Σύγχρονα διδάγματα για τη φύση του πολέμου από τον Carl von Clausewitz

Ο Clausewitz υπήρξε ένας από τους κορυφαίους στρατηγικούς αναλυτές όλων των εποχών, και κατόρθωσε να διαιωνίσει τα διδάγματά του   ̶  όπως παρατίθενται στο έργο του “Περί Πολέμου” (Vom Kriege). Παρά το γεγονός πως πρόκειται για ένα ημιτελές έργο, προσέφερε μια εκτενή οπτική για τη φύση και το χαρακτήρα του πολέμου, δίνοντας έμφαση τόσο στο ρόλο του κατά την άσκηση πολιτικής, όσο και στις διαφορετικές όψεις που μπορεί να λάβει.

Στην περίοδο της -εν εξελίξει- παγκοσμιοποίησης, όπως και στο πλαίσιο του πολυσύνθετου φαινομένου της τρομοκρατίας, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορισθούν τα πραγματικά συμφέροντα και κίνητρα, καθώς και το μερίδιο ευθύνης και συμμετοχής των κρατών συγκριτικά με παλαιότερα. Το σίγουρο είναι, όμως, πως το πολιτικό κίνητρο και ο πολιτικός σκοπός αποτελούν το εφαλτήριο της προσαρμογής των πραγμάτων στα ανάλογα, διατιθέμενα μέσα κάθε κράτους.

Τί εστί πόλεμος;

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση της σχέσης πολέμου-πολιτικής, απαιτείται ένας σύντομος προσδιορισμός της έννοιας του πολέμου. Ως πόλεμος νοείται “μια πράξη βίας που αποσκοπεί στο να υποχρεώσει τον αντίπαλο να υποταχθεί στη θέλησή μας”, και είναι συνυφασμένος με το εχθρικό συναίσθημα και την εχθρική πρόθεση. Ο πόλεμος είναι μια μορφή κοινωνικών σχέσεων, μία σύγκρουση συμφερόντων, κατά την οποία απώτερος σκοπός τίθεται ο αφοπλισμός του αντιπάλου, και η υποταγή του στη θέλησή μας, ενώ λειτουργεί ταυτόχρονα ως κίνητρο κλιμάκωσης της χρήσης βίας.

Παρά το γεγονός ότι, κατά την παλαιότερη εποχή, ο πόλεμος ήταν απόλυτα συνδεδεμένος με την έννοια της βίας, δεν υπήρξε ποτέ ως μεμονωμένη πράξη. Αντίθετα, ήταν -και εξακολουθεί να είναι- το αποτέλεσμα μιας γενικότερης πολιτικής διαδικασίας, η οποία διαμορφώνεται σε στάδια και επιμέρους ενέργειες, με ενδιάμεσες χρονικές παύσεις, χωρίς να ενσωματώνει το στοιχείο του απόλυτου στο αποτέλεσμά του. Το αίτιο της απουσίας του στοιχείου αυτού είναι πως ο πόλεμος δεν υπόκειται σε καθορισμένους κανόνες ή αρχές. Αντίθετα, διέπεται -περισσότερο από οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα- από το τυχαίο και το απρόβλεπτο.

Πολιτική για τον πόλεμο ή Πόλεμος για την πολιτική

Η βασικότερη πεποίθηση του Clausewitz συνοψίζεται στην πρόταση πως ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα”   ̶  άποψη με την οποία επιλέγει να περιγράψει μία από τις πολλές ιδιότητες του πολέμου. Έτσι, ο πόλεμος είναι μία πολιτική πράξη, την οποία επιλέγει η πολιτική ηγεσία ώστε να επιτύχει τους αντικειμενικούς σκοπούς που έχει θέσει. Μια πράξη που ναι μεν είναι πολιτική, αλλά όχι απαραίτητα ορθολογική, και αυτό γιατί μια πολεμική ενέργεια μπορεί να έχει τη δική της γραμματική, δεν έχει, όμως, δική της λογική. Βεβαίως, τα πολεμικά μέσα έχουν το δικό τους τρόπο χρήσης, αλλά η λογική του πώς, εάν και γιατί χρησιμοποιούνται, είναι αποκλειστικά ζήτημα της πολιτικής ηγεσίας.

Πράγματι, η πολιτική επηρεάζει κάθε πτυχή του πολέμου, εφόσον ο δεύτερος ανάγεται σε αίτια στα οποία λανθάνουν συμφέροντα και σκοποί πολιτικής χροιάς. Κανένα κράτος δεν κήρυξε πόλεμο χωρίς να έχει διαμορφωμένη μια πολιτική, στη βάση της οποίας λαμβάνει τις πρωτοβουλίες και τις αποφάσεις. Πρώτα καθορίζονται οι πολιτικοί σκοποί, και ύστερα προβαίνουν τα κράτη σε διαμόρφωση της στρατιωτικής πτυχής. Για τον Clausewitz, καθαρά στρατιωτική άποψη δεν υπάρχει και, εντούτοις, ο πόλεμος δεν δύναται να είναι αποκλειστικά στρατιωτικό φαινόμενο. Δηλαδή, εάν δεν είναι ορθή η πολιτική, ο πόλεμος θα έχει πιθανώς αρνητική τροπή, και ο σκοπός του θα οδηγηθεί σε αποτυχία, ακόμα και αν η στρατιωτική στρατηγική έχει τεθεί μεθοδικά.

Με το πέρασμα των αιώνων, και δεδομένης της ραγδαίας αύξησης του πληθυσμού της Ευρώπης, στο προσκήνιο εμφανίσθηκαν συμμαχικές τάσεις των ισχυρών κρατών, επιθυμία κληρονόμησης ή προσάρτησης εδαφών με τη βία, όπως και μία -ακόμα πιο έντονη σε σχέση με παλαιότερα- τάση υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων. Αυτό το περιβάλλον δημιούργησε μία -μάλλον- πολύπλοκη πολιτική πραγματικότητα, που διακρινόταν από λεπτές και εύθραυστες ισορροπίες, διλήμματα ασφαλείας και συχνό πόλεμο, μετατρέποντας τη διεθνή πολιτική σε σκακιέρα συμφερόντων.

Ο πόλεμος ως συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα -για να επαναλάβουμε τη διατύπωση του Clausewitz- σε αυτές τις συνθήκες αποδείχθηκε πραγματικά μία προέκταση της πολιτικής, σε σημείο που ορισμένες φορές οι πόλεμοι άρχιζαν για ένα συγκεκριμένο λόγο, και συνεχίζονταν χωρίς κανείς να μπορεί να τους σταματήσει. Ωστόσο, οι πολιτικοί παράγοντες ήταν πάντοτε παρόντες – ακόμα κι αν κάποιες φορές χάνονταν στο πεδίο της μάχης.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως ο Clausewitz ποτέ δεν υποστήριξε ότι η πολιτική είναι αλάνθαστη, ή ότι το χάος δεν μπορεί να προκληθεί από μία λανθασμένη πολιτική – όπως η περίπτωση του Hilter. Όμως, στο σύγχρονο κόσμο, η σύνδεση του πολέμου με την πολιτική φαίνεται να είναι περισσότερο παρεξηγημένη από ό,τι σε προηγούμενες δεκαετίες και αιώνες. Μάλιστα, η σύνδεση τείνει να χάνεται στα διαφορετικά συμφέροντα και τις “δήθεν” ορθές πρακτικές των κρατών, αλλοιώνοντας εν μέρει την πραγματική διάσταση των πραγμάτων.

Η νέα διάσταση: Πυρηνική Στρατηγική

Στα σημερινά δεδομένα έχει προστεθεί μια σημαντική προέκταση της φύσης του πολέμου, η οποία δεν είναι άλλη από την Πυρηνική Στρατηγική.

Ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας έφερε μαζί του αλλαγές, οι οποίες επέδρασαν και στα μέσα με τα οποία κάθε κράτος διεκδικεί και διασφαλίζει τα εθνικά του συμφέροντα. Η άφιξη των πυρηνικών όπλων στο άναρχο διεθνές σύστημα άλλαξε την εικόνα του πολέμου – ειδικά εκείνου μεταξύ των “μεγάλων δυνάμεων”, που κίνησε το ενδιαφέρον του Clausewitz. Η ύπαρξη όπλων ικανών να καταστρέψουν σχεδόν αστραπιαία ολόκληρα κράτη-έθνη οπωσδήποτε δημιούργησε πολλά ερωτηματικά, και κατέστη σαφές πως θα αλλάξει το διεθνές πολιτικό σκηνικό.

Από το 1949, όταν απέκτησε και η ΕΣΣΔ ατομική βόμβα, ο ρόλος των όπλων αυτών είχε διττή σημασία, λειτουργώντας τόσο ως “σκιάχτρο” αποτροπής για χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία, όσο και ως μέσο άσκησης υψηλής στρατηγικής για χώρες όπως η Γαλλία του De Gaulle. Άλλωστε, η ίδια η σημερινή συμπεριφορά των ΗΠΑ, σε ό,τι αφορά την Β. Κορέα ή το Ιράν, αποτελεί απτή απόδειξη πως τα πυρηνικά είναι ένα ισχυρό όργανο άσκησης πολιτικής στο σημερινό κόσμο. Η χρησιμότητά τους έγκειται τόσο στην αποτελεσματικότητά τους, όσο και στην απέχθεια και το φόβο που νιώθει η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών αυτού του πλανήτη απέναντι στη χρησιμοποίησή τους.

Η αλήθεια είναι πως η ευκολία με την οποία αναπτύσσει και συντηρεί μία χώρα ένα πυρηνικό οπλοστάσιο είναι, πράγματι, αρκετά ανησυχητική. Ωστόσο, ακόμη και στον τομέα των πυρηνικών, υποθάλπονται η επίδειξη ισχύος, το γόητρο και ο εκφοβισμός του αντιπάλου, παρά οι ίδιοι οι αντικειμενικοί σκοποί που έχουν τεθεί από την πολιτική ηγεσία. Ο Clausewitz δεν υποστήριξε ποτέ ότι η αποτελεσματικότητα ενός οπλικού συστήματος ή στρατιωτικών δυνάμεων ισοδυναμεί πάντα με τη χρησιμοποίησή τους στο πεδίο της μάχης. Στο έργο του, δεν παρέλειψε να διευκρινίσει ότι ο εκβιασμός που μπορεί να επιτευχθεί από μία δύναμη -σαφώς- στρατιωτικά πιο ισχυρή έναντι μίας άλλης ασθενέστερης είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο επιτυχής από τη σύγκρουση των στρατιωτικών δυνάμεων της δεύτερης στο στίβο μάχης.

Παρά ταύτα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ο ρόλος των πυρηνικών ως το σημαντικότερο μέσο αποτροπής του σημερινού διεθνούς συστήματος, ενώ, παράλληλα, είναι αδύνατο να εγγυηθεί οποιοσδήποτε την αποφυγή ενός πιθανού πυρηνικού πολέμου.

Εν κατακλείδι

Εκείνο που πηγάζει αυτονόητα από τη συνολική θεώρηση του έργου “Περί Πολέμου”, και παραμένει χαραγμένο στη λογική της σύγχρονης εποχής, είναι ότι -παρά την όποια πρόοδο των οπλικών συστημάτων, την αλλαγή του τρόπου διεξαγωγής του πολέμου, και τη διαφορετική σκοπιά αξιολόγησης των αντικειμενικών σκοπών- η σημασία των θεωριών που διατύπωσε σε ανύποπτο χρόνο ο Clausewitz είναι σχεδόν στο σύνολό της ακόμα αναλλοίωτη. Και αυτό, γιατί πολλές από τις θέσεις που διατύπωσε ο στρατηγιστής έχουν άμεση σχέση με τους κανονισμούς που διέπουν τη σύγχρονη στρατιωτική και υψηλή πολιτική. Διότι, πράγματι, η τέχνη του πολέμου στην ανώτερή της μορφή είναι η ίδια η πολιτική γύρω από την οποία διαμορφώνονται οι μέθοδοι και οι τακτικές που επιλέγουν να ακολουθήσουν τα κράτη, ώστε να εξασφαλίσουν την επιθυμητή ασφάλεια και τάξη.

Πηγές:

  1. Κολιόπουλος, Κ. (2008). Η Στρατηγική Σκέψη από την αρχαιότητα έως σήμερα. Ποιότητα.
  2. Clausewitz.com. (n.d.). Carl von Clausewitz Resources. [online] Available at: http://www.clausewitz.com/index.htm [Accessed 2 Jul. 2017].
  3. Αρβανιτόπουλος, Κ. and Ήφαιστος, Π. (2000). Ευρωατλαντικές Σχέσεις. ΠΟΙΟΤΗΤΑ.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest