Τρομοκρατία: Μια διαχρονική αόρατη απειλή

Αυτό το άρθρο είναι το 2ο μέρος από τα 3 με τίτλο: Ανάλυση του Φαινομένου της Τρομοκρατίας

Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει πως οι ανθρώπινες κοινωνίες αντιμετώπισαν ζητήματα ασφαλείας από την πρώτη στιγμή της δόμησής τους. Ένα εκ των μεγαλύτερων ζητημάτων ασφαλείας του 21ου αιώνα είναι η απειλή της τρομοκρατίας. Το χαρακτηριστικό αυτής της απειλής -που την καθιστά, παράλληλα, μοναδική και άκρως επικίνδυνη- είναι η αόρατη φύση της. Από το πιο απλό παράδειγμα της συμμετοχής σε μια παρτίδα σκάκι, μέχρι τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων σε εθνικό επίπεδο, ο αντίπαλος είναι πάντα γνωστός. Η έλλειψη αυτής της γνώσης, στην περίπτωση της τρομοκρατίας, είναι που την καθιστά και τόσο επικίνδυνη, σε βαθμό που ακόμα και οι μεγαλύτερες δυνάμεις δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν τη διεξαγωγή τρομοκρατικών χτυπημάτων. Χαρακτηριστική απόδειξη αποτελούν η 11/9, αλλά και οι πρόσφατες επιθέσεις του ISIS στη Γαλλία και το Βέλγιο.

Η αυγή της τρομοκρατίας

Αν και το 1ο κύμα ξεκίνησε λίγο πριν το τέλος του 19ου αιώνα, τρομοκρατικές ενέργειες διεξάγονταν από τις απαρχές της 1ης χιλιετίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το τάγμα των Ασσασίνων, το όποιο στόχευε προσωπικότητες πολιτικής βαρύτητας, και ήταν βαθιά επηρεασμένο από τη θρησκεία. Υπάρχουν, όμως,  και πιο σύγχρονα παραδείγματα λαϊκής επαναστατικής τρομοκρατίας, όπως οι πράξεις των Υιών της Ελευθερίας, οι οποίοι αποτέλεσαν την αντίδραση των αποίκων της Αμερικής για την Πράξη Stamp και τις πρωτοβουλίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Οι οργανώσεις αυτές, και οι πράξεις τους, δεν θεωρήθηκαν ως ένα κύμα, για τον απλούστατο λόγο πως ήταν εθνικά επικεντρωμένες στο αμερικανικό έδαφος, χωρίς διεθνή εξάπλωση. Η δράση τους χαρακτηριζόταν από την κρυφή διεξαγωγή των δραστηριοτήτων τους, και την αποφυγή δημοσιοποίησής τους, κάτι που ξεκάθαρα απουσίαζε από τα 4 κύματα που ακολούθησαν.

Αξίζει να σημειωθεί η σύνδεση της τρομοκρατίας με την ιδέα της επανάστασης, ιδέας-στόχου, ο οποίος φυσικά εκλαμβανόταν διαφορετικά σε κάθε κύμα. Οι ιδέες της Αμερικανικής και Γαλλικής Επανάστασης για εθνική αυτοδιάθεση σημάδεψαν τη στρατηγική  της τρομοκρατίας. Εξάλλου, πόσο συγκυριακή μπορεί να θεωρηθεί η προσθήκη της έννοιας του τρόμου στα λεξιλόγιά μας κατά τη Γαλλική Επανάσταση;

Αναρχικό κύμα

Τη δεκαετία του 1880 εμφανίστηκε αυτό που οι ερευνητές έχουν κατηγοριοποιήσει ως «πρώτο τρομοκρατικό κύμα», το οποίο είχε διάρκεια 40 χρόνων. Ξεκίνησε από τη Ρωσία και εξαπλώθηκε στην Αμερική, την Ευρώπη και την Ασία. Παρά τη διεθνοποίηση των δράσεών τους, καμία οργάνωση του πρώτου κύματος δεν κατόρθωσε να πετύχει τους στόχους της. Η πυροδότηση του πρώτου κύματος οφείλεται στη διάδοση της τεχνολογίας και του δόγματος της τρομοκρατίας.

Ρώσοι συγγραφείς, όπως ο Sergey Nechaev, δημιούργησαν μια στρατηγική τρομοκρατίας, με το στόχο να χρησιμοποιηθεί, να βελτιωθεί και να διαδοθεί από τους μεταγενέστερούς τους. Φυσικά, οι τρομοκρατικές οργανώσεις -κάθε θρησκευτικής παράδοσης- διέφεραν μεταξύ τους, αλλά αυτό δεν αποτελεί, απαραίτητα, απόδειξη πως δεν υπήρχε αλληλεπίδραση στη μάθηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι ομοιότητες μεταξύ της Επαναστατικής Κατήχησης του Nechaev και του Εγχειριδίου Εκπαίδευσης του Osama Bin Laden, και παράλληλα οι διαφορές, λόγω διαφορετικής κουλτούρας, καθώς ο Ρώσος συγγραφέας εκτιμούσε κάθε διαθέσιμο πόρο, ενώ ο ιδρυτής της al-Qaeda, λόγω επιρροής του Ισλαμικού νόμου, στρατολογούσε αποκλειστικά άντρες.

Σχετικά με την τεχνολογία, η ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας και μεταφοράς (ραδιόφωνο, καθημερινή έκδοση εφημερίδας, επέκταση των σιδηροδρομικών δικτύων) ήταν ο παράγοντας που οδήγησε στη διεθνοποίηση του πρώτου κύματος εκτός των κρατικών συνόρων. Όπως διαπιστώθηκε, όταν ο χρόνος και ο χώρος αρχίζουν να τιθασεύονται, οι δυνατότητες είναι απεριόριστες – καθώς, πλέον, το εμπόδιο της απόστασης δεν κατέχει μείζονα ρόλο κατά την επιτέλεση τρομοκρατικών χτυπημάτων. Αυτή τη γνώση την εκμεταλλεύτηκαν, στη συνέχεια, πλήρως, οι σχεδιαστές των τρομοκρατικών δραστηριοτήτων.

Η προσθήκη του μέσου της δημοσιότητας στα εργαλεία της τρομοκρατίας υποδείχτηκε από τη ρωσική πρακτική, η οποία συνδύαζε τα εργαλεία της τρομοκρατίας και πληροφορίας για να πετύχει τους στόχους της. Τακτική που υιοθετήθηκε από όλες τις οργανώσεις του πρώτου κύματος.

Η Θέληση του Λαού (Narodnaya Volya) κατανόησε ότι η χρήση του τρόμου, ως εργαλείο, θα γέμιζε το κενό που δημιούργησε η αδυναμία των βιβλίων και των διαδηλώσεων να παρακινήσουν μαζικές εξεγέρσεις. Το δόγμα των αναρχικών υποστήριζε ότι η κοινωνική δομή χαρακτηρίζεται από στοιχεία αμφιθυμίας και επιθετικότητας, και για το λόγο αυτό προωθούσε τη δημιουργία ηθικών στερεοτύπων, τα οποία δημιουργούν αισθήματα χρέους στον πληθυσμό, και διατηρούν ανέπαφο το πολιτικό κατεστημένο. Βέβαια, οι συνθήκες και τα στερεότυπα είναι υπόλογα στην ιστορική πραγματικότητα, καθώς αυτό που θεωρείται ανήθικο από τη σημερινή γεννιά, η επόμενη ίσως το εκλάβει ως έντιμες απόπειρες απελευθέρωσης της ανθρωπότητας. Ο τρόμος αποτελούσε το κλειδί για την άρση αυτών των στερεοτύπων.

Η προσθήκη αυτοθυσίας προσέδιδε στις τρομοκρατικές ενέργειες την αίσθηση πως δεν αποτελούσαν κοινά εγκλήματα. Συνδύαζαν το μάρτυρα με τον ήρωα, και διαχώριζαν τον τρομοκράτη από το δολοφόνο και τον αντάρτη. Η ουσιαστική διαφορά του μάρτυρα από τον απλό τρομοκράτη, είναι το χαρακτηριστικό στοιχείο της αυτοθυσίας, κάτω από την αιγίδα ενός ανώτερου σκοπού. Σε αυτό συνετέλεσε και η αυξανόμενη χρήση του δυναμίτη για την επιτέλεση τρομοκρατικών ενεργειών, καθώς η χρήση αυτού του όπλου αποτελεί δίκοπο μαχαίρι.

Η τρομοκρατία αποτελούσε μέσο και όχι αυτοσκοπό, και βασιζόταν στην ελπίδα που γεννούσαν σημαντικά πολιτικά γεγονότα. Τέτοιο παράδειγμα αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις του τσάρου Αλέξανδρου ΙΙ το 1861, οι οποίες στόχευαν σε απελευθέρωση τμημάτων του πληθυσμού και σε μίσθωση γης. Η λαϊκή δυσαρέσκεια για αυτές τις μεταρρυθμίσεις, τελικά, οδήγησε στο θάνατο του τσάρου. Πέραν των δολοφονιών, η αύξηση των χτυπημάτων σε τράπεζες για τη χρηματοδότηση των τρομοκρατικών ενεργειών ήταν αρκετά διαδεδομένη πρακτική των οργανώσεων αυτού του κύματος.

Απο-αποικιοκρατικό κύμα

Η λήξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, και η επακόλουθη επιθυμία των νικητών να διασπάσουν τις ηττημένες αυτοκρατορίες, γέννησε το 2ο κύμα τρομοκρατίας, το οποίο άντεξε μέχρι τη δεκαετία του 1960. Πώς, όμως, οι νικητές δικαιολόγησαν τη διάσπαση των ηττημένων αυτοκρατοριών, όντας οι ίδιες αυτοκρατορίες; Η απάντηση θα μπορούσε να είναι πως δεν παρουσίασαν επαρκή επιχειρήματα για τη διάσπασή τους. Η αποτυχία τους αυτή, σύντομα τους κόστισε τη νομιμοποίηση κατοχής των αυτοκρατορικών τους εδαφών. Η ακόλουθη δημιουργία νέων κρατών (Ιρλανδία, Υεμένη, Ισραήλ, Κύπρος) οδήγησε στη δημιουργία τρομοκρατικών οργανισμών του 2ου κύματος, όπως ο Ιρλανδικός Επαναστατικός Στρατός (IRA).

Οι μέθοδοι του προηγούμενου κύματος θεωρήθηκαν αναποτελεσματικές, καθώς η διασπορά των χρηματικών πόρων κατέστησε ανούσια τα τραπεζικά χτυπήματα. Η πολιτική αποκεφαλισμού και ο μαρτυρικός θάνατος αντιμετωπίστηκαν σαν τακτικές μειωμένης αποτελεσματικότητας, καθώς οι πολιτικοί ηγέτες/θύματα δολοφονίας μπορούσαν εύκολα να αντικατασταθούν. Τα συστηματικά χτυπήματα στις αστυνομικές δυνάμεις του κράτους, οι ενέργειες που θύμιζαν ανταρτοπόλεμο, και οι προειδοποιήσεις με σκοπό τη μείωση των παράπλευρων απωλειών ήταν το στρατηγικό κλειδί των οργανώσεων του 2ου κύματος. Η αστυνομία αποτελεί τα μάτια της κυβέρνησης, και η αντικατάστασή τους από το στρατό προκαλεί σύγχυση και αύξηση των λαϊκών αισθημάτων εναντίον αυτής της κυβέρνησης. Η αντίληψη της κοινωνίας περί της σύνδεσης τη αστυνομίας με την εξασφάλιση της τάξης, ενώ του στρατού με την εργαλειακή χρήση του για την αποκλειστική ικανοποίηση της κυβερνητικής βούλησης, αποτελούσε το αίτιο κλιμάκωσης των αναταραχών σε κοινωνικό επίπεδο.

Η ειρωνεία είναι πως, παρά την εντατικοποίηση του ρεύματος απο-αποικιοποίησης, οι οργανώσεις αυτές δεν κατάφεραν να πετύχουν τους πρωταρχικούς στόχους τους. Ο IRA κέρδισε ένα Ιρλανδικό κράτος, το οποίο δεν ξεπέρασε τα όρια του μικρού νησιού. Η Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών, αντί για μια ενωμένη Κύπρο, κατέληξε να λαμβάνει μια διχοτομημένη νήσο.

Άλλη μια διαφορά με το 1ο κύμα βρίσκεται στην ίδια την έννοια της τρομοκρατίας. Ο απο-αποικιακός αγώνας ήταν ένα συλλογικό εγχείρημα με ισχυρά επιχειρήματα, ενώ η έννοια της τρομοκρατίας συνδέθηκε με την αποδυνάμωση αυτού του εγχειρήματος στο 2ο, κυρίως λόγω της σύνδεσης της με βίαιους συνειρμούς. Η εθνική ανεξαρτησία και η αυτοδιάθεση αποτελούν έναν αγώνα με θετικά ερείσματα στη διεθνή σκηνή, ενώ τα τρομοκρατικά χτυπήματα, ακόμα και εναντίον άμαχων πληθυσμών, έχουν για ευνόητους λόγους διαφορετική απήχηση. Επομένως, αυτούς που οι ηγέτες των τρομοκρατικών οργανώσεων χαρακτήριζαν ως μαχητές της ελευθερίας, οι ηγέτες των κυβερνήσεων τους χαρακτήριζαν ως τρομοκράτες και διεθνείς εγκληματίες. Η χρήση κατάλληλης γλώσσας ήταν ένα όπλο με μεγάλο εύρος επιρροής για όποια πλευρά το χρησιμοποιούσε ορθότερα.

Νέο-Αριστερό Κύμα

Η ένταση του Πολέμου του Βιετνάμ έδωσε την ψυχολογική βάση για την πυροδότηση του 3ου κύματος, το οποίο διήρκησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η ικανότητα του Βιετνάμ να αντισταθεί στην στρατιωτική, οικονομική και ψυχολογική ισχύ των ΗΠΑ, καθώς και η δυσαρέσκεια της νεολαίας για το θεσμό του πολέμου, προκάλεσε τη δημιουργία των οργανισμών του 3ου κύματος στη Δύση.

Ο ριζοσπαστισμός συνάντησε τον εθνικισμό, και οργανώσεις του ανεπτυγμένου κόσμου, με την ενίσχυση της Σοβιετικής Ένωσης, προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τις τρομοκρατικές ενέργειες ως μέσο υπεράσπισης των δικαιωμάτων των λαών του Τρίτου Κόσμου. Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), η οποία σταμάτησε να θεωρείται τρομοκρατική οργάνωση από τις ΗΠΑ στη Διάσκεψη της Μαδρίτης το 1991, αποτέλεσε το υπόδειγμα αυτού του κύματος, βασισμένο στη σοβιετική παροχή βοήθειας, στη σύνδεση του εχθρικού Ισραήλ με τη Δύση, και στην παροχή εδαφών στον Λίβανο για εκπαίδευση τρομοκρατών. Η σύνδεση οργανισμών με διαφορετική εθνική προέλευση αποτέλεσε το κοινό στοιχείο μεταξύ του 3ου και του 1ου κύματος, όπως αποδείχτηκε και στους Ολυμπιακούς του 1975 στο Μόναχο.

Η αεροπειρατεία και η κράτηση ομήρων ήταν οι πιο αποτελεσματικές τακτικές αυτού του κύματος, λόγω της διεθνούς φύσης τους και της δυνατότητας εκτεταμένης προβολής τους. Η απαγωγή του Ιταλού πρωθυπουργού Aldo Moro το 1979, από τη Κόκκινη Ταξιαρχία, και η επακόλουθη δολοφονία του μετά την άρνηση της κυβέρνησης του να διαπραγματευτεί, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Οι επιθέσεις σε πρεσβείες αποτέλεσαν μια ακόμα τακτική του 3ου κύματος, με πιο πρόσφατη την επίθεση στην ιαπωνική πρεσβεία το 1996, και την κράτηση ομήρων για 126 μέρες. Τελικά, οι τρομοκρατικές οργανώσεις άρχισαν να ηττώνται η μια μετά την άλλη. Η διεθνής συνεργασία εναντίον της τρομοκρατίας ενισχύθηκε και κλιμακώθηκε. Επιπλέον, η εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο, και η εκδίωξη του PLO από τα εδάφη του αποτέλεσαν το τελικό χτύπημα κατά του 3ου κύματος.

Θρησκευτικό Κύμα

Το τελευταίο κύμα αποτελεί και το πιο γνωστό, λόγω της σύγχρονης φύσης του. Με αφετηρία το 1979, το κύμα αυτό δεν χρησιμοποιεί τη η θρησκεία με σκοπό τη δημιουργία κυρίαρχων κρατών, πιστών στο διεθνές πρότυπο. Αντίθετα, η θρησκεία εντατικοποιείται και στοχεύει σε ένα Νέο Κόσμο.

Το Ισλάμ μπορεί να είναι η πιο γνωστή θρησκευτική κοινότητα του 4ου κύματος, όμως η χρήση αερίου στο σιδηρόδρομο του Τόκιο από Εβραίους τρομοκράτες, και ο βομβαρδισμός της Οκλαχόμα από Χριστιανούς, δείχνουν πως το Ισλάμ δεν έχει μονοπώλιο στη τρομοκρατία του 4ου κύματος. Μάλιστα, η χρήση αερίων άνοιξε το διάλογο για την εξέταση εκμετάλλευσης βιοχημικών όπλων.

Η Ιρανική Επανάσταση το 1979, και η επακόλουθη πυροδότηση επαναστάσεων στον υπόλοιπο αραβικό κόσμο, υπέδειξαν την αδυναμία των πολιτικών δομών στα εργαλεία της θρησκείας, απότοκο της συνεχούς επέμβασης της Δύσης, γεγονός που εντατικοποίησε την επιρροή του θρησκευτικό στοιχείου. Επίσης, η αντίσταση του Αφγανιστάν στη Σοβιετική εισβολή, κυρίως λόγω της αμερικανικής αποστολής Σουνιτών μαχητών, ενίσχυσε τη δομή αυτού του κύματος. Οι  βετεράνοι αυτοί, στη συνέχεια, επέστρεψαν για να βοηθήσουν το πληθυσμό των Σουνιτών στα αλλά κράτη, όπως στην Αίγυπτο, την Αλγερία, τη Συρία, τις Φιλιππίνες, και να ενισχύσουν τα χτυπήματα κατά του Ισραήλ.

Η υιοθέτηση της μεθόδου των βομβιστικών αποστολών αυτοκτονίας παρουσιάστηκε αρκετά αποτελεσματική, γεγονός που το αποδεικνύει η δολοφονία του Ινδού Πρωθυπουργού Rajiv Gandhi. Οι βομβαρδισμοί στο κέντρο του Παγκόσμιου Εμπορίου το 1993 και την 11η Σεπτεμβρίου 2001, η επίθεση στις αμερικανικές πρεσβείες της Κένυας και της Τανζανίας με παράπλευρες απώλειες αμάχων, αλλά και η πολιτική αντιποίνων που ακολούθησαν οι  ΗΠΑ, υποδεικνύουν την επιθυμία των ισλαμιστών για παγκόσμια κλιμάκωση των δραστηριοτήτων τους. 

Η επιδίωξη τους για την προώθηση των αξιών ενός Νέου Κόσμου, συνδέεται άμεσα με την ενοποίηση όλων των μουσουλμάνων κάτω από τις υποδείξεις του Ισλαμικού Νόμου. Η υλοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος προϋποθέτει την εκδίωξη της αμερικανικής παρουσίας από τα εδάφη των ισλαμικών κρατών, και την ακόλουθη μείωση της επιρροής της. Η αποτυχία, όμως, της al-Qaeda για επίτευξη αυτού του στόχου, και η διατήρηση στρατευμάτων των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν μέχρι και σήμερα, θέτουν υπό αμφισβήτηση την υλοποίηση αυτού του στόχου στο άμεσο μέλλον. Τελικά, η 11/9 ήταν μια τρομοκρατική ενέργεια βασισμένη σε μια ατζέντα στόχων, ή απλά μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια ενοποίησης των ισλαμικών συντελεστών;

Διεθνής αντίκτυπος και επεμβατική πολιτική

Το γεγονός ότι οι δημοκρατίες αντιδρούν πιο ακραία σε τρομοκρατικές ενέργειες έγινε γνωστό μετά τη δολοφονία του Προέδρου των ΗΠΑ, William MacKinley, το 1901, και την επακόλουθη διεθνή εκστρατεία του Theodore Roosevelt, εναντίον του εχθρού των πολιτισμένων κοινωνιών. Ο λόγος; Οι αξίες της δημοκρατίας προωθούν τη διαφάνεια και τη συμμετοχή της κοινής γνώμης, στις οποίες βρίσκεται η κοιτίδα της τρομοκρατίας.

Παραδείγματα είναι ο βομβαρδισμός των στρατοπέδων υποτιθέμενης εκπαίδευσης τρομοκρατών στη Λιβύη το 1986, ο νόμος Ντ’Αμάτο, η δημιουργία μιας λίστας κρατών-τρομοκρατών που ανανεώνεται ετησίως, και η συμμαχία των προθύμων κατά την εισβολή στο Αφγανιστάν και το Ιράκ μετά τα γεγονότα της 11/9. Όλες αυτές οι δράσεις των ΗΠΑ, κάποιες εξολοκλήρου μονομερείς, θέτουν το εξής ερώτημα: οι ΗΠΑ υποκύπτουν και παρασύρονται από τις τρομοκρατικές ενέργειες, ή συμβάλουν στη δημιουργία των τρομοκρατικών οργανώσεων;

Εν κατακλείδι, η σταδιακή μεταφορά από την αναρχική τρομοκρατία σε αυτή του φονταμενταλισμού, παρά τις όποιες διαφορές τους, οφείλεται στο γεγονός πως οι εκφραστές και των δύο ρευμάτων αντιλαμβανόντουσαν τη διπλή φύση του παγκόσμιου status quo. Είτε πρόκειται για την αφύπνιση του προλεταριάτου, είτε για την αφύπνιση του μουσουλμανικού πληθυσμού, η τρομοκρατία στόχευε στη ριζοσπαστική αλλαγή της υπάρχουσας τάξης. Παρά την πρόταξη θρησκευτικών ιδεών κατά το πέρας των τρομοκρατικών χτυπημάτων του τελευταίου κύματος, η βάση των στόχων και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν, είχε πολιτική φύση. Η τρομοκρατία δεν έχει καμία θρησκεία, τουλάχιστον όχι όπως την αντιλαμβάνονται οι εκσυγχρονισμένες κοινωνίες του δυτικού πολιτισμού.

Πηγές:

  1. Μπόση, Μ. (2014) Η Διεθνής Ασφάλεια Στον Μεταψυχροπολεμικό Κόσμο. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα
  2. Μπόση, Μ (1999) Ζητήματα Ασφαλείας στη Νέα Τάξη Πραγμάτων. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση
  3. Χειλά, Ε. (2013) Οι Διεθνείς Συγκρούσεις στον 21ο Αιώνα: Ζητήματα Θεωρίας και Διαχείρισης. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα
  4. Rapoport, D. (2001) The fourth wave: September 11 in the history of terrorism. Available at: www.currenthistory.com/Article.php?ID=226 (Accessed 21 February 2017)
  5. Stratfor (2017) Jihadism: An Eerily Familiar Threat. Available at: https://www.stratfor.com/sample/weekly/jihadism-eerily-familiar-threat?utm_campaign=article&utm_medium=social&utm_source=Facebook (Accessed 25 February 2017)

 

Πλοήγηση στις σειρές<< Ορίζοντας την τρομοκρατίαΤο προφίλ του ισλαμιστή εξτρεμιστή στη Δύση >>

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest