H ελληνική εξωτερική πολιτική από τον Ι.Καποδίστρια μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους

Αν επαναπαυθούμε στο εξωτερικό για να προασπίσουμε τα συμφέροντά μας, θα περιμένουμε μάταια. Στον κοινό στόχο μας δεν θα φθάσουμε, παρά με μόνες τις δικές μας συνενωμένες δυνάμεις.
-Χ.Τρικούπης, αγόρευση στη Βουλή 30/10/1889.

Η παραπάνω προφητική, όπως έμελλε, ρήση του Έλληνα πρωθυπουργού, συνοψίζει την αποτελεσματικότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για τουλάχιστον έναν αιώνα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Στο άρθρο αυτό θα αναλυθεί η υψηλή στρατηγική της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υπό το πρίσμα της ρεαλιστικής προσέγγισης. Ως υψηλή στρατηγική ορίζεται “η ικανότητα χρήσης όλων των διαθέσιμων μέσων ενός κράτους -όπως οικονομία, τεχνολογία, διπλωματία και ένοπλες δυνάμεις- για την επίτευξη των ιεραρχημένων και προσδιορισμένων πολιτικών στόχων.” (Σβολόπουλος, 2014). Η εσωτερική και διεθνής νομιμοποίηση, καθώς και η διπλωματία, αποτελούν τις διαστάσεις της υψηλής στρατηγικής που, κυρίως, εμπίμπτουν στο πολιτικό φάσμα της.

Αφενός η εσωτερική νομιμοποίηση σχετίζεται με την ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να επιτυγχάνει τους πολιτικούς στόχους της με τη λαϊκή υποστήριξη (καθώς και με την άντληση πόρων από το λαό), αφετέρου η διεθνής νομιμοποίηση επιτυγχάνεται μέσω της διπλωματικής οδού, ενώ εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τη διορατικότητα, την προσαρμοστικότητα και την επιτυχημένη στρατηγική σύζευξη μέσων και σκοπών. (Παπασωτηρίου, 2007). Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκμετάλλευση των ασταθειών στο περιφερειακό σύστημα (όπως στο Ανατολικό ζήτημα), η σύναψη συμμαχιών κατά κοινού εχθρού (περίπτωση Βαλκανικών Πολέμων) -με τις οποίες η ισχύς αθροίζεται-, σε αντίθεση με την εξεύρεση «διεθνών ερεισμάτων» – με τα οποία η ισχύς πολλαπλασιάζεται (Λαζαρίδης, 1997). Έννοιες όπως «ισχύς» και «εθνικό συμφέρον» αποτελούν τα εργαλεία βάσει των οποίων ερμηνεύεται, σε σημαντικό βαθμό, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας εκείνη τη χρονική περίοδο, ενώ τα συγκεκριμένα εργαλεία αποτελούν συστατικά στοιχεία της κλασσικής ρεαλιστικής προσέγγισης – που αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο της συγκεκριμένης ανάλυσης.

Παρά τις προσπάθειες για μία εσωτερική ανασυγκρότηση και θεμελίωση των σχέσεων μεταξύ των διάφορων κοινωνικών συνόλων εντός του νεοσύστατου κράτους, ο Ι.Καποδίστριας στόχευε, μακροπρόθεσμα, στην ανάδειξη ενός ελληνικού κράτους σε ένα διεθνώς αναγνωρισμένο ανεξάρτητο κράτος με θεσμικώς κατοχυρωμένα σύνορα, εντός των οποίων θα ενσωματώνονταν σταδιακά όλες οι περιοχές με ελληνικό πληθυσμό και με έντονη ελληνική παρουσία. Γι αυτό το λόγο κινήθηκε σε διαπραγματεύσεις και έστειλε πολλά υπομνήματα στις Μ.Δυνάμεις – οι οποίες διαδραμάτισαν σε όλη τη χρονική αυτή περίοδο τον καθοριστικό παράγοντα για την υλοποίηση και πραγμάτωση των ελληνικών βλέψεων στην περιοχή.

Πράγματι, ο Καποδίστριας είχε εντάξει στον προγραμματισμό του την πραγμάτωση της «Μεγάλης Ιδέας», η οποία θα αποτελούσε το ιδεολογικό πρόσχημα, αλλά και το εργαλείο για την επίτευξη τόσο της εσωτερικής όσο και της διεθνούς νομιμοποίησης μέχρι και τη “βενιζελική περίοδο”, είτε επιτυχώς (όπως στους Βαλκανικούς Πολέμους), είτε ανεπιτυχώς (όπως στην περίπτωση του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897). Ωστόσο, η ανικανότητα οικονομικής ανασυγκρότησης, καθώς και οι έριδες μεταξύ των διάφορων κοινωνικών ομάδων που απέβλεπαν στην κατάληψη της εκτελεστικής εξουσίας αποτέλεσαν τροχοπέδη. Επιπροσθέτως, οι Μ.Δυνάμεις επιθυμούσαν, πρωτίστως, μία επιτυχημένη αναδιοργάνωση του ελληνικού κράτους, παρά μία πολιτική εδαφικής ολοκλήρωσης -η οποία αντιπροσωπευόταν από το Ηπειρωτικό και το Θεσσαλικό ζήτημα-, προσκρούοντας, επομένως, στα ζωτικά συμφέροντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι παραπάνω παράγοντες δεν επέτρεψαν στον Ι.Καποδίστρια να επιτύχει τους πολιτικούς αντικειμενικούς σκοπούς, δηλαδή την εξασφάλιση ασφάλειας και την σταδιακή αύξηση ισχύος, που αποτελούν καίριες προϋποθέσεις για την προάσπιση και την προώθηση του εθνικού συμφέροντος – τον αξονικό στόχο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Με αφετηρία τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, το πολιτικό σύστημα θα γίνει πιο εσωστρεφές, καθώς οι εσωτερικές αλλαγές και οι πολιτικο-κοινωνικές εξελίξεις, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, θα κυριαρχήσουν στην πολιτική σκηνή, ενώ η εξωτερική πολιτική θα έρθει σε δεύτερη θέση . Οι Μεγάλες Δυνάμεις, πλέον, επηρεάζουν σε μέγιστο βαθμό την πορεία της εξωτερικής πολιτικής, και τη διαμορφώνουν ανάλογα με τις εκάστοτε βλέψεις και τα συμφέροντά τους. Οι εσωτερικές τριβές μεταξύ μελών της αντιβασιλείας και των Ελλήνων πολιτικών είχαν μετατρέψει το κράτος σε πιόνι της εκάστοτε επικυρίαρχης δύναμης για την προάσπιση των ζωτικών, εθνικών συμφερόντων τους (Σκανδάμης, 1961). Αυτή η εσωστρέφεια και η “εξαρτησιακή” λογική της εξωτερικής πολιτικής δεν άλλαξε ούτε κατά την περίοδο του Όθωνα στο θρόνο. Ωστόσο, σε αυτή την περίοδο, παρατηρείται η αύξηση της επιρροής της Μ.Βρετανίας στις πολιτικές αποφάσεις και πρωτοβουλίες -λόγω της τεράστιας ισχύος της στη θάλασσα-, γεγονός που της επέτρεπε να επιβάλλει συχνά τα συμφέροντά της . Συνοπτικά, η ισχύς και η προώθηση των εθνικών συμφερόντων είχε περάσει στα χέρια των Μ.Δυνάμεων και, κυρίως, της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία εξασφάλιζε την ουδετερότητα και την μη επιδίωξη εδαφικής ολοκλήρωσης, ενώ η «Μεγάλη Ιδέα» χρησιμοποιούνταν, κυρίως, για εσωτερική νομιμοποίηση και επιφανειακή ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος. Αυτή η καιροσκοπική πολιτική υλοποιήθηκε πιο έντονα επί Ι.Κωλέττη.

Το 1844 ο Ι.Κωλέττης, ο πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός, καλείται να διαμορφώσει και να χαράξει έναν πολιτικό προγραμματισμό, στον οποίο έπρεπε να ενσωματωθούν και οι αξονικοί στόχοι της εξωτερικής πολιτικής. Η «Μεγάλη Ιδέα» θα χρησιμοποιηθεί, όπως ήταν επόμενο, ως εργαλείο εσωτερικής νομιμοποίησης, δημιουργώντας τριβές, ωστόσο, με τις προστάτιδες δυνάμεις και τις -μεταξύ τους- διπλωματικές σχέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού περί εδαφικής ολοκλήρωσης μέσω «της πρόσληψης και άλλων εκ των υπό δουλείαν ελληνικών επαρχειών». Εντούτοις, η μη ορθολογική συμπεριφορά του Έλληνα πολιτικού δημιουργούσε πρόβλημα, διότι τα μέσα που ήταν αναγκαία για την επίτευξη αυτού του πολιτικού αντικειμενικού σκοπού, δεν ήταν σε καμία περίπτωση αρκετά. Η έλλειψη ισχύος στον οικονομικό και τον στρατιωτικό τομέα, η ελλειπής διεθνή νομιμοποίηση και η επιδείνωση των διπλωματικών επαφών με τους εξωτερικούς εταίρους, ερμηνεύουν το οξύμωρο της πολιτικής σκέψης του Ι.Κωλέττη, αλλά και την άκαρπη συνεισφορά του στη βελτίωση του διεθνούς κύρους και της θέσης της Ελλάδας.

Η έλευση του Α.Κουμουνδούρου στην πολιτική ηγεσία της χώρας, όμως, επέφερε την πρώτη -μετά από πολλά χρόνια- βελτίωση των συνθηκών για την υλοποίηση μίας ορθολογικής εξωτερικής πολιτικής. Σε αυτό συνέβαλε η εγκαθίδρυση φιλικών σχέσεων με τις ξένες δυνάμεις, ώστε να δημιουργηθούν ευνοϊκές βλέψεις για τη διευθέτηση του Ανατολικού ζητήματος – για το οποίο η Γαλλία και η Ρωσία ήταν θετικές, σε αντίθεση με τη Μ.Βρετανία . Πρόκειται για δυνάμεις που, ως “διεθνή ερείσματα”, συντελούσαν ως πολλαπλασιαστής ισχύος της Ελλάδας ως προς την προώθηση των ιδίων -αλλά και ελληνικών- συμφερόντων στη περιοχή. Σε αντιδιαστολή, η εφαρμογή μιας στρατηγικής εξισορρόπησης μέσω σύναψης συμμαχιών με βαλκανικές χώρες, όπως η Σερβία (συνθήκη Φεσλάου) (Παπαθανασόπουλος, 1993), συντελεί στην αθροιστική αύξηση της ισχύος της Ελλάδας που, δυνητικά, θα μπορούσε να οδηγήσει την εδραίωση της χώρας ως κράτος status quo – γεγονός το οποίο θα μπορούσε να διαδραματίσει ένα ρόλο σταθεροποιητικού παράγοντα στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτού του είδους τη συγκροτημένη πρόταση υψηλής στρατηγικής συνέχισε και ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο οποίος -χάρη στη διορατικότητά του και τη ρεαλιστική προσέγγιση των εθνικών ζητημάτων- αντιλήφθηκε την ανάγκη αύξησης της ισχύος για αποτελεσματικότερη επιδίωξη και επίτευξη των εθνικών συμφερόντων – τα οποία αποκρυσταλλώνονται στην αυτονομία ή, έστω, στην ενσωμάτωση του “εξω-ελλαδικού” ελληνισμού. (Τσιριγώτης, 2013). Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να αναφερθεί ότι, σε αντίθεση με άλλους προκατόχους του, ο Τρικούπης είχε διαγνώσει την ανάγκη εσωτερικής αναδιάρθρωσης και ανασυγκρότησης που θα βελτίωναν την οικονομία και, συνεπώς, τους συντελεστές ισχύος της χώρας – γεγονός που θα αποτυπωνόταν στην πιο αποτελεσματική εφαρμογή των θέσεών του, ακόμα κι αν αυτό δεν επετεύχθη στο βαθμό που επιθυμούσε. Η εξύψωση, όμως, του εθνικού γοήτρου και του διεθνούς κύρους της χώρας, αδιαμφισβήτητα, αποτελεί κεκτημένο απότοκο της πολιτικής του Τρικούπη, η οποία όμως είχε ως αποτέλεσμα να του στερήσει την ηγεσία της χώρας, την οποία ανέλαβε στη συνέχεια ο Θ.Δηλιγιάννης.

Οι κυβερνήσεις Δηλιγιάννη, Ράλλη και Θεοτόκη δεν παρουσιάζουν μία ιδιαίτερη σημασία στον τομέα εξωτερικής πολιτικής. Η «Μεγάλη Ιδέα» θα συνέχιζε να αποτελεί τον κύριο άξονα εσωτερικής νομιμοποίησης όμως, μετά την ήττα στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, η στρατιωτική ισχύς του κράτους είχε μειωθεί σημαντικά, ενώ ο οικονομικός τομέας είχε υποστεί μεγάλη καταστροφή – ειδικά μετά την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, ως απόρροια των όρων συνθηκολόγησης. Οι εξελίξεις αυτές είχαν σοβαρές επιπτώσεις τόσο στο δίλημμα ασφάλειας στο πλαίσιο του περιφερειακού συστήματος των Βαλκανίων (αφού τότε παρατηρείται η άνοδος της Βουλγαρίας ως υπολογίσιμη δύναμη), στα πλαίσια του “σλαβικού κινδύνου”(Φλεριανού, 1999), και του βαθμού αποτρεπτικότητας της ελληνικής πλευράς, όσο και στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα, με την αστάθεια και την καιροσκοπία να μην επιτρέπουν τη χάραξη μίας ορθολογικής και ρεαλιστικής θέσης .

Συνοψίζοντας, ήδη από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, η εξάρτησή του από τις Μεγάλες Δυνάμεις και, κυρίως, από τη Μεγάλη Βρετανία, αποτελούσε ένα εργαλείο στη διάθεση του εκάστοτε πολιτικού. Προσωπικότητες όπως ο Κουμουνδούρος και ο Τρικούπης εκμεταλλεύθηκαν αυτή την πολιτική σύμπραξη για να επιδιώξουν τα εθνικά συμφέροντα, ενώ άλλοι, όπως ο Κωλέττης, επεδίωξαν προσωπικά οφέλη. Η ελληνική υψηλή στρατηγική, συνεπώς, στη χρονική αυτή περίοδο χαρακτηρίζεται αφενός από τη σύζευξη της εδαφικής ολοκλήρωσης με το Ανατολικό ζήτημα, αφετέρου από τους αδύναμους συντελεστές ισχύος – απόρροια των ιδιοτελών οικονομικο-πολιτικών συμφερόντων. (Τσιριγώτης, 2013)

Ωστόσο, οι εξελίξεις στο διεθνές σύστημα και στις ισορροπίες ισχύος -την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα- έφεραν την Ελλάδα αντιμέτωπη με ένα δίλημμα – πρόκληση που εγκυμονούσε αρκετούς κινδύνους αλλά συνάμα και πολλές ευκαιρίες.
Πηγές:

  1. Λαζαρίδης, Χ. (1997) Αναζητώντας στρατηγική στην εξωτερική μας πολιτική. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.
  2. Παπαθανασόπουλος, Κ. (1993) Αλέξανδρος Κουμουνδούρος – Σχόλια για μια βιογραφία. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
  3. Παπασωτηρίου, Χ. (2007) Βυζαντινή υψηλή στρατηγική 6ος-11ος αιώνας. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.
  4. Σβολόπουλος, Κ. (2014) Ελληνική εξωτερική πολιτική 1830-1981. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
  5. Σκανδάμης, Α. (1961) Σελίδες πολιτικής ιστορίας και κριτικής. Αθήνα
  6. Τσιριγώτης, Δ. (2013) Νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία. Διεθνείς σχέσεις και διπλωματία. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.
  7. Φλεριανού, Α. (1999) Χαρίλαος Τρικούπης . Η ζωή και το έργο του. Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων.

 

Έχει περάσει αρκετός χρόνος (2 έτη) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Μεταπτυχιακός φοιτητής στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές του τμήματος ΔΕΠΣ του Παντείου Πανεπιστημίου. Ερευνητής στις Ομάδες Στρατιωτική Ιστορία , Στρατηγική Κουλτούρα και Cybersecurity του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων. Για λεπτομέρειες μπορείς να τον βρεις Εφημερίδα ATH όταν θα παίζει ο Eversor.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest