Mare Europaeum – Δοκιμασία για την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση

Διαχρονικά εκτεθειμένη -λόγω της γεωγραφικής της θέσης- τόσο σε ευκαιρίες, όσο και σε κινδύνους, η Ευρώπη βιώνει την άνοδο και την πτώση ισχυρών πολιτικών συστημάτων. Από την Αρχαία Ρώμη μέχρι τη Βρετανική Αυτοκρατορία, η δυτικότερη «χερσόνησος» της Ευρασιατικής ηπείρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα θαλάσσια σύνορά της. Μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου συστήματος αλληλεξάρτησης είναι θαλάσσιο, και οι ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες δεν θα μπορούσαν παρά να είναι πλήρως εντεταγμένες σε αυτό. Η ευημερία και η ανάπτυξη που επιφέρει η θαλάσσια δραστηριότητα στην Ευρώπη, όμως, βάλλεται από την εύθραυστη προοπτική ασφάλειας, η οποία «συμπλέει» με φαινόμενα όπως η πειρατεία, η διακίνηση ανθρώπων και ναρκωτικών, η τρομοκρατία, η υπερεκμετάλλευση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, και οι καταστροφές στη θάλασσα.Tο φάσμα των προκλήσεων ναυτικής ασφάλειας εκτείνεται από το τραγικό περιστατικό της ιταλικής νήσου Lampedusa και τις ανεξέλεγκτες ροές μεταναστών από τα τουρκικά παράλια μέχρι τις ακτές της Ανατολικής Αφρικής, με τη συνεχώς αυξανόμενη πειρατεία στον Κόλπο της Γουινέας, αλλά και την αντιμετώπιση των ναυτικών ανταγωνισμών στη Νότια Κινεζική Θάλασσα.

Τα ζητήματα ναυτικής ασφάλειας εμπίπτουν στους τομείς της Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, οι οποίοι -παρά τη συμπληρωματική φύση τους- αναπτύσσονται με ξεχωριστό τρόπο, κατά τη διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Ήδη από τις δεκαετίες του 1970 και 1980, τα κράτη-μέλη άρχισαν να συνεργάζονται ολοένα και περισσότερο μεταξύ τους σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής – σε τέτοιο βαθμό που, έως τα μέσα του 1980, υπήρχαν λίγα μόνο ζητήματα διεθνούς πολιτικής για τα οποία δεν αποφάσιζε η τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Μέχρι την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕΠ) δεν είχε θεσπιστεί σχετική νομοθεσία, καθώς τα κράτη-μέλη επιθυμούσαν οι περισσότερες αποφάσεις να λαμβάνονται με διακυβερνητική συναίνεση, ενώ, εάν ένα κράτος επιθυμούσε να αναλάβει μια ανεξάρτητη δραστηριότητα, δεν μπορούσε να το εμποδίσει κανείς να πράξει αναλόγως. Έως και τις αρχές του 1990, η διεθνής στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέχιζε να είναι, από τη μία, αυτή ενός οικονομικού γίγαντα και, από την άλλη, ενός πολιτικού πυγμαίου (Nugent, 2014). Προς τη Δύση του 20ού αιώνα, το σκεπτικό αυτό μεταβάλλεται, και τα ευρωπαϊκά κράτη αποδέχονται ολοένα και περισσότερο ότι η ΕΕ πρέπει να κάνει πολλά περισσότερα από το να προβαίνει σε γενικές και ανώδυνες δηλώσεις, ή -συνηθέστερα- να επιβάλλει ήπιες οικονομικές κυρώσεις έναντι ενός κράτους, προκειμένου να υποδηλώσει την αποδοκιμασία της σε μία πολιτική ή δράση.

Στα χρόνια που ακολουθούν, το ενδιαφέρον στρέφεται στα ζητήματα ασφάλειας, και η συνεργασία προωθείται βαθμιαία και σε αυτόν τον τομέα. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) προσδιορίζει με σαφήνεια την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας (ΚΕΠΠΑ) ως δεύτερο πυλώνα και, ταυτόχρονα, θέτει τους γενικούς στόχους που τα κράτη-μέλη θα πρέπει να ακολουθούν. Η μέθοδος λήψης αποφάσεων εδράζεται στην ομοφωνία των κρατών-μελών, τονίζοντας το διακυβερνητικό χαρακτήρα αυτής της πολιτικής. Με την αναθεωρητική Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), εισάγεται ο μηχανισμός της «εποικοδομητικής αποχής», επιτρέποντας σε ένα κράτος να μην εφαρμόσει μία απόφαση που είναι δεσμευτική για την ΕΕ, καθώς και τα καθήκοντα του Petersberg που σχετίζονται με την αντιμετώπιση κρίσεων, τη διατήρηση της ειρήνης, όπως επίσης τα ανθρωπιστικά καθήκοντα της ΕΕ. Εν συνεχεία, η Συνθήκη της Νίκαιας (2001) ενισχύει περαιτέρω τη συνεργασία για την υλοποίηση κοινών δράσεων και θέσεων που δεν έχουν στρατιωτικό ή αμυντικό αντίκτυπο. Τέλος, η Συνθήκη της Λισσαβώνας (2007) δίνει μία νέα ώθηση στην Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας, ενσωματώνοντάς την ως νευραλγικό και αναπόσπαστο κομμάτι του νομικού κειμένου. Επίσης, μέσω της τελευταίας, δημιουργείται ο θεσμός του Ύπατου Εκπροσώπου της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Άμυνας.

Σεπτέμβριος 2012 –  Νεαρός πειρατής στη Σομαλία. Πηγή: AP Photo/Farah Abdi Warsameh

Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) ωθεί τα κράτη-μέλη να ενεργούν από κοινού, όπου αυτό είναι εφικτό. Σύμφωνα με το άρθρο 24 της ΣΕΕ, Η Ένωση «ασκεί, καθορίζει και εφαρμόζει κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, η οποία βασίζεται στην ανάπτυξη της αμοιβαίας πολιτικής αλληλεγγύης των κρατών-μελών, στον προσδιορισμό ζητημάτων γενικού ενδιαφέροντος, και στην επίτευξη διαρκώς μεγαλύτερου βαθμού σύγκλισης των δράσεων των κρατών-μελών».

Παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, η ΕΕ δυσκολεύεται να μεγιστοποιήσει τις δυνατότητές της με ενιαίο τρόπο. Στην πραγματικότητα, το οικοδόμημα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής άμυνας στηρίζεται κυρίως σε διακυβερνητική βάση, στην οποία οι πολιτικές αποφασίζονται και τα μέτρα συμφωνούνται μέσω εθελούσιας συνεργασίας. Οι δυσκολίες που παρουσιάζονται στην αξιοποίηση των πόρων καθιστούν το μεγαλύτερο μέρος των δυνατοτήτων της Ένωσης στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής άμυνας ανεκμετάλλευτο. Γι’ αυτό, η ΕΕ χαρακτηρίζεται ως «ήπια» διεθνής δύναμη, αφού -παρά την επίδραση που ασκεί στην παγκόσμια σκηνή σε τομείς όπως το εμπόριο, χρηματοοικονομικά ζητήματα και το περιβάλλον- η συμβολή της είναι σχεδόν ανύπαρκτη σε τομείς όπως η ασφάλεια και η άμυνα.

Στις μέρες μας, η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ναυτικής Ασφάλειας (EUMSS) καλείται να συνδυάσει τα διδάγματα που προσέφεραν ορισμένες επιχειρήσεις και αποστολές της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ), όπως η «EUNAVFORAtalanta» (2008) και η «EUCAPNestor» (2012), αλλά και από την ευρωπαϊκή συμμετοχή σε ναυτικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, όπως η «OceanShield» (2009), με το νομικό πλαίσιο που προσφέρει η ΕΕ. Η εξασφάλιση της ασφάλειας προϋποθέτει τη διατήρηση του status quo, την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια των θαλάσσιων φυσικών πόρων και δραστηριοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι δυνατό να επιτευχθούν τα συμφέροντα της ΕΕ, δηλαδή η εδαφική ακεραιότητα, η διεθνής ναυτιλιακή συνεργασία και η ειρήνη, η προστασία των κρίσιμων ναυτιλιακών υποδομών, η αποτελεσματική διαχείριση των θαλάσσιων περιοχών και των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης.

Λέμβος με πρόσφυγες στην Μεσόγειο

Με την ίδια ευκρίνεια που εκφράζονται τα συμφέροντα της ΕΕ, απαριθμούνται και οι μείζονες απειλές κατά της Ναυτικής Ασφάλειας. Το διασυνοριακό και το οργανωμένο έγκλημα, η πειρατεία, η παράνομη διακίνηση ανθρώπων, το λαθρεμπόριο όπλων και ναρκωτικών, η τρομοκρατία στη θάλασσα, και άλλες ασύμμετρες απειλές -όπως τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, η διάδοση όπλων μαζικής καταστροφής και οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι- αποτελούν μερικές μόνο από τις προκλήσεις. Η αντιμετώπιση των παραπάνω εντοπίζεται στο συγκερασμό εθνικών, πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων, στη λειτουργική χρήση των ευρωπαϊκών υποδομών, και το σεβασμό της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS, 1982). Επιπλέον, έμφαση δίνεται στους μηχανισμούς ανάλυσης κινδύνου, και στις κοινές δράσεις που εδράζονται στη συνεργασία, την έρευνα και την καινοτομία. Η σύμπραξη πολιτικού και στρατιωτικού τομέα σε ερευνητικά προγράμματα αποτελεί ακόμη μια σημαντική πτυχή της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής.

Αναμφίβολα, η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ναυτικής Ασφάλειας δίνει μια σημαντική ώθηση στη συζήτηση περί ασφάλειας, στο πλαίσιο της ΕΕ. Εντούτοις, η στρατηγική αποφεύγει να αγγίξει ευαίσθητα ζητήματα, όπως οι διαμάχες που επικρατούν στην Ανατολική Μεσόγειο – οι οποίες αφορούν κυρίως τη γεωγραφική οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών των μελών της (Κύπρος, Ελλάδα) και, κατ’ επέκταση, της ίδιας της Ένωσης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αρθρώνεται από επιμέρους κράτη, τα οποία προστατεύουν σαν «κόρη οφθαλμού» τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, παρά τη διάχυση της συνεργασίας στην πλειονότητα των τομέων. Ως εκ τούτου, παρατηρείται πως η Ένωση περιορίζεται στην ενασχόλησή της με τα ζητήματα κοινής ασφάλειας -όπως η πειρατεία και η μετανάστευση- και δεν επεκτείνεται σε ζητήματα κοινής άμυνας, μιας και το εγχείρημα αυτό απαιτεί πολιτική συμφωνία για περαιτέρω εμβάθυνση της ενοποίησης.

Η ΚΕΠΠΑ συλλήβδην αποτελεί το δομικό στοιχείο πάνω στο οποίο θεμελιώνεται το ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ναυτική Στρατηγική συνιστά πλαίσιο διαλόγου, τόσο στο εσωτερικό της Ένωσης, όσο και με τους θαλάσσιους γείτονές της ή τις ναυτικές δυνάμεις της Ασίας, τον επιχειρησιακό συντονισμό με το ΝΑΤΟ και τον ΟΗΕ, καθώς και τη συνεργασία με αναδυόμενες περιφερειακές οργανώσεις που ασχολούνται με την ασφάλεια στη θάλασσα, όπως η ASEAN και η Αφρικανική Ένωση. Η ανάπτυξη μιας κοινοτικής διακρατικής συνεργασίας -πόσο μάλλον ολοκλήρωσης- σε τομείς στενά συνδεδεμένους με την εθνική κυριαρχία είναι ένα δύσκολο έργο, μιας και η σύγχρονη παγκόσμια αλληλεξάρτηση επιφυλάσσει και τον κίνδυνο της «απολοκλήρωσης». Προκειμένου να αποφευχθεί αυτή η κυνική αντίληψη, θα πρέπει τα κοινά θαλάσσια συμφέροντα να συνοδεύονται και από μια ενιαία απάντηση στις απειλές που υπάρχουν στις ανοιχτές θάλασσες, με απτές προσπάθειες και υγιείς φιλοδοξίες. Όπως αναφέρει ο Ben Rosamond (2004), η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται «ως ένα εγχείρημα χωρίς ιστορικό προηγούμενο ή σύγχρονο αντίστοιχο» να προωθήσει -όχι ακροθιγώς, αλλά σε βάθος- μια κουλτούρα ενδοευρωπαϊκής συνεργασίας και εμπιστοσύνης. Μια κουλτούρα που ίσως αποδειχθεί η Αχίλλειος πτέρνα του οικοδομήματος.

Πηγές:

  1. Maritime Affairs – European Commission. (2017). Maritime Security Strategy. [online] Available at: https://ec.europa.eu/maritimeaffairs/policy/maritime-security_en [Accessed 21 Jun. 2017].
  2. Frontini, A. (2014). The European Union Maritime Security Strategy: Sailing uncharted waters?. [ebook] EPC. Available at: http://www.epc.eu/documents/uploads/pub_4569_the_eu_maritime_security_strategy.pdf [Accessed 21 Jun. 2017].
  3. Nugent, Ν. (2012). Πολιτική και Διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αθήνα: Σαββάλας, pp.519-540.
  4. Rosamond, Β. (2004). Θεωρίες Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Αθήνα: Μεταίχμιο, p.296.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest