Μόλυνση ποταμών και διασυνοριακή ρύπανση από τη μεταφορά αποβλήτων: Νομικό πλαίσιο και προβληματισμοί

Εισαγωγικά

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις και απειλές των καιρών μας είναι αναντίρρητα η περιβαλλοντική αλλοίωση. Η εξέλιξη της τεχνολογίας και η συνεχώς αυξανόμενη δυνατότητα των κρατών να λαμβάνουν πρωτοβουλίες σχετικά με την οικολογική αξιοποίηση και την πρόληψη της οικολογικής υποβάθμισης επιφέρουν εντάσεις στη διεθνή σκηνή, δημιουργούν ποικίλα νομικά ζητήματα και καθιστούν πιο σημαντική από ποτέ την ύπαρξη σαφών νομοθετικών πλαισίων, αλλά και την ορθή εφαρμογή τους. Το άρθρο αυτό έχει ως σκοπό να αναδείξει τη διεθνή και κοινοτική νομοθετική αντιμετώπιση δύο καίριων περιβαλλοντικών ζητημάτων, ήτοι τη διασυνοριακή μόλυνση των ποτάμιων υδάτων και τη διασυνοριακή μετακίνηση και διάθεση επικίνδυνων αποβλήτων.

Μόλυνση ποτάμιων υδάτων

Διασυνοριακή ονομάζεται η μόλυνση ή η μετακίνηση, όταν ξεπερνά τα σύνορα, και παύει να εμφανίζει τις επιπτώσεις της σε εθνικό έδαφος, αφορώντας έτσι περισσότερα του ενός κράτη. Ξεκινώντας με τη μόλυνση των ποτάμιων υδάτων, πρέπει να τονιστεί ότι ισχύει η γενική απαγόρευση της περιβαλλοντικής ζημίας – όπως εκφράστηκε για πρώτη φορά στη διαιτητική απόφαση Trail Smelter μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά και, όπως έμμεσα, το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης (ΔΔΔΔ) χρησιμοποίησε στην περίφημη Υπόθεση των Στενών της Κέρκυρας, αλλά και η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ). Συγκεκριμένα για τους ποταμούς, το εφαρμοστέο δίκαιο βρίσκεται στη Σύμβαση για το δίκαιο των χρήσεων διεθνών ποταμών, του 1997. Σχετικά με την οριοθέτηση της νόμιμης συμπεριφοράς, θεωρία και νομολογία κινούνται ανάμεσα σε κάποιες γενικές μεν, ευέλικτες και ανοικτές δε, έννοιες. Τα παρόχθια κράτη οφείλουν να προβαίνουν σε «δίκαιη χρήση» (equitable utilisation) του ποταμού, δεδομένης της «κοινότητας συμφερόντων» τους. Από εκεί και πέρα, αν επέλθει ζημία, το Δικαστήριο εξετάζει το ουσιώδες, ή όχι, της ζημίας. Και αυτό γιατί στο διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο έχει αποκρυσταλλωθεί ως γενική αρχή η «αρχή της μη ουσιώδους ζημίας». Αυτό σημαίνει ότι δεν απαγορεύεται κάθε είδους ζημία, αλλά μόνο η ζημία που υπερβαίνει ένα ορισμένο επίπεδο – κρίση που γίνεται in concreto και κατόπιν πραγματογνωμονικών εκθέσεων. Στο άρθρο 7 παράγραφος 1 εισάγεται η έννοια της «προσήκουσας επιμέλειας» (due diligence), δηλαδή η λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την αποφυγή της διασυνοριακής ρύπανσης των υδάτων, που περιλαμβάνει τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά, μετά την βλάβη μέτρα. Η προσήκουσα συμπεριφορά προσδιορίζεται βάσει της προσφορότητας της συμπεριφοράς ενός κράτους και της αναλογικότητάς της προς το βαθμό του κινδύνου. Ερμηνευτικά δε, συνάγεται ότι στην περίπτωση που, παρά την καταβολή προσήκουσας επιμέλειας, έχει επέλθει σημαντική βλάβη, το παρόχθιο κράτος υποχρεούται να διαπραγματευτεί με το θιγόμενο για ad hoc προσαρμογές που θα περιορίσουν τη βλάβη. Τα απαραίτητα μέτρα στην προληπτική τους μορφή περιλαμβάνουν διοικητικά-τεχνικά μέτρα πρόληψης και τεχνικά μέτρα ενημέρωσης των άλλων κρατών για τη βλάβη, χρήση τεχνολογίας και τεχνογνωσίας για μείωση της παραγωγής εκπομπής βλαβερών ουσιών και τακτικές περιβαλλοντικές αξιολογήσεις – υποχρέωση που προκύπτει έμμεσα από το άρθρο 12 της Σύμβασης.

Αποζημίωση

Μία ιδιαιτέρως σημαντική παράμετρος που οφείλουμε να έχουμε υπ’ όψιν μας -και στην οποία το παρόν άρθρο δίνει έμφαση- είναι η αποζημίωση ως κύρωση του ζημιώσαντος, και ειδικότερα, ο τρόπος με τον οποίο αυτή προσδιορίζεται. Ειδικότερα, το άρθρο 7 της Σύμβασης ορίζει ότι «όταν προκληθεί ζημία σε ένα άλλο παρόχθιο κράτος, το ζημιώσαν κράτος οφείλει να προβεί σε διαβουλεύσεις με το ζημιωθέν, για να συζητηθεί το θέμα της αποζημίωσης». Η ενδιαφέρουσα αυτή διευθέτηση της αποζημίωσης αποκλίνει από τη διευθέτησή της στην περίπτωση διεθνούς ευθύνης, όπου η αποζημίωση προκύπτει από την παράνομη πράξη, αλλά και από την αντικειμενική ευθύνη σε αποζημίωση (strict liability). Κατανοούμε ότι ο -κατόπιν διαπραγμάτευσης- καθορισμός της αποζημίωσης καθιστά το κράτος πιο επιδεκτικό για δίκαιη χρήση. Σημειωτέον, δε, ότι η αποζημίωση μπορεί να μην είναι πάντοτε χρηματική, αλλά να εκπληρώνεται με τη μορφή συμμετοχής του θιγόμενου κράτους στα ωφελήματα, με επιφύλαξη για την εφαρμογή διατάξεων περί κατάχρησης δικαιώματος και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Άλλο ένα σημείο που αξίζει να τονιστεί είναι ότι η εν λόγω ενοχή προς αποζημίωση δεν περιορίζεται στις διακρατικές σχέσεις, αλλά ισχύει και για επιχειρήσεις, σε μία εξισορροπιστική τήρηση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» (“the polluter pays”).

Μεταφορά αποβλήτων

Tο δεύτερο ζήτημα που απασχολεί το άρθρο είναι, όπως ειπώθηκε, οι κανόνες που διέπουν τη μεταφορά και διάθεση των αποβλήτων. Η Σύμβαση της Βασιλείας για τον «έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων των επικίνδυνων αποβλήτων και της επεξεργασίας τους» είναι το μόνο διεθνές νομικό εργαλείο που ρυθμίζει τη διασυνοριακή μεταφορά τους. Η Σύμβαση, η οποία υπογράφηκε στην Βασιλεία το 1989, συντάχθηκε με το σκεπτικό να λειτουργεί ως Σύμβαση-πλαίσιο με δυνατότητα για μεταγενέστερες προσθήκες (υιοθέτηση πρωτοκόλλων) και, ταυτόχρονα, να περιλαμβάνει διατάξεις που να καθορίζουν άμεσα τις ευθύνες των συμβαλλόμενων μερών που εμπλέκονται στη διακίνηση επικίνδυνων αποβλήτων.
Η Σύμβαση στοχεύει στην ελαχιστοποίηση της παραγωγής των αποβλήτων, ενώ θέτει ως πρωταρχικό στόχο την προστασία της υγείας των ανθρώπων και του περιβάλλοντος από τις δυσμενείς επιπτώσεις που μπορούν να προκύψουν από την παραγωγή, τις διασυνοριακές μετακινήσεις και τις ανεξέλεγκτες επιχειρήσεις διάθεσης των επικίνδυνων αποβλήτων.

Συγκεκριμένα, οι Αρχές που διέπουν την Σύμβαση της Βασιλείας μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

  • Η παραγωγή και επεξεργασία των επικίνδυνων και άλλων αποβλήτων πρέπει να περιοριστεί στο ελάχιστο σε ποσότητα και τοξικότητα.
  • Όταν η παραγωγή είναι αναπόφευκτη, τότε η επεξεργασία πρέπει να γίνεται όσο το δυνατό εγγύτερα της πηγής προέλευσης των επικίνδυνων και άλλων αποβλήτων.
  • Η οικολογικά ορθή διάθεση των επικίνδυνων και άλλων αποβλήτων πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση και οπουδήποτε.

Oι βασικοί Μηχανισμοί της Σύμβασης είναι:

Η ελαχιστοποίηση της διακίνησης των επικίνδυνων αποβλήτων, καθώς η Σύμβαση της Βασιλείας καθιερώνει τη γνωστοποίηση και τη συναίνεση για το εμπόριο των επικίνδυνων αποβλήτων. Τα κράτη εξαγωγής, δηλαδή, οφείλουν να ενημερώνουν τα κράτη εισαγωγής και να έχουν τη σαφή συγκατάθεσή τους. Στόχος της Σύμβασης είναι η συνεργασία των μερών για τη μεταφορά των συστημάτων τεχνολογίας και διαχείρισης. Με λίγα λόγια, προωθείται το εργαλείο της προηγούμενης γνωστοποίησης της συναίνεσης. Ο δε νόμιμος τρόπος διαχείρισης των επικίνδυνων αποβλήτων είναι ακόμη ένα ζήτημα που παραθέτει η Σύμβαση, αν και έχει επικριθεί για το πόσο καλά ορίζεται. Στην περίπτωση αυτή, ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να απαγορεύει την εισαγωγή ή την εξαγωγή των επικίνδυνων αποβλήτων, αν θεωρεί πως δεν είναι εγγυημένη η περιβαλλοντικά ορθή αποθήκευση, μεταφορά , διαχείριση, ανακύκλωση και διάθεσή τους.
Υπεύθυνος Οργανισμός για τον έλεγχο και την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης της Βασιλείας έχει οριστεί το UNEP (United Nations Environmental Program).

Αποζημίωση

Το Πρωτόκολλο της Σύμβασης, που υπεγράφη μερικά έτη αργότερα, ρυθμίζει το θέμα της ευθύνης και της αποζημίωσης – ζητήματα που έμεναν αρρύθμιστα από την ίδια τη Σύμβαση. Καθιερώνεται, λοιπόν, αντικειμενική ευθύνη για αυτούς που μεταφέρουν τα επικίνδυνα απόβλητα που ορίζονται ρητά στη Σύμβαση, με ταυτόχρονο καθορισμό ελάχιστων οικονομικών ορίων που δίδονται στον αιτούντα, και ευθύνη λόγω πταίσματος για απόβλητα που δεν περιλαμβάνονται στη Σύμβαση.
Η μελέτη και η κατανόηση της φιλοσοφίας και του συστήματος που εισάγει η Σύμβαση αναδεικνύει ορισμένα προβληματικά σημεία,που είναι ικανά να δημιουργούν είτε ευκαιρίες για μη τήρηση της, είτε νομική ασάφεια. Πιο συγκεκριμένα, η Σύμβαση προσδιορίζει τα επικίνδυνα απόβλητα ανάλογα με τον τύπο και τη χημική τους σύσταση. Ωστόσο, απόβλητα που δεν περιλαμβάνονται στις κατηγορίες αυτές και μπορούν να αποβούν επιβλαβή, δεν θεωρούνται επικίνδυνα, και επομένως η μεταφορά των αποβλήτων αυτών μένει δίχως νομική οριοθέτηση και ρύθμιση. Γνωρίζοντας, μάλιστα, ότι η βιομηχανική παραγωγή εξελίσσεται συνεχώς, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι όλο και περισσότερα υλικά που θα αποτελούν απόβλητα, θα παράγονται στο μέλλον και δεν θα υπάγονται ενδεχομένως στο ρυθμιστικό πεδίο της Σύμβασης. Επίσης, περιβαλλοντικές οργανώσεις, όπως η Greenpeace μέμφονται τη Σύμβαση για το γεγονός ότι δεν απαγορεύει την εξαγωγή επικίνδυνων αποβλήτων, παρά μόνο την περιορίζει. Ωστόσο, η συνολική αποτίμηση της Σύμβασης δεν μπορεί να παραβλέψει την καθιέρωση από μέρους της υποχρέωσης προηγούμενης συναίνεσης Κράτους εισαγωγής και εξαγωγής και της πληροφόρησης.Πράγματι, με αυτό τον τρόπο, καθίσταται πιο εφικτή η παρακολούθηση των αποβλήτων και η εν γένει προσεκτικότερη διαχείρισή τους.

Μεσόγειος

Φυσικά, το θέμα έχει ρυθμιστεί και σε περιφερειακό  επίπεδο – ρύθμιση που αφορά πιο άμεσα τη χώρα μας έναντι άλλων, με το σχετικό Πρωτόκολλο του 1996 για τη μεταφορά αποβλήτων την Μεσόγειο, το οποίο εφαρμόζεται για κάθε διασυνοριακή μεταφορά αποβλήτων, είτε θαλάσσια είτε εναέρια. Εφαρμόζεται, έστω και αν το ένα εκ των δύο εμπλεκόμενων μερών είναι Συμβαλλόμενο, ακόμη και και όταν αυτό είναι κράτος διέλευσης και όχι κράτος εισαγωγής ή εξαγωγής, και, μάλιστα, από το σημείο που η μεταφορά βρίσκεται σε ξηρά, με στόχο τη θαλάσσια ή εναέρια μετακίνηση. Εκτός από το σύστημα πρόληψη-μείωση-εξάλειψη, εισάγεται και η απαγόρευση εξαγωγής αποβλήτων σε όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες. Άλλη μία διαφορά από τη Σύμβαση της Βασιλείας που εντοπίζεται είναι ότι η υποχρέωση προηγούμενης έγγραφης συναίνεσης βαραίνει όχι μόνο το κράτος εξαγωγής, αλλά και το κράτος Διέλευσης.

ΕΕ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, προσπαθώντας να συμβαδίσει με τις διεθνείς απαιτήσεις που γεννήθηκαν με την Σύμβαση της Βασιλείας, εξέδωσε κάποιους κανονισμούς, οι οποίοι σήμερα ισχύουν στην τροποποιημένη τους μορφή. Πρόκειται για τον Κανονισμό 259/93, που θέτει το ίδιο πλαίσιο με τη Σύμβαση, ρυθμίζοντας μάλιστα περιπτώσεις όχι μόνο διάθεσης αποβλήτων, αλλά και αξιοποίησής τους. Επιπλέον, έχει εκδοθεί και η Οδηγία πλαίσιο 75/442 για τα στερεά απόβλητα με παρόμοιες ρυθμίσεις.

Επιλογικά, οι Συμβάσεις για τη ρύπανση των ποταμών και για τη μεταφορά επικίνδυνων αποβλήτων έχουν επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο που η διεθνής κοινότητα και η Ένωση λειτουργούν και διαχειρίζονται τα θέματα αυτά, ωστόσο δεν παύουν να επιδέχονται προσεκτικών βελτιώσεων, ώστε να καταστούν αποτελεσματικότερες και πιο αφομοιώσιμες.

Πηγές:

  1. Μπρεδήμας, Α. (2006). Διασυνοριακή Ρύπανση. Εκδόσεις Σάκκουλα
  2. Ραυτόπουλος, Ε. (2016). Συμβατική Περιβαλλοντική Διακυβέρνηση και Μεσόγειος
  3. Ρούκουνας, Ε. (2011). Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο. Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη
  4. Δελλής, Γ. (1998). Κοινοτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος. Εκδόσεις Σάκκουλα
  5. Basel Convention. (n.d.). Basel Convention on the Control of Transboundary Movements of Hazardous Wastes and their Disposal. http://archive.basel.int/convention/govbod.html
  6. Basel Convention. (n.d.). Compliance
    Committee. http://archive.basel.int/legalmatters/compcommitee/index.html
  7. Basel Convention. (n.d.). Parties to the Basel Convention. http://archive.basel.int/ratif/convention.htm
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (7 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest