Τηλεγράφημα Zimmermann

1917: «Η χρονιά των μαχών», όπως έχει χαρακτηρισθεί από πολλούς. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική χρονιά για τη ροή και την εξέλιξη του πολέμου στο Δυτικό Μέτωπο, με την υποχώρηση των Γερμανικών Δυνάμεων, κατόπιν εντολής του Στρατάρχη Paul von Hinderburg (ο οποίος αντικατέστησε τον Erich von Falkenhayn μετά την αποτυχία της επίθεσης στο Verdun). Οι δυνάμεις της Αντάντ, ειδικά μετά και την επίθεση στο Somme, εξαπέλυσαν ένα νέο κύμα επιθέσεων την άνοιξη -στην προσπάθειά τους να εκμεταλλευθούν και την ανασυγκρότηση των συμμάχων τους, των Ρώσων-, στο Ανατολικό Μέτωπο, μετά την περίφημη επιθετική κίνηση του ικανότατου Στρατηγού Aleksei Brusilov. Αυτή, συνοπτικά, ήταν η κατάσταση στα ηπειρωτικά θέατρα επιχειρήσεων.

Εκτιμώντας, λοιπόν, πως οι χρονικές συγκυρίες δεν ήταν ευνοϊκές, οι Γερμανοί αποφάσισαν αυτήν τη χρονιά την έναρξη διεξαγωγής του -γνωστού στη βιβλιογραφία- «unrestricted submarine warfare«, με σκοπό να πλήξουν τα logistics της Αντάντ και -κυρίως- της Μ.Βρετανίας. Αυτό, στην ουσία, σήμαινε την επίθεση και τη βύθιση εμπορικών πλοίων που προορίζονταν για προμήθεια τροφίμων και εξοπλισμών, κυρίως από τις Η.Π.Α. – οι οποίες παρέμεναν ουδέτερες μεν, ωστόσο αποτελούσαν τον μεγάλο χρηματοπιστωτικό αρωγό της Αντάντ, και προμηθευτή όπλων και πυρομαχικών και για τις δύο πλευρές.

Η Αντάντ ήλπιζε στην είσοδο των Η.Π.Α. στον πόλεμο. Ωστόσο, οι αρχές του ουϊλσονισμού, καθώς και η επανεκλογή του Προέδρου Woodrow Wilson –με άξονα την μη εμπλοκή στο Μεγάλο Πόλεμο- αποκρυσταλλώνουν τον απομονωτισμό που διείπε όχι μόνο την κυβερνητική ηγεσία, αλλά και την κοινή γνώμη στις Η.Π.Α.. Εντούτοις, η διεξαγωγή του άνευ ορίων υποβρυχιακού πολέμου εκ μέρους της Γερμανίας προκάλεσε αντιδράσεις, και πολλοί έσπευσαν, εύλογα, να προετοιμάζονται για ενδεχόμενη είσοδο των Η.Π.Α. στο πλευρό της Αντάντ, καθώς τα οικονομικά της συμφέροντα δέχονταν επίθεση, κυριολεκτικά. Οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών, όπως ήταν αναμενόμενο, επιδεινώθηκαν, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό των «Lusitania» και «Vigilantia» – γεγονότα που οδήγησαν τον Πρόεδρο Wilson να αναγγείλει στο Κογκρέσο, στις 2 Απριλίου, την είσοδο των Η.Π.Α στον πόλεμο κατά της Γερμανίας (Χριστοδουλίδης, 2004).

Αν και τα οικονομικά συμφέροντα και οι ανθρώπινες απώλειες των δύο προαναφερθέντων πλοίων αποτελούσαν αρκετά σημαντικούς λόγους για την κήρυξη του πολέμου -και παρόλο που είναι άξια αναφοράς προκειμένου να γίνει πιο αντιληπτή αυτή η μεταστροφή συμπεριφοράς και προσέγγισης του προέδρου Wilson-, ένα άλλο περιστατικό ήταν αυτό που, για την πλειοψηφία των ιστορικών, συνετέλεσε στην οριστική απόφαση για είσοδο των Η.Π.Α. στο Μεγάλο Πόλεμο. Πρόκειται για το «τηλεγράφημα Zimmermann«, το οποίο πήρε το όνομά του από τον τότε Υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας, Arthur Zimmermann. Το Μεξικό, τότε, έβγαινε από μια μακρά περίοδο πολιτικής αστάθειας, η οποία χαρακτηριζόταν από την επιρροή των Η.Π.Α. στις εναλλαγές κυβερνήσεων. Εκτιμώντας πως οι συγκυρίες είναι ευνοϊκές, και πως θα μπορούσαν να αποφέρουν κέρδη για επανάκτηση χαμένων εδαφών, το Μεξικό προχώρησε σε μια πρόταση συνεργασίας με τη Γερμανία, ενάντια στον κοινό εχθρό. Ο Zimmermann αποδέχθηκε αυτήν την πρόταση και, αφού προχώρησε στο σχεδιασμό για την επικείμενη συνεργασία, έστειλε τηλεγράφημα, την ίδια χρονική περίοδο με την επανέναρξη του unrestricted submarine warfare (Ιανουάριος 1917). Σε αυτό προβλεπόταν πως η Γερμανία θα απέδιδε, μετά τη νίκη, τις περιοχές που το Μεξικό είχε απολέσει κατά την περίοδο του πολέμου του 1846-1848 – δηλαδή, τις πολιτείες του Τέξας, του Νέο Μεξικό και της Αριζόνα (Tuchman, 1985). Επίσης, προβλεπόταν και οικονομική στήριξη των Μεξικανών, καθώς και διαμεσολάβηση των τελευταίων για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Γερμανίας και Ιαπωνίας.

Εύλογα, δημιουργούνται ερωτήματα: Πώς εμπλεκόταν η Ιαπωνία στο τηλεγράφημα και, δευτερευόντως, πώς ήταν δυνατό να υπάρξει οικονομική βοήθεια εκ μέρους της Γερμανίας, την ίδια στιγμή που οι πόροι της είχαν εξαντληθεί; Σε αυτό ακριβώς το επιχείρημα βασίσθηκε και η επίθεση στο Verdun, βάσει Falkenhayn, ο οποίος εκτιμούσε πως η αποφασιστική μάχη θα έδινε τέλος στο Δυτικό Μέτωπο και, εν συνεχεία, στον πόλεμο. Η Ιαπωνία, εκείνη την περίοδο, δεν διέθετε τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με τις Η.Π.Α., λόγω μιας νομοθεσίας -που λειτουργούσε εις βάρος των τελευταίων-, αναφορικά με την ιδιοκτησία γης. Επιπροσθέτως, ήταν γνωστό ότι η Ιαπωνία τροφοδοτούσε με πολεμικό υλικό το Μεξικό, ενώ προτίθετο να παραχωρηθεί ναυτική βάση για Ιαπωνικά πλοία στην Ανατολική Ακτή, γεγονός που προκαλούσε ανησυχίες στις Η.Π.Α . Όσον αφορά την εμπλοκή της Γερμανίας στα εσωτερικά του Μεξικό, ο Wilson είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποτρέψει οποιαδήποτε ενίσχυση, είτε του Huerta είτε του Pancho Villa, σε αντίθεση με την Γερμανία – κάτι που οδήγησε τους τελευταίους να θεωρούν πως η συμμαχία βασιζόταν στην αμοιβαιότητα και το θετικό προηγούμενο. Επομένως, πλέον, μπορούμε να ερμηνεύσουμε -ή έστω να δικαιολογήσουμε- τη φαινομενικά «παράδοξη» συμμαχία Γερμανίας-Μεξικό.

Ωστόσο, παρά τη μυστικότητα και την κωδικοποίηση του εγγράφου -και παρόλη τη βεβαιότητα των Γερμανών για την ασφάλεια των μεταβιβάσεων-, οι Βρετανοί κατάφεραν να το υποκλέψουν. Διότι, οι πρώτοι δεν γνώριζαν ότι οι Βρετανοί είχαν κόψει τα διατλαντικά καλώδια επικοινωνίας, ούτε ότι είχαν καταφέρει να «σπάσουν» τις μορφές κωδικοποίησης 13040 και 0075, χάρη στη διορατικότητα και την ευφυϊα του Sir Admiral William Hall, του Διευθυντή του Τμήματος Πληροφοριών (Director of Intelligence Division), και υπεύθυνου της απόρρητης ομάδας αποκωδικοποιήσεων «Room 40», η οποία ανέλαβε την υπόθεση του τηλεγραφήματος Zimmermann. Ως γνωστός υπέρμαχος της ανοικτής διπλωματίας, ο Wilson δύσκολα θα μπορούσε να πεισθεί, ή ακόμα να απέρριπτε ένα τέτοιο έγγραφο από μια Υπηρεσία, την ύπαρξη της οποίας δεν γνώριζαν πολλοί, ούτε στη Μ.Βρετανία. Αφού κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν, λοιπόν, σχεδόν πλήρως (λόγω παλιότερης μορφής κωδικοποίησης) το τηλεγράφημα, το προώθησαν υπό τη νέα μορφή στην Ουάσινγκτον, πείθοντας τους Αμερικανούς για την προέλευση και τη γνησιότητά του. Το έγγραφο γνωστοποιήθηκε στον Πρόεδρο Wilson, στις 24 Φεβρουαρίου του 1917, και, εν συνεχεία, δημοσιεύτηκε στον αμερικάνικο Τύπο, την 1η Μαρτίου. Η κοινή γνώμη, πλέον, δεν μπορούσε να σταθεί αμέτοχη, και η αφορμή είχε δοθεί, ενώ είναι αξιοσημείωτο το ότι ο Zimmermann δεν αποποιήθηκε ουδεμία ευθύνη για το τηλεγράφημα, όπως πολλοί ανέμεναν (Χριστοδουλίδης, 2004).

Έναν αιώνα μετά, το τηλεγράφημα αυτό αποτελεί ένα από τα πιο ξεχωριστά παραδείγματα σύζευξης μέσων και σκοπών. Η Γερμανία, θέλοντας να περιορίσει τη δράση των Η.Π.Α., χρησιμοποίησε τη συμμαχία με το Μεξικό, προκειμένου το δεύτερο να δεσμεύσει δυνάμεις, οι οποίες διαφορετικά θα είχαν χρησιμοποιηθεί προς υποστήριξη της Αντάντ στην ηπειρωτική Ευρώπη. Πρόκειται, δηλαδή, για αυτό που αναφέρει ο Mearsheimer ως «μεταφορά βαρών και εξισορρόπηση«, προκειμένου να υπάρξει αναχαίτιση-αποτροπή ενδεχόμενης αλλαγής στην ισορροπία ισχύος (Mearsheimer, 2006). Αυτόν τον ρόλο θα διαδραμάτιζε το Μεξικό, σύμφωνα με το πλάνο συμμαχίας. Μια διαφορετική διατύπωση είναι ότι η Γερμανία θα επιχειρούσε να εξουδετερώσει, μέσω ισορροπίας και συμμαχίας (του Μεξικό και, πιθανώς, της Ιαπωνίας) τον κοινό εχθρό (ήτοι τις Η.Π.Α.), ώστε να μην συγκεντρώσουν δυνάμεις εναντίον τους (Παπασωτηρίου, 2007).

Καταλήγοντας, ωστόσο, άποψη του συγγραφέα είναι ότι οι δυνατότητές του θα ήταν περιορισμένες, καθώς η υποστήριξη μιας τέτοιας επιθετικής κίνησης (logistics) μέσω της γερμανικής βοήθειας, αλλά και οι τριβές που υφίσταντο στο εσωτερικό του Μεξικό αποτελούσαν μεταβλητές που θα επηρέαζαν την αποτελεσματικότητα για να πετύχουν τους πολιτικούς αντικειμενικούς τους σκοπούς, σε συνδυασμό με την αύξηση της στρατιωτικής ισχύος των Η.Π.Α., ποσοτικά και ποιοτικά. Ακόμα κι αν, με κάποιο τρόπο, το Μεξικό κατακτούσε τις πολυπόθητες πολιτείες, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να τις διατηρήσει. Παρόλα αυτά, αποτελεί ακόμα και σήμερα ένα θέμα που διεγείρει συζητήσεις για την ενδεχόμενη τροπή των εξελίξεων, σε περίπτωση που αυτό το τηλεγράφημα δεν είχε αποκρυπτογραφηθεί και είχε, εν τέλει, μετουσιωθεί σε στρατιωτική επιχείρηση σε αμερικάνικο έδαφος.

Πηγές:

  1. Mearsheimer, J. (2006) Η τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα-W.W Norton & Company.
  2. Tuchman, B.W. (1985) The Zimmermann telegram. New York: Ballantine Books.
  3. Παπασωτηρίου, Χ. (2007) Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική 6ος – 11ος αιώνας. 5e édition éd. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.
  4. Χριστοδουλίδης, Θ. (2004) Διπλωματική Ιστορία τριών αιώνων. Αθήνα: Εκδόσεις Ι.Σιδέρης.
  5. Friedman, W.F (1938) The Zimmerman Telegram of January 16, 1917 and its Cryptographic background. Available at: https://www.nsa.gov/news-features/declassified-documents/friedman-documents/assets/files/lectures-speeches/FOLDER_198/41766889080599.pdf (Accessed: 23 February 2017).
  6. NSA (no date) The Zimmermann Telegram. Available at: https://www.nsa.gov/news-features/declassified-documents/cryptologic-quarterly/assets/files/the_zimmermann_telegram.pdf (Accessed: 23 February 2017).

Tagged under:

Ο Αριστείδης Δημητράτος είναι τελειόφοιτος του τμήματος Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και μέλος της ομάδας Στρατιωτικής Ιστορίας του Τομέα Αμυντικών Θεμάτων.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

X

Pin It on Pinterest

X
Share This