«Juno Trader: το μήλο της έριδος «

Η τελευταία υπόθεση άμεσης απελευθέρωσης προκύπτει από την κράτηση του Juno Trader από την Γουινέα- Μπιασσάου στις 26 Σεπτεμβρίου 2004. Το Juno Trader ήταν ένα πλοίο που ανήκε στην κατηγορία των φορτηγών- ψυγείων και έφερε την σημαία του Αγ. Βικεντίου- Γρεναδινών και βρισκόταν στην κυριότητα της εταιρεία Juno Reefers Ltd. που εδρεύει στο Cape Town, στη Νότια Αφρική. Αξίζει να σημειωθεί ότι και τα δύο κράτη έχουν υπογράψει την σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, η Γουινέα-Μπισσαου στις 25 Αυγούστου 1986 και ο Άγιος Βικέντιος- Γρεναδίνες την 1η Οκτωβρίου 1993. Ίσχυσε, όμως, και για τα δύο κράτη από 16 Νοεμβρίου 1994. Ωστόσο, τα γεγονότα είναι αμφισβητούμενα.

Ο καπετάνιος του Juno Trader σημειώνει ότι κατά το πέρασμα από την ΑΟΖ (αποκλειστική οικονομική ζώνη) της Δημοκρατίας της Γουινέας – Μπισσάου σε μία απόσταση 40 ναυτικών μιλίων (ένα πέρασμα που έπρεπε αναγκαστικά να διασχίσει για να φτάσει στον προορισμό του), οι αρχές της Γουινέας- Μπισσάου εξαπέλυσαν πυρ ενώ εκτελούσαν έναν έλεγχο ρουτίνας (26/09/2004). Σύμφωνα με την ομάδα της Γουινέας- Μπισσάου, το Juno Trader αγκυροβόλησε μαζί με το ψαράδικο πλοίο Flipper και έφυγε κατά την άφιξη του πλοίου Cacine, των αρχών της Γουινέας- Μπισσάου . Το πλοίο οδηγήθηκε στο λιμάνι και ακολούθησε επιθεώρηση των αλιευμάτων που βρέθηκαν στα νερά της Γουινέας. Μετά την επιβίβασή του, ο καπετάνιος του Juno Trader αρνήθηκε να προσκομίσει τα ημερολόγια και άλλα έγγραφα. Ως εκ τούτου, η Γουινέα- Μπισσάου προφασίστηκε παραβίαση της νομοθεσίας περί αλιείας και προσβολή από τον καπετάνιο λόγω της άρνησής του να συνεργαστεί. Ήταν εύλογο, επομένως, η διυπουργική επιτροπή να επιβάλει πρόστιμα και να διατάξει την κατάσχεση του πλοίου και των αλιευμάτων αντίστοιχα.

Το Περιφερειακό δικαστήριο, μετά από αίτηση του πλοιοκτήτη, διέταξε την ακύρωση αυτών των προστίμων και της κατάσχεσης του πλοίου καθώς και την άρση της απαγόρευσης του πλοίου και του πληρώματος να φύγει από τη χώρα . Η υπηρεσία επιθεώρησης της Γουινέας βρέθηκε αντιμέτωπη με  διαταγή κατάσχεσης του πλοίου υπέρ του κράτους λόγω μη- καταβολής του προστίμου.

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου δεν ήταν ομόφωνη καθώς 8 από τους δικαστές εξέφραζαν ξεχωριστές γνώμες . Το πρώτο ζήτημα- πριν την εξέταση της υπόθεσης από τους δικαστές- ήταν εάν το συγκεκριμένο δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αναλάβει την υπόθεση αυτή. Η Γουινέα- Μπισσάου υποστήριξε ότι το δικαστήριο δεν είχε  δικαιοδοσία αφού η κυριότητα του πλοίου είχε περάσει στην ίδια  πριν τη κατάθεση της αίτησης για άμεση απελευθέρωση που βασίζεται στην απόφαση σχετικού δεδικασμένου. Κατά συνέπεια, ο Άγιος Βικέντιος- Γρεναδίνες δεν ήταν το κράτος σημαιοφορίας, ούτε είχε δικαίωμα προσφυγής. Το Δικαστήριο ήταν κατά αυτής της υποβολής διότι, αφενός, τυχόν πρόστιμα που έχουν ήδη επιβληθεί μπορούν να υπόκεινται σε ένδικα μέσα, και αφετέρου, διότι το Περιφερειακό Δικαστήριο εξέδωσε διάταξη αναστολής πιθανών προστίμων. Δεν τίθετο θέμα- εν προκειμένω- για το ότι η εθνικότητα του Juno έχει αλλάξει από την σημαιοφορία του Αγ. Βικεντίου- Γρεναδίνων.

Η άμεση απελευθέρωση των κρατουμένων (πλοίου, πληρώματος και αλιευμάτων) ενέχει στοιχειώδη ζητήματα σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και ορθής εφαρμογής του νόμου. Απαραίτητη, επίσης, είναι η εμπλοκή της δικαιοσύνης στη διαδικασία ορισμού μιας λογικής εγγύησης.

Τροχοπέδη στην επίλυση της υπόθεσης αποτέλεσε η δύσκολη επικοινωνία των δύο κράτων. Το πλήρωμα βρισκόταν υπό κράτηση όπως και το πλοίο αλλά η Γουινέα ισχυρίσθηκε ότι τα διαβατήρια επεστράφησαν. Η Γουινέα- Μπισσάου δεν είχε ειδοποιήσει τον Άγιο Βικέντιο για «σύλληψη» όπως απαιτείται από το Δίκαιο της Θάλασσας ( άρθρο 73 παρ.4) και δεν ανέφερε τι ύψους εγγύηση απαιτείται για την απελευθέρωση του πλοίου, των αλιευμάτων και του πληρώματος.

Το Δικαστήριο μελέτησε διεξοδικά την υπόθεση και κατέληξε στο ότι η αίτηση είχε ορθώς υποβληθεί και ότι το πλοίο, το πλήρωμα και τα αλιεύματα πρέπει να αποδεσμευτούν. Εκκρεμούσε ακόμα, όμως, το θέμα της εγγύησης. Το Δικαστήριο για να αποφασίσει για την εγγύηση στηρίχθηκε σε δεδικασμένες υποθέσεις. Επιβεβαιώθηκε ότι υποχρέωσή της ήταν ν’ απελευθερωθεί το πλήρωμα και το πλοίο άμεσα εξασφαλίζοντας την παρουσία τους στο Δικαστήριο και αφήνοντας ένα ποσό για την αποπληρωμή για οποιοδήποτε πρόστιμο επιβληθεί.

Όταν τα μέλη του Δικαστηρίου έφθασαν στο στάδιο του καθορισμού του ποσού, βρέθηκαν σε ασυμφωνία. Αρχικά, προτάθηκε το ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο σύντομα απορρίφθηκε. Συνέκλιναν, όμως στο σημείο ότι το ποσό που θα ξεπερνάει τις 30.000 ευρώ πρέπει να είναι σε μορφή τραπεζικής εγγύησης, σε τράπεζα που εδρεύει στη Γουινέα- Μπισσάου.

Οι δικαστές Mensah και Wolfrum, στην κοινή τους γνώμη, αντιλαμβάνονται την σημασία της πιθανής  κατάσχεσης του πλοίου στερώντας στο κράτος- σημαία  το δικαίωμα αίτησης για άμεση απελευθέρωση.  Δεν αμφισβητήθηκε ότι ένα παράκτιο κράτος θα μπορούσε να προχωρήσει σε κατάσχεση- εάν είναι αποδεδειγμένο ότι ασχολούνται με την παράνομη αλιεία. Θα έπρεπε όμως να πραγματοποιηθεί υπό τις προβλέψεις των διατάξεων του δικαίου της θάλασσας, άλλων διεθνών δικαίων και ιδιαίτερα διεθνών θεσμών για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων συμπεριλαμβανομένης της προστασίας δίκαιης δίκης.

Στράφηκαν στο επιχείρημα ότι η υποτιθέμενη αλλαγή της κυριότητας έχει αλλάξει την εθνικότητα του πλοίου και ότι δεν έφερε την σημαία της υποψήφιας χώρας. Επεσήμαναν, εν τέλει, ότι οι αιτήσεις άμεσης απελευθέρωσης πρέπει να γίνονται σε αρχικό στάδιο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση- όταν πια οι τελικές διαδικασίες θα έχουν εξαντληθεί. Έτσι, το Δικαστήριο δεν θα έχει ούτε την αρμοδιότητα αλλά ούτε και τη δυνατότητα άμεσης αποδέσμευσης (άρθρο 292 της διεθνούς σύμβασης για το δίκαιο της θάλασσας).

Σε γενικά πλαίσια, κάθε χρόνο η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών με τα ετήσια ψηφίσματά της περί δικαίου της θάλασσας, καλεί όλα τα κράτη να διαμορφώσουν τη νομοθεσία τους έτσι ώστε να βρίσκεται σε συμμόρφωση με τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Δυστυχώς, πολλές φορές αρκετά από τα κράτη- μέλη δεν απαντούν θετικά στο κάλεσμα αυτό. Ένα από αυτά είναι και η Γουινέα- Μπισσάου. Στην εν λόγω υπόθεση, το εναγόμενο κράτος χρησιμοποίησε την έκφραση «ύδατα της Γουινέας», συμπεριλαμβάνοντας στα χωρικά της ύδατα και την ΑΟΖ της, κάτι που αντίκειται στη Διεθνή Σύμβαση ,καθώς οι ΑΟΖ δεν αποτελούν μέρος των χωρικών υδάτων ή των γενικότερων υδάτων κανενός κράτους- μέλους. Ένα άλλο σύνηθες φαινόμενο στην εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης είναι η απαίτηση- στην εσωτερική νομοθεσία κάποιων παράκτιων κρατών- της εκ των προτέρων ειδοποίησης των πλοίων που σκοπεύουν να εισέλθουν στην ΑΟΖ ακόμα και αν επιθυμούν απλή διέλευση, παρά την αρχή της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας που εγγυώνται διατάξεις της Σύμβασης.

 

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

X

Pin It on Pinterest

X
Share This