Μνημεία και ιστορικές μνήμες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από την εγγύς Γιουγκοσλαβία

Η Αντιγόνη του Sébastien Norblin.

Ω τάφε μου, ω νυφιάτικό μου, ω αιώνια,
βαθιά στη γη σκαμμένη κατοικιά μου,
για σένα τώρα ξεκινώ να πάω
προς τους δικούς μου, που ένα τόσο πλήθος
έχει δεχτή απ’ αυτούς η Περσεφόνη·
στερνή τους τώρα εγώ και πολύ πιο άθλια
πριν να ‘ρθη ακόμα η ώρα μου πηγαίνω·
μα όταν θα φτάσω βέβαιη θρέφω ελπίδα
να με δεχτή ο πατέρας μου με αγάπη,
με αγάπη και συ, μάννα μου, με αγάπη,
και συ, αδερφέ μου πολυλατρεμένε·
γιατί νεκρούς μ’ αυτά μου εγώ τα χέρια
σας έλουσα, σας στόλισα και μ’ όλα
τα νεκρικά σάς τίμησα τα δώρα·
και τώρα, για να θάψω, Πολυνείκη,
το δικό σου κορμί, τέτοια παθαίνω·

Λίγο πριν το θάνατό της, η Αντιγόνη, ολοζώντανη στο παρόν μάς υπενθυμίζει την αέναη ισχύ των άγραφων νόμων που συνοδεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη και τον πολιτισμό που διατρέχει την εκάστοτε ιστορική περίοδο. Η Αντιγόνη ως έργο σώζεται από τον πέμπτο προ Χριστού αιώνα. Η τραγική ιστορία, δηλαδή, του Σοφοκλή για αυτήν που έμελλε να θυσιάσει τη νεότατη ζωή της, ώστε να προστατέψει το απαράβατο δικαίωμά της να θάψει το νεκρό και πολυαγαπημένο αδερφό παρά την αρχή της πόλης. Ενάντια στη θέληση του σκληρού βασιλιά Κρέοντα, που έβλεπε στο νεκρό Πολυνείκη μία εχθρική και προδοτική μορφή, της οποίας επιθυμούσε να εξαφανίσει ακόμα και τη μνήμη του.

Δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, στην Ελλάδα προβάλλονται πολλές ειδήσεις που αναφέρονται σε βεβηλώσεις μνημείων. Πρόκειται για περιπτώσεις όπου ο θάνατος και η ταφή των νεκρών, καθώς και το μνημείο που συνοδεύει το τελικό γεγονός γίνονται στόχοι σκόπιμων επιθέσεων. Ο χαρακτήρας της επίθεσης ποικίλλει, καθώς άλλοτε πρόκειται για επίθεση με αντισημιτικό ή ρατσιστικό χαρακτήρα -όπως, πρόσφατα, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο ή στο μνημείο των προσφύγων της Λέσβου. Κάποιες φορές η δράση των βέβηλων υποκρύπτει οπαδικά χαρακτηριστικά, όπως η περίπτωση του μνημείου των αδικοχαμένων οπαδών του ΠΑΟΚ στα Τέμπη. Παρά τις κατηγοριοποιήσεις των παραπάνω δειγμάτων επιθέσεων, το κοινό χαρακτηριστικό είναι η καταστροφή μνημείου και η ασέβεια που συνοδεύει αυτήν την πράξη απέναντι στην ιστορία που αυτό φέρει. Η καταστροφή τις περισσότερες φορές υποκρύπτει μονόπλευρη και φανατισμένη αντίληψη της εκάστοτε ιστορίας, η οποία εκφράζεται μέσω μίας μαζικής δράσης. Ένα μνημείο πεσόντων πολέμου από δυνάμεις ξένης χώρας δύσκολα θα αποτελέσει στόχο οποιασδήποτε ομάδας. Αλλά ένα μνημείο ενός κομμουνιστή αντάρτη από την Κροατία μπορεί να θεωρηθεί «κόκκινο πανί», ειδικά σε μία εποχή όπου ο εθνικισμός βρίσκεται σε έξαρση, και, αναμφισβήτητα, οτιδήποτε κομμουνιστικό θα βρεθεί στο στόχαστρο των ομάδων που δρουν υπό τη συγκεκριμένη ιδεολογία.

Μαζί με το μνημείο, λοιπόν, κινδυνεύει να χαθεί και η συλλογική μνήμη. Τραγικό παράδειγμα αποτελεί η ημερομηνία της 10ης Μαΐου 1933, όταν στην Γερμανία διεξήχθη καύση δεκάδων χιλιάδων βιβλίων «Εβραίων», «Κομμουνιστών» και «Αναρχικών» συγγραφέων. Η εν λόγω επίθεση, βέβαια, δεν αποτελεί βία ενάντια στην πέτρα ή το χαρτί. Η επίθεση έχει σαφές ιδεολογικό μήνυμα. Και, δυστυχώς, αυτές οι επιθέσεις ιστορικά δείχνουν να μην περιορίζονται μόνο σε άψυχα αντικείμενα. Το επακόλουθο της «Νύχτας των Κρυστάλλων» -πέντε χρόνια μετά την καύση των βιβλίων των Freud, Einstein, Brecht, Marx και άλλων εχθρών της Ναζιστικής νεολαίας- επιβεβαιώνει τη συγκεκριμένη ακολουθία, καθώς, τη συγκεκριμένη νύχτα, δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή σκοτώθηκαν, ενώ συναγωγές, εβραϊκά μαγαζιά και κοιμητήρια καταστράφηκαν. Όλα αυτά υπό τις διαταγές της Ναζιστικής κυβέρνησης εν έτει 1938.

Η εικόνα καταστροφής του εσωτερικού της Συναγωγής επί της Fasanenstrasse στο Βερολίνο.

Το εκάστοτε μνημείο, λοιπόν, αποτελεί σημείο αναφοράς μίας ιστορίας ανθρώπων που χάθηκαν και εκπληρώνει μία ελάχιστη απόδοση τιμής και ενθύμησης αυτών. Τις περισσότερες φορές, δηλαδή, τα μνημεία αντικαθιστούν τάφους, θυμίζοντας την αδικία του θανάτου και τον επακόλουθο πόνο της ανθρώπινης απώλειας. Παρά το βασικό σκοπό που αποπειράται να εκπληρώσει, το εκάστοτε μνημείο λειτουργεί με πολλούς τρόπους. Αρχικά, μπορεί να συγκινήσει ανθρώπους της τέχνης που έχουν την ικανότητα να αντιληφθούν τις εκφραστικές του γραμμές. Ένα μνημείο μπορεί να αποτελέσει πεδίο σύγκρουσης αντιμαχόμενων πλευρών που τείνουν στο σημείο, για να αποθέσουν στεφάνια λουλουδιών. Επίσης, ένα μνημείο, ίσως, καταστεί αφορμή για μια φωτογραφία τουριστών και πολιτών, ανάλογα βέβαια με την έγκριση των τελευταίων ως προς την αισθητική του. Ακόμα, ένα μνημείο μπορεί να αποτελέσει θύμα βανδαλισμού. Κάποιες φορές, εξαιτίας της περίοπτης θέσης του, επιλέγεται από νεαρούς ανθρώπους για να εκφραστούν οπαδικές προτιμήσεις ή ερωτικοί όρκοι. Ταυτόχρονα, ένα μνημείο μπορεί να καταστεί αντικείμενο μίσους και βεβήλωσης, όχι για την αισθητική του, αλλά για αυτά που εκφράζει ή για αυτά που υπενθυμίζει. Και, ίσως, η τελευταία περίπτωση πρέπει να γίνει αντικείμενο προβληματισμού και σκέψης των ανθρώπων σήμερα, των οποίων η μνήμη τίθεται αντιμέτωπη με το μίσος ολοένα και συχνότερα.

Κάποιες δεκαετίες πριν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας του Tito και της έκρηξης των βαλκανικών εθνικισμών που συνόδευσαν την εθνογένεση των κρατών που την αντικατέστησαν, υπήρξε ένα βασίλειο το οποίο δέχτηκε επίθεση από μια ξένη χώρα. Αυτός ο πόλεμος και η κατοχή που ακολούθησε είναι γεμάτος από τραγικές ιστορίες μαζικών δολοφονιών και ειδεχθών μέτρων, καθώς και παράλληλες ιστορίες θαρραλέας αντίστασης. Κάποιες εξέχουσες εξ αυτών είναι οι παρακάτω τρεις:

Ο φόρος αίματος και η σφαγή της Kragujevac.

Η εντολή της Ναζιστικής ηγεσίας σε ό,τι αφορά τα αντίμετρα της Αντίστασης στη Γιουγκοσλαβία είναι σαφής. Για κάθε νεκρό στρατιώτη της θα εκτελούνται εκατό άνθρωποι και για κάθε τραυματία πενήντα. Ο τρομερός φόρος αίματος αποτελούσε ένα αντίμετρο των Ναζί απέναντι στην Αντίσταση των Παρτιζάνων που ξέσπασε τον Ιούλιο του 1941 με πρωτοστάτες τους Γιουγκοσλάβους Κομμουνιστές. Τον επόμενο μήνα, ακολούθησαν παραστρατιωτικές εθνικιστικές ομάδες γνωστές ως “Chetniks” που θα συνέβαλλαν αρχικά σε αρκετές επιχειρήσεις ενάντια στους Ναζί και τις δυνάμεις της διορισμένης κυβέρνησης του Milan Aćimović. Μέχρι το τέλος της κατοχής, οι Chetniks υποχώρησαν στη συμβολή του αγώνα ενάντια στους Γερμανούς και αναλώνονταν σε εμφύλιες συγκρούσεις με τους Κομμουνιστές.

Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1941, μετά τις συντονισμένες επιθέσεις αντιστασιακών στο Gornji Milanovac, οι Ναζί έχασαν δέκα στρατιώτες, ενώ 26 τραυματίστηκαν.

Το μνημείο αφιερωμένο στα θύματα του Kragujevac. Ονομάζεται «Σπασμένα Φτερά»

Λίγες μέρες αργότερα, στις 21 Οκτωβρίου του 1941, Γερμανοί στρατιώτες οργάνωσαν μια από τις πιο αιματηρές επιχειρήσεις αντιποίνων στην πόλη Kragujevac της Σερβίας. Μετά τις δολοφονίες 422 ανθρώπων στα περίχωρα της πόλης, οι Ναζί συγκέντρωσαν 2.800 άντρες και αγόρια -μεταξύ των οποίων 144 μαθητές λυκείου-, τους οποίους εκτέλεσαν έξω από την πόλη.

Η 21η Οκτώβρη έχει οριστεί μέρα μνήμης των Σέρβων θυμάτων του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Επίσης, το 1953 κατασκευάστηκε το πάρκο μνήμης «Οκτώβριος στο Kragujevac», τμήμα του οποίου βομβαρδίστηκε από τις αεροπορικές επιθέσεις Νατοϊκών.

Η σφαγή στο Kraljevo

Τα γερμανικά αντίποινα θα κατακλύσουν στο αίμα τον ίδιο μήνα άλλη μια περιοχή που βρίσκεται σήμερα στη Σερβία, το Kraljevo. Μεταξύ 15 και 20 Οκτωβρίου του 1941, όλοι οι άρρενες 14 έως 60 ετών που διέμεναν στην πόλη Kraljevo συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος, όπου τελικά εκτελέστηκαν από τη Wermacht.

Μνημείο αφιερωμένο στα θύματα του Kraljevo.

Πρόκειται για μια ακόμα εγκληματική ενέργεια μαζικών δολοφονιών αμάχων από το στρατό των Ναζί που προκάλεσε την απέχθεια μέχρι και της κυβέρνησης μαριονέτας που έχει καταστήσει το Βερολίνο στην κατακτημένη Γιουγκοσλαβία.

Οι παραπάνω σφαγές αποτελούν δείγμα της απάνθρωπης βαναυσότητας που γνώρισαν οι λαοί της χώρας αυτής και, κυρίως οι Σέρβοι, κατά την Γερμανική κατοχή.

 “Smrt fašizmu, sloboda narodu!”

Στις 22 Μαΐου 1942, η Γιουγκοσλαβία βρισκόταν υπό Γερμανική κατοχή. Στους κεντρικούς δρόμους της Σερβικής πόλης Valjevo Ναζί και δωσίλογοι συνεργάτες τους οδηγούσαν έναν νεαρό προς την αγχόνη. Ο νέος φώναζε σε όλη την πορεία του: «Ζήτω οι απελευθερωτές του λαού! Κάτω οι φασίστες και οι συνεργάτες τους! Ζήτω ο Κομμουνισμός!», ενώ μία δεκαεπτάχρονη φωτογράφισε τον νεαρό λίγο πριν τον εκτελέσουν.

Στη φωτογραφία απεικονίζεται, λοιπόν, ένας αντάρτης, ο οποίος στέκεται με τα χέρια του ψηλά κάτω από μία κρεμάλα. Πρόκειται για τον εικοσιεξάχρονο Κροάτη, Stjepan Filipović, ο οποίος φώναζε τις τελευταίες του στιγμές ανάμεσα στους δήμιούς του «Θάνατο στο Φασισμό, Ελευθερία στους λαούς». Τη φωτογραφία τράβηξε η δεκαεπτάχρονη Slobodanka Vasić, η οποία εργαζόταν στο τοπικό φωτογραφείο. Καθώς οι φωτογραφίες, όμως, έγιναν γνωστές στην τοπική κοινωνία, οι Ναζί τις κατείσχαν και η νεαρή φωτογράφος φυλακίσθηκε, θεωρούμενη ως ύποπτη για σχέσεις με τους αντάρτες, ενώ, παράλληλα, καθίστατο βέβαιο πως οι φωτογραφίες είχαν χαθεί. Ωστόσο, ένας Γερμανός στρατιώτης τις έδειξε στον Branko Kesler, ο οποίος ήταν γιατρός γερμανικής καταγωγής και δεν κινούσε υποψίες σε καμία περίπτωση. Ο εν λόγω γιατρός, σε μια ανύποπτη στιγμή, έκρυψε μια φωτογραφία, διαφυλάσσοντας έτσι ένα ιστορικό ντοκουμέντο ενός ανθρώπου που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως σύμβολο της μάχης ενάντια στους Ναζί.

Ο απεικονιζόμενος, Stjepan Filipović, ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας από το 1940 είχε ήδη φυλακισθεί στο παρελθόν ως μέλος του Εργατικού Κινήματος. Συνελήφθη από δυνάμεις των κατακτητών, οι οποίοι τόν παρέδωσαν στο αρχηγείο της Gestapo στο Βελιγράδι. Έπειτα από ατέρμονες ανακρίσεις χωρίς επιτυχία, ο Filipović καταδικάστηκε σε θάνατο δια απαγχονισμού.

Άγαλμα του Stjepan Filipović.

Κατά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην περιοχή της Γιουγκοσλαβίας οργανώθηκε ένα από τα μεγαλύτερα κινήματα αντίστασης σε όλη την Ευρώπη. Στη μνήμη των θυμάτων του Ναζισμού υψώνεται πλήθος μνημείων σε όλη την επικράτεια των χωρών που αποτελούσαν κάποτε την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Μεγάλος αριθμός των μνημείων αυτών, ωστόσο, καταστράφηκε τη δεκαετία 1990-2000, μεταξύ των οποίων και το άγαλμα του Stjepan Filipović στη γενέτειρά του.

Πηγές:

  1. Σοφοκλής. (2010). Οι τραγωδίες του Σοφοκλέους. Μετάφραση: Ι.Ν. Γρυπάρης
  2. Tomasevich, J. (1975). War and Revolution in Yugoslavia, 1941–1945: The Chetniks. Stanford, California: Stanford University Press. ISBN 978-0-8047-0857-9.
  3. Glenny, M. (2001). The Balkans: Nationalism, War, and the Great Powers, 1804–1999. London, England: Penguin. ISBN 978-0-14-023377-3
  4. Ladislav, L. (2013). Croatian ghosts from the past in the EU. https://www.greeneuropeanjournal.eu/croatian-ghosts-from-the-past-in-the-eu/
  5. Roberts, W. (1973). Tito, Mihailović and the Allies 1941–1945. Durham, North Carolina: Duke University Press. ISBN 978-0-8223-0773-0.
  6. Winstone, M. (2010). The Holocaust Sites of Europe: An Historical Guide. London, England: I.B.Tauris. ISBN 978-0-85773-028-2.
  7. von Bischofhausen, O. (1950). The Hostage Case.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest