Τα στοιχεία της γενοκτονίας μέσα από τη νομολογία του ΔΠΔΡ

Πληθώρα άρθρων και σχολιασμών έχουν κατά καιρούς γραφεί για το “έγκλημα των εγκλημάτων”, τη γενοκτονία. Ο όρος δημιουργήθηκε από τον R. Lemkin, το 1944, για να χαρακτηρίσει τις πράξεις που αφορούν στην εξόντωση εθνικών, φυλετικών ή άλλων ομάδων, με σκοπό την εξαφάνισή τους (Γιόκαρης and Πασαρτζή, 2012). Στις δίκες της Νυρεμβέργης και του Τόκιο, θεωρήθηκε ως ένα έγκλημα που περιλαμβανόταν στις πράξεις που στοιχειοθετούσαν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή τα εγκλήματα πολέμου. Το 1948, με τη Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας των Ηνωμένων Εθνών (εφεξής ΣΠΚΕΓ), θεσμοθετήθηκε ως αυτοτελές έγκλημα.

Ορισμός γενοκτονίας

Σύμφωνα με το Άρθρο ΙΙ της ανωτέρω Σύμβασης, ως γενοκτονία νοείται “οποιαδήποτε εκ των κατωτέρων πράξεων, ενεργούμενη με την πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδος, εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής, ως τοιαύτης:

  1. φόνος των μελών της ομάδος,
  2. σοβαρή βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδας,
  3. εκ προθέσεως υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβίωσης δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή την μερική καταστροφή αυτής,
  4. μέτρα αποβλέποντα στην παρεμπόδιση των γεννήσεων στους κόλπους μίας ορισμένης ομάδας,
  5. αναγκαστική μεταφορά παιδιών μίας ομάδας σε μία άλλη ομάδα.

Η διάταξη θεωρείται ως τμήμα του διεθνούς εθιμικού δικαίου (Advisory Opinion Concerning Reservations to the Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide, ICJ). Ο εθιμικός χαρακτήρας επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η διάταξη περιλαμβάνεται αυτούσια (Γιόκαρης and Πασαρτζή, 2012) στο καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ΔΠΔΓ – Άρθρο 4), του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα (ΔΠΔΡ – Άρθρο 2), του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ – Άρθρο 6), αλλά προβλέπεται και από τη νομολογία τους (ΔΠΔΡ, Akayesu, 02.09.1998, Kayishema & Ruzindana 21.05.1999, Rutaganda 06.12.1999, Musema 27.01.2000, Ruggiu 01.06.2000).

Προσεγγίζοντας περαιτέρω την έννοια της γενοκτονίας, αυτή περιλαμβάνει δύο στοιχεία (Μαρούδα):

  • Actus reus: την τέλεση μίας ή περισσότερων πράξεων που απαριθμούνται στο ανωτέρω άρθρο, οι οποίες πρέπει να στρέφονται εναντίον μίας ομάδας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής, και
  • Mens rea: την υποκειμενική υπόσταση που περιγράφεται ως η πρόθεση καταστροφής, μερικής ή ολικής, μίας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, ως τέτοιας.

Σύσταση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα είναι από τα πρώτα δικαιοδοτικά όργανα στην αρμοδιότητα των οποίων ενέπιπτε το έγκλημα της γενοκτονίας. Δημιουργήθηκε βάσει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, με την απόφαση 955/1994 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (ΣΑ/ΗΕ). Έθεσε ως στόχο την απονομή της δικαιοσύνης, την αποτροπή τέλεσης νέων εγκλημάτων, και τη συνεισφορά στην αποκατάσταση και τη διατήρηση της ειρήνης (Μαρούδα, 2015). Αν και η μέθοδος με δεσμευτική απόφαση του ΣΑ/ΗΕ συνιστά καινοτομία, επιβλήθηκε από τη σοβαρότητα και το μέγεθος της τραγωδίας, καθώς και τη βαρύτητα των εγκλημάτων (Kayishema & Ruzindana 21.05.1999 par 35).

Πρόκειται για το πρώτο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο με αρμοδιότητα την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν σε εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια μη διεθνούς ένοπλης σύρραξης (Μαρούδα, 2015). Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του Καταστατικού του, συστάθηκε “για τη δίωξη των προσώπων που ήταν υπεύθυνα για σημαντικές παραβιάσεις του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου που διαπράχθηκαν στο έδαφος της Ρουάντα, και υπηκόους της Ρουάντα που ευθύνονται για τέτοιες παραβιάσεις που διαπράχθηκαν στο έδαφος γειτονικών χωρών, από 1η Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 1994″.

Για την κατανόηση της δημιουργίας του Δικαστηρίου, αλλά και της πολύ ενδιαφέρουσας νομολογίας του, κρίνεται απαραίτητη μία συνοπτική αναφορά στην ιστορία της Ρουάντα.

Ιστορικό προ της γενοκτονίας

Προ της αποικιοκρατικής εποχής, οι Tutsi αποτελούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των υψηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, και οι Hutu των χαμηλότερων. Παρ’ όλα αυτά, η κοινωνική μετακίνηση ήταν εφικτή, και οι Hutu που κατείχαν μεγάλο ποσοστό πλούτου ήταν δυνατό να αφομοιωθούν στους Tutsi, ενώ οι φτωχότεροι Tutsi θεωρούνταν ως Hutu (Un.org, n.d.). Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την απώλεια της διοίκησης από τη Γερμανία, τη μεταφορά της επικυριαρχίας στο Βασίλειο του Βελγίου, και τις εντάσεις που ξεκίνησαν λόγω της αποικιοποίησης, ξέσπασαν αναταραχές και στη Ρουάντα. Η πολιτική δύναμη των Hutu αυξήθηκε, ενώ παράλληλα οι Tutsi αρνήθηκαν τον εκδημοκρατισμό της χώρας και την απώλεια των προνομίων τους.

Το 1959-1961 έλαβε χώρα η επανάσταση των Hutu και, το 1962, πάνω από 120.000 Tutsi ήταν πρόσφυγες στα γύρω κράτη. Οι αναταράξεις συνεχίστηκαν, και ως το 1980 οι πρόσφυγες ανήλθαν στον αριθμό των 480.000. Το 1988, δημιουργήθηκε από τους Tutsi και κάποιους μετριοπαθείς Hutu το Rwandan Patriotic Front (RPF) στην Καμπάλα της Ουγκάντα, με σκοπό την ασφαλή επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους, την αναδόμηση του πολιτικού συστήματος, και τον διαμερισμό των εξουσιών. Μετά από επίθεση του RPF εναντίον της Ρουάντα, λόγω της προπαγάνδας που ακολούθησε, όλοι οι Tutsi φωτογραφήθηκαν ως RPF, και όλοι οι Hutu της αντιπολίτευσης ως προδότες.

Το 1993, με τη συμφωνία ειρήνης της Αρούσα, και με την ειρηνευτική αποστολή των ΗΕ, έγιναν προσπάθειες για κατευνασμό των εντάσεων, όμως χωρίς αντίκρισμα. Στις 6 Απριλίου 1994, οι θάνατοι των προέδρων του Μπουρουντί και της Ρουάντα σε αεροπορικό δυστύχημα που προκλήθηκε από πυραυλική επίθεση -η οποία αποδόθηκε στο RPF- οδήγησε σε εβδομάδες βίας και συστηματικών σφαγών. Πληθώρα προπαγανδιστικών μηνυμάτων και προσταγών προς το λαό να εξολοθρεύσουν τα “παράσιτα τους Tutsi” (Tutsi cockroach), οδήγησε στο θάνατο περισσότερων από 1.000.000 ανθρώπων, και στο βιασμό περισσότερων από 150.000 γυναικών. Τα γεγονότα αυτά, καθώς και η απόδοση των ευθυνών για τις πράξεις ιδίως του εγκλήματος της γενοκτονίας, πραγματεύονται από τη νομολογία του ΔΠΔΡ.

Τα αντικειμενικά στοιχεία της γενοκτονίας κατά τη νομολογία

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι πράξεις που συμπεριλαμβάνονται στο έγκλημα της γενοκτονίας, απαριθμούνται στο Άρθρο ΙΙ της Σύμβασης ΣΠΚΕΓ. Η συμβολή της νομολογίας έγκειται στην απόπειρα ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου αυτού. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Akayesu, το Δικαστήριο αποφαίνεται ως εξής (Cassese, 2009):

  1. Αναφορικά με το “φόνο των μελών της ομάδας”, ορίζει ότι ο φόνος πρέπει να εκλαμβάνεται ως δολοφονία, δηλαδή είτε εθελοντική είτε δολοφονία εκ προθέσεως (Akayesu, TC, §500-501, 02.09.1998, Semanza. TC 15.05.2003 §319, Kayishema & Ruzindana AC, 01.06.2001, §151).
  2. Αναφορικά με τησοβαρή βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδας”, δηλώνει πως αυτοί οι όροι δεν συνεπάγονται ότι η βλάβη αυτή πρέπει να είναι μόνιμη και μη ιάσιμη (Akayesu TJ §502-504, Gacumbitsi, TC, 17.06.2004, §291). Η βλάβη μπορεί να περιλαμβάνει πράξεις σωματικού ή νοητικού βασανισμού, σεξουαλική βία και δίωξη (Rutaganda, 06.12.1999, §51).
  3. Αναφορικά με την εκ προθέσεως υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβίωσης δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή τη μερική καταστροφή αυτής”, το Δικαστήριο υποστήριξε ότι αυτή η έκφραση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την υποβολή μιας ομάδας ανθρώπων σε ελλιπή διατροφή, τη συστηματική αποβολή των μελών της από τις κατοικίες τους, και τη μείωση των αναγκαίων ιατρικών παροχών υπό των ελαχίστων προϋποθέσεων (Akayesu, TC §505-506), ή τη στοχευμένη στέρηση απαραίτητων αγαθών για τη διαβίωση, όπως φαγητού και ιατρικών υπηρεσιών (Kayishema, AJ §115).
  4. Αναφορικά με τα μέτρα που αποβλέπουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων στους κόλπους μίας ορισμένης ομάδας”, το Δικαστήριο υποστήριξε ότι αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων, στείρωση, εξαναγκαστικό έλεγχο γεννήσεων, και απαγόρευση γάμων (Akayesu, TJ §507). Επιπροσθέτως, τα μέτρα δύναται να είναι όχι μόνο σωματικά, αλλά και νοητικά (§508), ενώ μπορούν να περιλαμβάνουν το βιασμό ως πράξη που στοχεύει στην εμπόδιση των γεννήσεων, διότι η βιασθείσα αρνείται να τεκνοποιήσει (Ibid. §508, Rutaganda TJ §53, Musema TJ §158 27.01.2000).
  5. Τέλος, αναφορικά με την αναγκαστική μεταφορά παιδιών μιας ομάδας σε άλλη ομάδα”, το Δικαστήριο δήλωσε πως η μέθοδος αυτή μπορεί να περιλαμβάνει είτε τη μορφή απειλής είτε αυτή της προσβολής (Akayesu TJ §509).

Η έννοια της προστατευόμενης ομάδας κατά τη νομολογία

Πέραν της ερμηνείας που δόθηκε από το Δικαστήριο στις πράξεις που συνιστούν στο έγκλημα της γενοκτονίας, η νομολογία του ΔΠΔΡ εμβάθυνε και στον ορισμό των τεσσάρων διαφορετικών ομάδων εναντίον των οποίων στρέφεται η γενοκτονία. Το πρωτοβάθμιο τμήμα στην υπόθεση Akayesu, βασιζόμενο στην υπόθεση Nottebohm (06.04.1955), επισήμανε ότι μία εθνική ομάδα ορίζεται ως μία συλλογικότητα ανθρώπων, οι οποίοι θεωρείται ότι συνδέονται με ένα νομικό δεσμό βάσει κοινής ιθαγένειας, συνοδευόμενο από την αμοιβαιότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων” (§512). Μία εθνοτική ομάδα ορίζεται γενικά ως μία ομάδα, τα μέλη της οποίας μοιράζονται έναν πολιτισμό ή μία κοινή γλώσσα (§513). Εν συνεχεία, η φυλετική ομάδα βασίζεται στα κληρονομούμενα φυσικά χαρακτηριστικά που συχνά ταυτίζονται με μία γεωγραφική περιοχή, ανεξάρτητα από γλωσσικούς, πολιτισμικούς, εθνικούς ή θρησκευτικούς παράγοντες (§514). Τέλος, θρησκευτική ομάδα χαρακτηρίζεται αυτή, της οποίας τα μέλη μοιράζονται μια κοινή θρησκεία, δόγμα ή τρόπο λατρείας (§515).

Άνευ σημασίας είναι αν η ομάδα-στόχος αποτελεί πλειοψηφία ή μειοψηφία (Τσιλώνης, 2017). Αξιοσημείωτο, δε, είναι ότι το ΔΠΔΡ απορρίπτει τις πολιτικές και οικονομικές ομάδες (Γιόκαρης and Πασαρτζή, 2012) ως προστατευόμενες (Rutaganda §57), διότι θεωρεί πως η σύμβαση αναφέρεται σε ομάδες σταθερές, οι οποίες έχουν συσταθεί κατά μόνιμο τρόπο, και στις οποίες η ιδιότητα του μέλους καθορίζεται εκ γενετής” (Akayesu §511). Παρ’ όλα αυτά, το τμήμα θεώρησε ότι οι προστατευόμενες ομάδες δεν πρέπει να περιορίζονται στις αναφερόμενες τέσσερις, αλλά να περιλαμβάνουν κάθε σταθερή και μόνιμη ομάδα (Akayesu §516). Σύμφωνα με τον A. Cassese, αυτή η άποψη δεν γίνεται αποδεκτή, διότι οι προθέσεις των συντακτών των συμβάσεων είναι ξεκάθαρες (Cassese, 2003).

Στα πλαίσια αυτά, γίνεται εμφανής η δυσκολία που αντιμετώπισε το Δικαστήριο στην αναγνώριση της προστατευόμενης ομάδας, στην περίπτωση της γενοκτονίας των Tutsi από τους Hutu στη Ρουάντα. Πράγματι, οι δύο αυτές ομάδες έχουν κοινή γλώσσα, θρησκεία, κουλτούρα, διαμένουν στην ίδια περιοχή, και τελούν μικτούς γάμους. Το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί, με βάση το υποκειμενικό κριτήριο για τον καθορισμό μίας ομάδας ως εθνικής ή μη, σημειώνοντας ότι μια εθνική ομάδα θα μπορούσε να είναι είτε μία ομάδα που αναγνωρίζει τον εαυτό της ως τέτοια (αυτοπροσδιορισμός), είτε μία ομάδα που αναγνωρίζεται έτσι από άλλους, συμπεριλαμβανομένων των δραστών των εγκλημάτων (ετεροπροσδιορισμός) (Kayishema, 21.05.1991 §98, Cassese, 2003, Akayesu TJ §83). Όπως, άλλωστε, δήλωσε το Δικαστήριο και στην απόφαση Baglishema, εάν ένα θύμα ήταν στην αντίληψη ενός δράστη μέλους της προστατευόμενης ομάδας, το θύμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μέλος μιας προστατευόμενης ομάδας κατά την έννοια της γενοκτονίας” (07.06.2001 §65).

Τα υποκειμενικά στοιχεία της γενοκτονίας κατά τη νομολογία

Το ΔΠΔΡ προχώρησε και στην επιβεβαίωση των στοιχείων της υποκειμενικής υπόστασης της γενοκτονίας, καθώς υποστήριξε ότι “[η γενοκτονία] εκτείνεται πέραν από την τέλεση της πράξης, π.χ. του φόνου ενός ατόμου, προς την πραγμάτωση ενός απώτερου σκοπού, που είναι η καταστροφή, εν όλω ή εν μέρει, της ομάδας στην οποία ανήκει το άτομο” (Akayesu §552). Η φράση “εν μέρει” σηματοδοτεί την πρόθεση να δολοφονηθεί ένας σημαντικός αριθμός προσώπων (Τσιλώνης, 2017), τα οποία πρέπει να έχουν καταστεί στόχος εξαιτίας της ιδιότητάς τους ως μέλη της ομάδας (Kayishema & Ruzindana §97, Baglishema §64).

Αποτίμηση – Επίλογος

Η νομολογία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα, αναμφίβολα, συνετέλεσε στην εξέλιξη και ερμηνεία της Σύμβασης για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας του 1948. Στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει την έννοια της “ομάδας”, με σκοπό να προχωρήσει στην τιμωρία των υπευθύνων για την γενοκτονία των Tutsi από τους Hutu στο έδαφος της Ρουάντα, προχώρησε σε μία καινοτόμο διατύπωση, όπου στην έννοια της “ομάδας” ενυπάρχει και το υποκειμενικό στοιχείο – πώς, δηλαδή, γίνεται αντιληπτή η ομάδα, είτε από τα ίδια τα μέλη της, είτε από το δράστη που στρέφεται εναντίον της. Διαπιστώθηκε, συνεπώς, ότι πράγματι οι Tutsi και οι Hutu -παρά τα κοινά τους χαρακτηριστικά- αποτελούν δύο χωριστές ομάδες, οι οποίες στρέφονται η μία εναντίον της άλλης, και γίνονται αντιληπτές ως ξεχωριστές, τόσο από τα μέλη της μίας, όσο και από τα μέλη της άλλης ομάδας.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι τα Τμήματα του Δικαστηρίου προχώρησαν και στην απόπειρα ορισμού των τεσσάρων διαφορετικών ομάδων, που περιλαμβάνονται στις προστατευόμενες ομάδες από το έγκλημα της γενοκτονίας – συμβολή η οποία αναγνωρίσθηκε μετέπειτα και από άλλα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα.

Πηγές:

  1. ICJ. (1951). Advisory Opinion Concerning Reservations to the Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide. International Court of Justice (ICJ). Available at: http://www.refworld.org/cases,ICJ,4023a7644.html [Accessed 11 Jul. 2017]
  2. Cassese, A. (2003). International Criminal Law. Oxford: Oxford University Press.
  3. Cassese, A. (2009). International Criminal Justice. Oxford: Oxford University Press.
  4. Cassese, A. (2013). International criminal law. Oxford: Oxford University Press.
  5. ICTR. (2000). Prosecutor v. A. Musema, Trial and Sentence Judgement, ICTR-96-13-a. Available at: http://unictr.unmict.org/sites/unictr.org/files/case-documents/ictr-96-13/trial-judgements/en/000127.pdf [Accessed 11 Jul. 2017]
  6. ICTR. (2001). Prosecutor v. C. Kayishema and O. Ruzindana, Appeals Judgement, ICTR-95-1-A. Available at: http://unictr.unmict.org/sites/unictr.org/files/case-documents/ictr-95-1/appeals-chamber-judgements/en/010601.pdf [Accessed 11 Jul. 2017]
  7. ICTR. (1999). Prosecutor v. C. Kayishema and O. Ruzindana, Trial Judgement, ICTR-95-1-T. Available at: http://unictr.unmict.org/sites/unictr.org/files/case-documents/ictr-95-1/trial-judgements/en/990521.pdf [Accessed 11 Jul. 2017]
  8. ICTR. (2000). Prosecutor v. G. Ruggiu, Trial and Sentence Judgement, ICTR-97-32-I. Available at: http://unictr.unmict.org/sites/unictr.org/files/case-documents/ictr-97-32/trial-judgements/en/000601.pdf [Accessed 11 Jul. 2017]
  9. ICTR. (1999). Prosecutor v. G.A.N. Rutaganda, Trial Judgement, ICTR-96-3-T. Available at: http://unictr.unmict.org/sites/unictr.org/files/case-documents/ictr-96-3/trial-judgements/en/991206.pdf [Accessed 11 Jul. 2017]
  10. ICTR. (2001). Prosecutor v. I. Baglishema, Trial Judgement, ICTR-95-1A-T, ICTR. Available at: http://unictr.unmict.org/sites/unictr.org/files/case-documents/ictr-95-1a/trial-judgements/en/010607.pdf [Accessed 11 Jul. 2017]
  11. ICTR. (1998). Prosecutor v. J.-P. Akayesu, Trial Judgement, ICTR-96-4-T. Available at: http://unictr.unmict.org/sites/unictr.org/files/case-documents/ictr-96-4/trial-judgements/en/980902.pdf [Accessed 11 Jul. 2017]
  12. ICTR. (1998). Prosecutor v. L. Semanza, Trial and Sentence Judgement, ICTR-97-20-T. Available at: http://unictr.unmict.org/sites/unictr.org/files/case-documents/ictr-97-20/trial-judgements/en/030515.pdf [Accessed 11 Jul. 2017]
  13. ICTR. (2004). Prosecutor v. S. Gacumbtsi, Trial Judgement, ICTR-2001-64-T. Available at: http://unictr.unmict.org/sites/unictr.org/files/case-documents/ictr-01-64/trial-judgements/en/040617.pdf [Accessed 11 Jul. 2017]
  14. Schabas, W. (2008). The UN international criminal tribunals. Cambridge: Cambridge Univ. Press.
  15. UN. (n.d.). Outreach Programme on the Rwanda Genocide and the United Nations. [online] Available at: http://www.un.org/en/preventgenocide/rwanda/education/rwandagenocide.shtml [Accessed 11 Jul. 2017]
  16. Γιόκαρης, Ά. και Πασαρτζή, Φ. (2012). Εθνική και διεθνής ποινική καταστολή των διεθνών εγκλημάτων. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
  17. Μαρούδα, Μ. (2015). Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο. Αθήνα: Εκδ. Ι Σιδέρης.
  18. Τσιλώνης, Β. (2017). Η δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (7 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Η Νικολέττα Δουράτσου είναι κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου "Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματικές Σπουδές" του Παντείου Πανεπιστημίου και απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του ίδιου φορέα. Στα άμεσα ενδιαφέροντά της συγκαταλέγονται το δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest