Abraham Lincoln: ιδεολόγος ή τύραννος;

Πρόλογος

Ένα διχασμένο σπίτι δεν μπορεί να σταθεί. Αυτή η απλή αλλά ουσιώδης φράση συνοψίζει την πολιτική του Abraham Lincoln (1809-1865), του 16ου Προέδρου των Η.Π.Α., χαρακτηριζόμενου ως απελευθερωτή από κάποιους, και ως δικτάτορα από κάποιους άλλους. Η ταπεινή καταγωγή του, η επαγγελματική του ζωή -ο Abraham Lincoln είχε υπάρξει ιδιωτικός υπάλληλος και έμπορος-, η συμμετοχή του στον στρατό -πρώτα ως στρατιώτης και, έπειτα, ως λοχαγός το 1832, μετά τον πόλεμο του Μαύρου Γερακιού-, καθώς και η μετέπειτα νομική σταδιοδρομία του στο Springfield του προσέδωσαν το στοιχείο του αυτοδημιούργητου. Η ανάληψη της Προεδρίας στις 6 Νοεμβρίου του 1861 αποτέλεσε μια περαιτέρω απόδειξη αυτού του ισχυρισμού. Η Προεδρία του Lincoln προσέδωσε στο αμερικανικό κράτος μια μορφή πολύ κοντινή με αυτή του σύγχρονου απογόνου του. Η μελέτη του Αμερικανικού Εμφυλίου μπορεί να προσφέρει μια ερμηνεία των κινήτρων της πολιτικής του Lincoln, η οποία μπορεί -με τη σειρά της- να φανερώσει τα ουσιαστικά αίτια του πολέμου. Ήταν, όντως, η απελευθέρωση των σκλάβων ο κύριος λόγος της διάσπασης, ή επρόκειτο για κάτι άλλο βαθύτερο και, παράλληλα, ρεαλιστικότερο, δεδομένης της ανθρώπινης φύσης;

Το έναυσμα του εμφυλίου

Ο εμφύλιος πόλεμος αποτέλεσε μία εκ των μεγαλύτερων προκλήσεων της αμερικανικής ιστορίας, την οποία ο Lincoln κλήθηκε να αντιμετωπίσει ήδη από την ανάληψη της Προεδρίας του. Ενώ εκείνος ίδρυσε το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων το 1854, οι μεγαλογαιοκτήμονες πέρασαν έναν νόμο υπέρ του δουλεμπορίου. Αυτό ώθησε τη ρεπουμπλικανική παράταξη σε απόπειρα κατάργησης της δουλείας μέσω του Κογκρέσου. Όμως, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των Η.Π.Α. θεώρησε το όργανο αυτό αναρμόδιο να φέρει εις πέρας αυτή την πρωτοβουλία.

Τελικά, η ένταση κορυφώθηκε με τις δηλώσεις του Προέδρου, ο οποίος είπε ότι η δουλεία, ενώ θα συνέχιζε να υφίσταται στις Πολιτείες που ήταν νομοθετημένη, δεν θα μπορούσε να εξαπλωθεί στις υπόλοιπες. Οι Πολιτείες του Νότου, βλέποντας τα οικονομικά τους συμφέροντα να απειλούνται συνεχώς από τον Βορρά, αλλά και μια ευνοϊκή προς τον Βορρά κυβέρνηση, αποφάσισαν να εναντιωθούν στις υποδείξεις του Προέδρου. Το απότοκο; Η διάσπαση των Η.Π.Α. στις Πολιτείες της Ένωσης (Βορράς) και στις Πολιτείες της Συνομοσπονδίας (Νότος) και, εν τέλει, η έναρξη του μεταξύ τους πολέμου. Αν και η επιστημονική φύση αυτής της ιστορικής μελέτης δεν επιτρέπει υποθέσεις, το να γίνει μια τέτοια υπόθεση εν προκειμένω μπορεί να προσφέρει τροφή για σκέψη σχετικά με το κατά πόσο ο πόλεμος αυτός θα μπορούσε να αποφευχθεί. Η υπόθεση, λοιπόν, βασίζεται στο ότι, αν τα δύο μέρη είχαν σεβαστεί τον αρχικό γεωγραφικό περιορισμό της δουλείας, αυτό που αναμενόμενα θα ακολουθούσε, θα ήταν η βιομηχανική εξάπλωση από τον Βορρά προς τον Νότο. Έτσι, η επαφή των γαιοκτημόνων με τα οφέλη της βιομηχανίας θα έκανε πιο διαλλακτική τη στάση τους ως προς την κατάργηση της δουλείας, ιδίως λόγω των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χρήσης των μηχανών έναντι της χρήσης του ανθρώπινου δυναμικού. Όμως, η υπομονή αποτελούσε ανέκαθεν μια σπάνια πολυτέλεια στην ιστορική πραγματικότητα – παραδοχή που η έναρξη του πολέμου -στις 12 Απριλίου του 1861- απέδειξε για άλλη μια φορά.

«Cry havoc, and let slip the dogs of war!»

Ο Lincoln είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι προτεραιότητά του ήταν η διάσωση της Ένωσης, και όχι η κατάργηση της δουλείας. Ο ίδιος είπε ότι, προκειμένου να επέστρεφαν οι Πολιτείες του Νότου στην Ένωση, θα επέστρεφε όλους τους απελευθερωμένους σκλάβους πίσω στις αλυσίδες. Η επίθεση των Νοτίων στο Fort Sumpter αποτέλεσε το έναυσμα του πολέμου. Το οχυρό αυτό είχε δύο χαρακτηριστικά: μικρή φρουρά και τοποθεσία βαθιά εντός της επικράτειας του Νότου. Η φρουρά προέβαλλε μια μικρή αντίσταση για την «τιμή των όπλων», πριν παραδοθεί. Εξετάζοντας ρεαλιστικά το εν λόγω γεγονός, το οχυρό δεν είχε καμία στρατηγική σημασία για την Washington. Ήταν, όμως, η αφορμή που χρειαζόταν για να ξεκινήσει τον πόλεμο, εκμεταλλευόμενη τη ρήτρα του «αμυνομένου εν δικαίω».

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Lincoln συγκέντρωσε εκτεταμένες πολεμικές εξουσίες στο πρόσωπό του, όντας αρχηγός του στρατού και του κράτους. Το καλοκαίρι του 1862 δόθηκε η ευκαιρία για ειρήνη, την οποία όμως ο Lincoln απέρριψε. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, μάλιστα, ο τελευταίος εξέδωσε διάταγμα, βάσει του οποίου η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση του Βορρά μπορούσε να κατασχέσει τους σκλάβους όσων Πολιτειών δεν κατέθεταν τα όπλα μέχρι την 1η Ιανουαρίου του 1863. Έτσι γεννήθηκε η Διακήρυξη της Χειραφέτησης, η οποία στο τέλος προσέφερε ένα εκατομμύριο στρατιώτες στον στρατό της Ένωσης.

Η ατελείωτη φύση του πολέμου ήταν ένα χαρακτηριστικό υπέρ της Συνομοσπονδίας, λόγω της πίεσης που ασκούσε στον Lincoln για να σταματήσει τις εχθροπραξίες. Δεδομένων και των εκλογών που πλησίαζαν, ο Lincoln έκανε αρκετές απόπειρες για να εξασφαλίσει την επανεκλογή του. Ένα παράδειγμα ήταν η προπαγανδιστική χρήση του συνθήματος «Αγώνας για την Ελευθερία των Μαύρων», με επίκληση στα ανώτερα ανθρώπινα ιδανικά. Αυτό, όμως, που εξασφάλισε την επανεκλογή του ήταν η νίκη στο πεδίο του Gettysburg το 1863, η οποία έγειρε τη ζυγαριά αυτή τη φορά υπέρ του Βορρά, και είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν οι Νότιοι οποιαδήποτε βρετανική υποστήριξη.

Έπειτα, ο Lincoln εξέδωσε διάταγμα στρατολόγησης τετρακοσίων χιλιάδων ακόμα ανδρών, κάτι που αποτελούσε αντισυνταγματική κίνηση, και για την οποία παρέκαμψε το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο. Ως αντίδραση σε αυτή την κίνηση, ξεκίνησαν διαδηλώσεις τουλάχιστον σε πέντε Πολιτείες του Βορρά, οι οποίες έφτασαν μέχρι την καρδιά της Νέας Υόρκης. Ο Πρόεδρος απάντησε με ακραία μέτρα, τα οποία ήταν η αποστολή στρατού και η επιβολή στρατιωτικού νόμου στην εν λόγω Πολιτεία. Το απότοκο ήταν ο θάνατος τουλάχιστον χιλίων διαδηλωτών.

Αυτή η πράξη του Προέδρου δυσχέρανε τις πιθανότητες επανεκλογής του, γεγονός το οποίο αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερο τρόπο. Συγκεκριμένα, ο ναυτικός αποκλεισμός του Νότου ανάγκασε όλους τους μετανάστες να κατευθυνθούν προς τη Νέα Υόρκη και τη Βοστώνη – δηλαδή, προς τον Βορρά. Εκεί, τους δινόταν η «ελευθερία» επιλογής μίας εκ των τριών παρακάτω προτάσεων. Η πρώτη ήταν η εθελοντική κατάταξη στον στρατό της Ένωσης, η δεύτερη ήταν η εθελοντική ψήφος υπέρ του Lincoln, ενώ η τρίτη ήταν η άμεση αποχώρηση από τη χώρα. Σε συνδυασμό με τις άδειες που -συγκυριακά- παρείχαν οι στρατηγοί σε στρατιώτες για να ψηφίσουν, οι εκλογές κερδήθηκαν με σχετική άνεση, στις 8 Νοεμβρίου του 1864.

Η 13η Τροπολογία και το δίλημμα της κατάσχεσης

Ένας εκ των βασικών στόχων του Lincoln ήταν να περάσει τη 13η Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και για επικύρωση από τις Πολιτείες, έτσι ώστε να καταργήσει τη δουλεία. Όμως, ο Lincoln αντιλαμβανόταν τη συνέχιση του πολέμου ως στρατιωτική αναγκαιότητα για να περάσει η Τροποποίηση αυτή. Αν ο πόλεμος τελείωνε πριν η Τροποποίηση ψηφιζόταν, τότε αυτή δεν θα περνούσε ποτέ. Οι λόγοι θα ήταν η επιστροφή των Νοτίων στην Ένωση -οι οποίοι δεν θα συμφωνούσαν ποτέ με ένα τέτοιο νομοσχέδιο-, από κοινού με την αλλαγή της στάσης των ίδιων των Βορείων – οι οποίοι τάσσονταν υπέρ της Τροποποίησης, επειδή ο Lincoln είχε θέσει την κατάργηση της δουλείας ως προϋπόθεση για τη λήξη του πολέμου.

Επομένως, το τέλος του πολέμου δεν αποτελούσε την προτεραιότητα του Προέδρου, ο οποίος ήξερε ότι χωρίς την Τροποποίηση δεν θα μπορούσε ποτέ να δικαιολογήσει τόσα χρόνια αιματοχυσίας και τόσες χαμένες ζωές και πόρους. Πάτησε, λοιπόν, πάνω στις πολεμικές εξουσίες του, και κατέσχεσε τους σκλάβους του Νότου για να ενισχύσει την πολεμική του μηχανή.

Εδώ τίθεται και το δίλημμα της κατάσχεσης. Με τη Διακήρυξη της Χειραφέτησης μπορούσε να παίρνει τις σοδειές και τους σκλάβους του Νότου, χωρίς, όμως, κάποια διαδικασία μέριμνας για την ενσωμάτωση των δεύτερων στις Πολιτείες του Βορρά. Οι σκλάβοι, επομένως, παρέμεναν ουσιαστικά -σε μεγάλο βαθμό- ιδιοκτησία. Το δίλημμα βασιζόταν στο ότι το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα επέτρεπε στον Lincoln να κατασχέσει την περιουσιακή ιδιοκτησία των πολιτών εμπολέμων εθνών, και αυτό προκαλούσε ένα τριπλό προβληματισμό. Πρώτον, δεν αναγνωρίζεται έτσι ότι πρόκειται ακόμα για πολίτες, και όχι για παράνομους αντάρτες; Και ενώ ο Lincoln δεν μπορούσε να προσφέρει τέτοιου είδους νομιμοποίηση στους Νότιους μέσω της παραπάνω αναγνώρισης, από την άλλη, το αμερικανικό Σύνταγμα δεν είχε προβλέψει την ύπαρξη ανταρτών. Δεύτερον, μιλώντας για εμπόλεμα έθνη, δεν δημιουργείται η υπόνοια ότι ο Νότος είναι ανεξάρτητο έθνος, και όχι Πολιτείες που έχουν παράνομα επαναστατήσει κατά της νόμιμης Κυβέρνησής τους; Τέλος, τρίτον, υποστηρίζοντας το δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσιακής ιδιοκτησίας -δηλαδή των σκλάβων- των Νοτίων, δεν καθίστανται οι Βόρειοι ομοϊδεάτες με τους Νότιους ως προς την ιδέα ότι οι σκλάβοι δεν είναι τίποτα παραπάνω από ιδιοκτησία;

Ο Lincoln δεν είχε τη δύναμη να καταργήσει τους πολιτειακούς νόμους του επαναστατημένου Νότου, εκμεταλλευόμενος, όμως, την ιδέα ότι δεν επαναστατούν οι Πολιτείες, αλλά οι πολίτες αυτών, μπορούσε -ως Ομοσπονδιακός Κυβερνήτης- να πάρει τους σκλάβους τους λόγω πολέμου. Έτσι, το επιχείρημά του κατέληγε εκεί από όπου άρχιζε – δηλαδή, στην αναγκαιότητα συνέχισης του πολέμου, καθώς η ειρήνη θα καθιστούσε άχρηστες τις πολεμικές εξουσίες του και τη Διακήρυξη της Χειραφέτησης. Η ρεαλιστική απάντηση στα προαναφερθέντα ερωτήματα είναι ότι, στην κοινωνία των ζώων, η επιβολή του νόμου του ισχυρού αποτελεί φυσικό και επακόλουθο νόμο. Μπορεί η συγκεκριμένη μελέτη να εξετάζει ανθρώπους και όχι ζώα, αλλά είναι άξιο απορίας κατά πόσο διατηρούνται τα χαρακτηριστικά που διαχωρίζουν τους πρώτους από τα ζώα -όπως η ανθρώπινη λογική- κατά τη διάρκεια ενός φαινομένου τόσο χαοτικού όσο ο πόλεμος. Ο Lincoln, έχοντας συγκεντρώσει αρκετή ισχύ και εξουσία στο πρόσωπό του, κατάφερε να παρακάμψει την κοινή βούληση, και να δώσει τη δική του απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα.

Για να μαζέψει την πλειοψηφία της Βουλής, ήθελε την υποστήριξη της ριζοσπαστικής ρεπουμπλικανικής πτέρυγας, η οποία επιθυμούσε επαναστατικά δικαστήρια, διώξεις, πλήρη κατάσχεση της γης των Νοτίων και διαμοιρασμό της στους κατοίκους του Βορρά, μεταξύ των οποίων και σε πρώην σκλάβους. Καταφέρνοντας να φτάσει σε μέσο έδαφος με αυτούς, και καθυστερώντας την αντιπροσωπεία του Νότου από το να φτάσει στην Washington, χωρίς να το μοιραστεί με το Υπουργικό του Συμβούλιο, κατάφερε να περάσει τη 13η Τροπολογία στο αμερικανικό Σύνταγμα. Λίγο αργότερα, στις 26 Μαΐου του 1865, ο Robert Lee (1807-1870) και ο στρατός των Νοτίων παραδόθηκαν στον Odysseus Grant (1822-1885), και ο πόλεμος έληξε, με επακόλουθο την επανένωση.

Τα αληθινά αίτια του πολέμου

Η αλήθεια είναι πως, αν και ο πόλεμος διεξαγόταν στο όνομα της δουλείας, αυτή αποτελούσε απλά μια τεχνική λεπτομέρεια. Ο πραγματικός λόγος βρισκόταν στα εκτεταμένα πλεονεκτήματα που το πολιτικό πρόγραμμα του Lincoln έδωσε στον Βορρά έναντι του Νότου. Ο τελευταίος είχε μια ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική συγκρότηση, η οποία αποτελούσε κομμάτι μιας άλλης εποχής, ενός κόσμου που παρήκμαζε. Όμως, διέθετε πλούτο, τεράστιες εκτάσεις γης και -από το 1793- ένα οικονομικό όπλο: την εκκοκκιστική μηχανή του Eli Whitney. Αυτή η μηχανή αύξανε τρομερά την παραγωγικότητα και τις εξαγωγικές δυνατότητες του Νότου προς την Ευρώπη. Επομένως, όταν ο Νότος ζήτησε στήριξη από την Αγγλία και τη Γαλλία, ο Lincoln αναγκάστηκε να επισπεύσει τις συζητήσεις για πόλεμο.

Ουσιαστικά, η απόσχιση δεν απαγορεύεται από το αμερικανικό Σύνταγμα, καθώς προϋποθέτει ότι οι Πολιτείες βρίσκονται στην Ένωση με την ελεύθερη βούλησή τους. Βέβαια, είναι άξιο απορίας το πού θα κατέληγε ο Βορράς μετά την απόσχιση, από τη στιγμή που το 70% των εξαγωγών προερχόταν από τον Νότο. Η κήρυξη του πολέμου «πάτησε» πάνω στις πολιτικές και οικονομικές ανάγκες των Βορείων, και έδωσε στους Νότιους το ηθικό δικαίωμα λόγω καταπάτησης των συνταγματικών ελευθεριών τους. Ο Lincoln χρησιμοποίησε τη δουλεία για να κερδίσει την κοινή γνώμη της γηραιάς ηπείρου. Κατάφερε να λάβει επαίνους ακόμα και από τον Karl Marx.

Επίλογος

Το τέλος δεν ήταν ευχάριστο ούτε για τον Lincoln ούτε για τη χώρα. O πρώτος δολοφονήθηκε σε παράσταση θεάτρου τη Μεγάλη Παρασκευή του 1865 από τον John Booth, ο οποίος φώναξε στα λατινικά ότι «ο θάνατος αρμόζει στους τυράννους». Όσον αφορά στη χώρα, αυτή πέρασε από μια περίοδο ανοικοδόμησης που κράτησε μέχρι το 1877, έως ότου να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια της. Συνέπειες του πολέμου, όμως, συναντώνται μέχρι σήμερα, με παράδειγμα την οικονομική διαχείριση του πλούτου των Πολιτειών από την Κεντρική Τράπεζα της Washington. Ο Lincoln έμεινε στην ιστορία ως μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, με μια ατζέντα στόχων διαφορετική από αυτή που φανέρωνε. Κάποιοι -όπως τα μικρότερα κράτη της Σοβιετικής Ένωσης- τον συνδύασαν με πολλούς αγώνες για την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έμεινε γνωστός ως ένας από τους «πατέρες του έθνους» και ως ο δεύτερος σπουδαιότερος Πρόεδρος των Η.Π.Α. μετά τον Washington. Άλλοι προτιμούν να τον θυμούνται ως τον πρώτο Πρόεδρο των Η.Π.Α. που «εισέβαλε» στη χώρα. Στο τέλος, είναι γνωστό το ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές, αλλά υπάρχουν άραγε νικητές σε έναν εμφύλιο πόλεμο;

Πηγές:  

  1. Foote, S. (1999). The Civil War, a narrative. 1st ed. Alexandria, Va.: Time-Life Books.
  2. MacPherson, J. (1992). La guerre de Sécession, (1861-1865). 1st ed. Paris: R. Laffont.
  3. Johannsen, R. (1991). Lincoln, the South, and slavery. 1st ed. Baton Rouge: Louisiana State Univ. Press.
  4. Memory.loc.gov. (n.d.). American Memory from the Library of Congress. [online] Available at: http://memory.loc.gov/ammem/browse/ [Accessed 7 Jun. 2017].
  5. Civilwarhome.com. (n.d.). The American Civil War. [online] Available at: http://www.civilwarhome.com/ [Accessed 7 Jun. 2017].
  6. Weber, J. and Hassler, W. (2017). American Civil War | United States history. [online] Encyclopedia Britannica. Available at: https://www.britannica.com/event/American-Civil-War [Accessed 7 Jun. 2017].
  7. Η Αποικιοκρατεία 1850-1900. (1993). 1st ed. Αθήνα: Εκδόσεις Time-Life.
  8. Linchurc. (n.d.). The Personality of Leadership. [online] Available at: http://lincolnandchurchill.org/personality-leadership/ [Accessed 7 Jun. 2017].

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest