαινόμενα κοινωνικής δυσαρέσκειας παρατηρούνται κατά κύριο λόγο στο Πακιστάν, και αφορούν τον διάδρομο Κίνας-Πακιστάν, και όχι αυτόν της Κεντρικής Ασίας (Dorsey, 2017).

Επιπλέον, οφείλει κανείς να λάβει υπόψη πως η μεγαλύτερη συνδεσιμότητα διαθέτει δύο διαστάσεις – δύο αντίρροπες, σε μεγάλο βαθμό, δυναμικές: μεγαλύτερη διακρατική ολοκλήρωση και, ταυτόχρονα, μεγαλύτερο χάος. Μπορεί, έτσι, να αυξήσει το συνολικό κέρδος και το ευ ζην των κατοίκων των συμμετεχόντων κρατών, αλλά ταυτοχρόνως να διευκολύνει την επικοινωνία και τη διασυνοριακή μετακίνηση των διαφόρων ισλαμιστικών παραστρατιωτικών οργανώσεων, καθώς και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών και όπλων.

Πάντως, τα φαινόμενα αυτά δεν επαρκούν ώστε να στερήσουν από το Πεκίνο τη μοναδική αυτή ευκαιρία: την ευκαιρία να αναγάγει την Κίνα σε κέντρο μιας νέας παγκόσμιας τάξης. Το momentum είναι άλλωστε ευνοϊκότατο, εν μέσω μεταβατικού για τη διεθνή τάξη κλίματος, και με μια νέα αμερικάνικη ηγεσία που κλίνει προς την εσωστρέφεια, απρόθυμη να αναλάβει τις παγκόσμιες ευθύνες που της αναλογούν.

Υπό μία έννοια, η Κεντρική Ασία αποτελεί ένα σταυροδρόμι όπου όλες οι σημερινές μεγάλες δυνάμεις συναντώνται, διεκδικώντας κάποιο μερίδιο στην περιοχή. Αν συνυπολογιστεί και το Αφγανιστάν, μερίδιο στην περιοχή διεκδικούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν, η Τουρκία και η Ινδία. Η έκβαση των όσων διακυβεύονται δεν είναι ικανή να καθορίσει τους ευρύτερους συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων παγκοσμίως. Όμως, από την άλλη πλευρά, η υπό εξέταση περιοχή μπορεί να λειτουργήσει ως μια μικρογραφία του παγκοσμίου θεάτρου, και να αντικατοπτρίσει το ποιος πραγματικά θα έχει το πάνω χέρι κατά τις επόμενες δεκαετίες, και ποιος όχι.

Πηγές:

  1. Jinchen, T. (2017). ‘One Belt and One Road’: Connecting China and the world. [online] Available at: http://www.mckinsey.com/industries/capital-projects-and-infrastructure/our-insights/one-belt-and-one-road-connecting-china-and-the-world [Accessed 13 Jun. 2017].
  2. Kaplan, R. (2017). The return of Marco Polo’s World and the U.S. Military Response. [online] Available at: http://stories.cnas.org/the-return-of-marco-polos-world-and-the-u-s-military-response [Accessed 13 Jun. 2017].
  3. Wilson, W. (2017). China’s Huge ‘One Belt, One Road’ Initiative Is Sweeping Central Asia. [online] Available at: http://nationalinterest.org/feature/chinas-huge-one-belt-one-road-initiative-sweeping-central-17150 [Accessed 13 Jun. 2017].
  4. Martina, M. (2017). About 300 Chinese said fighting alongside Islamic State in Middle East. [online] Available at: http://www.reuters.com/article/us-mideast-crisis-china-idUSKBN0JT0UX20141215 [Accessed 13 Jun. 2017].
  5. BBC News. (2012). Russia and China eye role in Afghanistan and Pakistan [online] Available at: http://www.bbc.com/news/world-asia-18342888 [Accessed 13 Jun. 2017].
  6. Curgan, M. (2016). How the Islamic State is exploiting Asian unrest to recruit fighters. [online] Available at: http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/09/turkey-china-xinjiang-uighurs-isis-prevent-extremism.html [Accessed 13 Jun. 2017].
  7. Saifullah, M. (2016). What does China want from the Afghan peace process? [online] DW.COM. Available at: http://www.dw.com/en/what-does-china-want-from-the-afghan-peace-process/a-19011501?maca=en-newsletter_asia_taeglich-5132-html-newsletter [Accessed 13 Jun. 2017].
  8. Stratfor.com. (2016). China’s Long March Into Central Asia. [online] Available at: https://www.stratfor.com/article/chinas-long-march-central-asia [Accessed 13 Jun. 2017].
  9. Dorsey, J. (2017). One Belt, One Road: A plan for Chinese dominance and authoritarianism. [online] www.timesca.com. Available at: https://timesca.com/index.php/news/26-opinion-head/18057-one-belt-one-road-a-plan-for-chinese-dominance-and-authoritarianis [Accessed 13 Jun. 2017].

Tagged under:

Τελειόφοιτος φοιτητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με κατεύθυνση τις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές. Είναι δόκιμος ερευνητής στο Κέντρο Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιο-ανατολικής Ευρώπης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ). Επίσης έχει ολοκληρώσει πρακτικές στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ) και στο Υπουργείο Εξωτερικών.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest