Narcotráfico: Παράγοντας αποσταθεροποίησης στη Λατινική Αμερική

Όταν γίνεται λόγος για παράνομο εμπόριο ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική, επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι κυρίως η παραγωγή και η πώληση κοκαΐνης και κάνναβης, συμπεριλαμβανομένης της εξαγωγής αυτών των απαγορευμένων ουσιών στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Ευρώπη.

Προτού μπορέσει κανείς, όμως, να διερευνήσει τον αντίκτυπο που έχει το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών στην περιφερειακή και διεθνή πολιτική, αδήριτης σημασίας καθίσταται η ανάδειξη του πώς συστάθηκε ένα τέτοιο εμπόριο, και πώς κατάφερε να ανθίσει – ειδικά στη συγκεκριμένη περιοχή.

Λέξη-κλειδί στον χώρο του “narcotráfico” είναι τα καρτέλ. Για να αποφευχθεί η δαιμονοποίηση του όρου, τα καρτέλ από μόνα τους δεν συνίστανται σε τίποτα παραπάνω από μια ένωση κατασκευαστών ή προμηθευτών, με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού και τη διατήρηση των τιμών σε υψηλό επίπεδο. Στην περίπτωση των “drug cartels”, όμως, πρόκειται για εγκληματικές οργανώσεις με στόχο τη διακίνηση ναρκωτικών, οι οποίες κυμαίνονται από χαλαρά διαχειριζόμενες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων εμπόρων ναρκωτικών, μέχρι επίσημες εμπορικές επιχειρήσεις.

Τα “carteles de la droga” ανήκουν στη σφαίρα του οργανωμένου εγκλήματος, και έχουν βαθιές ιστορικοπολιτικές και κοινωνικοοικονομικές ρίζες. Οι χώρες της Λατινικής Αμερικής χρειάστηκαν έναν περίπου αιώνα -από τα τέλη του 18ου ως τις αρχές του 19ου αιώνα, οπότε και τοποθετούνται οι Λατινοαμερικανικοί Πόλεμοι Ανεξαρτησίας- συνεχιζόμενων συγκρούσεων, ώστε να κερδίσουν μια μορφή αυτονομίας και ανεξαρτησίας. Οι συσταθείσες κοινωνίες διέπονταν από ένα φανερά κατακερματισμένο νομικό πλαίσιο το οποίο, παρότι μπορεί στη θεωρία να προέβλεπε κυρώσεις σε περίπτωση παραβατικής συμπεριφοράς, εντούτοις αδυνατούσε να τις εφαρμόσει στην πράξη. Συνέπεια, λοιπόν, της άναρχης αυτής πρώτης δόμησης των χωρών της Λατινικής Αμερικής ήταν η ανάδειξη βασικών ανισοτήτων, δημιουργώντας έτσι μια ταξική πάλη μέσα στην κοινωνία.

Μέσα στον εν λόγω ταξικό αγώνα αναδύθηκαν νέες πολιτικές προκλήσεις, οι οποίες απαιτούσαν την άμεση λήψη επειγόντων μέτρων. Παρότι οι χώρες της Λατινικής Αμερικής είχαν καταφέρει να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους, συνέχισαν να ξεσπούν εσωτερικές γενικευμένες συγκρούσεις – οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις, λάμβαναν μάλιστα τη μορφή εμφύλιας διαμάχης. Πιεστικό ζήτημα όλων των ενόπλων συγκρούσεων είναι η χρηματοδότησή τους, ειδικά όταν από τις δύο μαχόμενες πλευρές η μία είναι μια κρατική δύναμη που μπορεί να κινητοποιήσει κρατικές ένοπλες μονάδες εντός της δικαιοδοσίας της και υπό τη διοίκησή της, και η άλλη μια παραστρατιωτική ομάδα που επιδίδεται σε ανταρτοπόλεμο.

Όπως είναι προφανές, το ζήτημα της χρηματοδότησης έπληξε εντονότερα -αλλά όχι αποκλειστικά- τους μη κρατικούς δρώντες. Κι ενώ μαίνονταν οι προαναφερθείσες αναταραχές μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Λατινική Αμερική -στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου- εισήλθε στον αγώνα εξουσίας μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των Η.Π.Α., εξυπηρετώντας έτσι τις ανάγκες εύρεσης μιας τρίτης “πλατφόρμας” στην οποία οι δύο δυνάμεις θα μπορούσαν να υλοποιήσουν διαδραστικά τα σχέδιά τους. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση της Λατινικής Αμερικής, ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν ψυχρός πόλεμος, ούτε μια περίοδος “μακράς ειρήνης” χάριν του δόγματος περί αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής (Mutually Assured Destruction – M.A.D. Doctrine). Η Λατινική Αμερική ουκ ολίγες φορές υπήρξε το πεδίο της μάχης αυτού του proxy war.

Στο γενικευμένο, λοιπόν, κλίμα των επαναστάσεων και των ηγεμονικών τάσεων των δύο υπερδυνάμεων της εποχής, συστάθηκαν και αναπτύχθηκαν με ραγδαίους ρυθμούς τα πρώτα καρτέλ ναρκωτικών ουσιών. Όπως κατέστη αντιληπτό, συχνά κοινός παρονομαστής ήταν η χρηματοδότηση διαφόρων ομάδων, γεγονός που δυσχέραινε -και συνεχίζει ως και τη σύγχρονη εποχή να δυσχεραίνει- τον περιορισμό της δράσης τους και την ολοκληρωτική καταπολέμησή τους. Γιατί, όμως, κατάφεραν να αναπτυχθούν τόσο γρήγορα; Αρκούσαν οι χαλαροί δεσμοί μεταξύ κράτους και επιβολής του νόμου;

Όπως προαναφέρθηκε, κύριο γεωγραφικό πεδίο δράσης τους υπήρξαν αρχικά οι Η.Π.Α. Σε αυτό συνέβαλαν ορισμένοι ψυχολογικοί, κυρίως, παράγοντες. Όσο η Λατινική Αμερική αντιμετώπιζε ζητήματα κρατικής διαφάνειας, πολιτικών αναταραχών και γενικευμένης πενίας, οι Η.Π.Α. διένυαν μια περίοδο καλπάζουσας ανάπτυξης του βιοτικού επιπέδου. Χαρακτηριστική ήταν η φράση που χρησιμοποιούσαν πολλοί, αναφερόμενοι σε εκείνη την περίοδο: “Life was good again!”. Η γενιά των “baby boomers” δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική, ο πόλεμος βρισκόταν ακόμη μακριά τους, τους διέπνεε ένα αίσθημα χαλάρωσης και ευημερίας. Ιδιαίτερα σημαντικό, άλλωστε, είναι και το γεγονός πως, κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν το Watergate Scandal και τον πόλεμο στο Βιετνάμ, η πολιτική των Προέδρων των Η.Π.Α. έχαιρε γενικευμένης εκτίμησης – με τα υψηλότερα, μάλιστα, ποσοστά αποδοχής.

Με άλλα λόγια, life was indeed good again! Η χρήση ναρκωτικών ουσιών γρήγορα πήρε διττό χαρακτήρα, μετουσιώθηκε σε “ψυχαγωγική δραστηριότητα” (recreational drugs) και σε μια ενεργή μορφή επανάστασης κόντρα στο κλειστό σύστημα κανόνων των πρότερων χρόνων. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η τότε καθεστηκυία τάξη ήταν πλέον μια ανάμνηση που έπρεπε να διαμελιστεί και να σβηστεί από τη συλλογική μνήμη των νέων ανθρώπων. Χάριν, λοιπόν, του χαμηλού κόστους παραγωγής των ναρκωτικών ουσιών στις χώρες τις Λατινικής Αμερικής, αλλά και της υπερκατανάλωσης στις Η.Π.Α., τεράστιες ποσότητες αμερικανικού χρήματος άρχισαν να ρέουν προς τις πρώτες.

Παραδείγματος χάριν: Το κόστος για την παραγωγή ενός κιλού κοκαΐνης στην Κολομβία ή στο Περού, από το μάζεμα των φύλλων κόκας έως και τη διεργασία που αυτά επιδέχονται στο εργαστήριο, ανέρχεται περίπου στα 2.000 δολάρια, σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Καταπολέμησης των Ναρκωτικών (D.E.A.). Το ίδιο κιλό δύναται να πωληθεί έναντι 35.000 δολαρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες – ποσό που σχεδόν τριπλασιάζεται, εάν το προϊόν πωλείται σε μικρότερες ποσότητες στον δρόμο. Χαρακτηριστικό του υψηλού τζίρου που βγάζουν τα καρτέλ από το εμπόριο ναρκωτικών είναι το γεγονός ότι τα μεξικάνικα καρτέλ ναρκωτικών αποκομίζουν κέρδη ύψους μεταξύ 19 δισεκατομμυρίων και 29 δισεκατομμυρίων δολαρίων κάθε χρόνο από τις πωλήσεις ναρκωτικών μόνο στις Η.Π.Α.

Πολλοί Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν εκδώσει στο παρελθόν δημόσιες δηλώσεις που συνδέουν το εμπόριο ναρκωτικών με την τρομοκρατία – το επονομαζόμενο φαινόμενο “narcoterrorism”. Αυτή ακριβώς είναι και η μεγαλύτερη πρόσκληση στην αντιμετώπιση του φαινομένου. Οι Η.Π.Α. κήρυξαν αυτό που ονόμασαν “War on Drugs” (κατά αντίστοιχο τρόπο που αργότερα ξεκίνησαν τον ευρέως γνωστό “War on Terror”) – τουτέστιν, μια διασυνοριακή συλλογική προσπάθεια εξάλειψης των carteles de la droga. Το ερώτημα, ωστόσο, που γεννάται είναι κατά πόσο μια τέτοια παρεμβολή στην εσωτερική πολιτική των λατινοαμερικανικών χωρών δεν εντάσσεται στις ευρύτερες ηγεμονικές -κατά τους διεθνολογικούς όρους- τάσεις των Η.Π.Α., και αν δεν είναι μια αντιπαραγωγική κίνηση, μέσω της περαιτέρω αποσταθεροποίησης ενός ήδη ασταθούς συστήματος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αποσταθεροποίησης σε περιφερειακό επίπεδο υπήρξε η απόφαση παραχώρησης των τοπικών βάσεων εντός της κολομβιανής επικράτειας για προσωρινή χρήση από τις ένοπλες δυνάμεις των Η.Π.Α. Η συμφωνία αυτή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κολομβίας επέτρεπε εκ νέου στον στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών πρόσβαση σε επτά υπάρχουσες εγκαταστάσεις, προκειμένου αυτός να πραγματοποιήσει αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις. Η πράξη αυτή αντιμετωπίστηκε από ορισμένες λατινοαμερικανικές χώρες, όπως η Βενεζουέλα, ως μία προσπάθεια των Η.Π.Α. να διατηρήσουν τη φυσική παρουσία τους στο έδαφος της Νότιας Αμερικής, μετά το κλείσιμο της στρατιωτικής βάσης στη Manta του Ισημερινού.

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική που ακολουθείται στον “πόλεμο κατά των ναρκωτικών και της τρομοκρατίας” έχει ποικίλες συνέπειες στις αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου εξακολουθούν να μαίνονται ένοπλες συγκρούσεις, και να δρουν παγκόσμιας φήμης τρομοκρατικές οργανώσεις. Περισσότερο, δε, αξίζει να ερευνηθεί ο αντίκτυπος της εξάλειψης των καρτέλ και της δράσης τους σε χώρες όπως η Κολομβία, και πώς η μεταφορά της έδρας τους σε άλλες γείτονες χώρες επηρεάζει την εσωτερική πολιτική των χωρών όπου ιδρύονται και δρουν οι νέοι αυτοί θύλακες.

Η αντιμετώπιση του ζητήματος των καρτέλ εντός της Κολομβίας -παραδείγματος χάριν-, εκτός του ότι λειτούργησε ως πρόσχημα για την “εναργέστερη” παρουσία των Η.Π.Α. στη Νότια πλευρά της ηπείρου, άλλαξε εντούτοις και τις ισορροπίες της περιοχής – καθώς, πλέον, η καταπολέμηση του narcotráfico συνδέθηκε με την αρωγή της υπερδύναμης αυτής χώρας, για χάρη της βοήθειας της οποίας πολλά εσωτερικά ζητήματα βρέθηκαν αναπάντεχα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Εκτός αυτού, όμως, παρακολουθώντας κανείς την εξελικτική πορεία αυτού του “πολέμου”, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί πώς θα αντιμετωπιστεί η νέα αυτή πραγματικότητα που διαμορφώνεται στο Μεξικό – μια χώρα που πλέον δεν χαίρει των καλύτερων διπλωματικών σχέσεων με τις Η.Π.Α., κυρίως λόγω του μεταναστευτικού ζητήματος που εκκρεμεί. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορέσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες να προσφέρουν την αντίστοιχη υποστήριξη στις μεξικανικές αρχές, ή θα παραλείψουν να επέμβουν στα εσωτερικά άλλων χωρών; Από την άλλη σκοπιά του ζητήματος, βεβαίως, απομένει το ερώτημα του κατά πόσο ένα μελλοντικά άναρχο Μεξικό θα συνέφερε όντως τις Η.Π.Α.

Ταυτοχρόνως, σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως είναι η Βολιβία, η παραγωγή και το εμπόριο ναρκωτικών ουσιών αποτελούν κύρια πηγή εισόδων για τον πληθυσμό της χώρας, και στηρίζουν την οικονομία της. Καθίσταται, επομένως, επιτακτική η ανάγκη κατάρτισης ενός ολοκληρωμένου και μακροβιώσιμου πλάνου, ούτως ώστε να μην καταλήξουν οι χώρες αυτές σε “failed states” μετά την καταπολέμηση του ναρκοεμπορίου. Καταληκτικά, είναι γεγονός ότι το εμπόριο ναρκωτικών και τα έσοδά του έχουν όντως στενή σχέση τόσο με τη χρηματοδότηση παραστρατιωτικών και τρομοκρατικών ομάδων, όσο και με την άσκηση πολιτικής εντός χωρών όπου και η υποτυπώδης διαφάνεια βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Η γραμμή, ωστόσο, μεταξύ της αρωγής και της επέμβασης παραμένει εξαιρετικά λεπτή και ποικίλα επικίνδυνη.

Πηγές:

  1. de Souza Pinheiro, Α. (2006). Narcoterrorism in Latin America – A Brazilian Perspective. http://www.dtic.mil/dtic/tr/fulltext/u2/a495455.pdf
  2. Sullivan, M.P. and Beittel, J.S. (2016). Latin America: Terrorism Issues. https://fas.org/sgp/crs/terror/RS21049.pdf
  3. Deamuseum.org. (2004). Illegal Drugs in America: A Modern History. https://web.archive.org/web/20041204213309/http://www.deamuseum.org/museum_ida.html
  4. TRAC. (n.d.). Narcoterrorism. https://www.trackingterrorism.org/article/narcoterrorism
  5. Kryt, J. (2017). Narcoterrorism and the KKK Model: Inside the Rise of Latin America’s ‘Gangster Warlords’. https://www.thedailybeast.com/narcoterrorism-and-the-kkk-model-inside-the-rise-of-latin-americas-gangster-warlords
  6. Almanac of Policy Issues. (2004). Drug Trafficking in the United States. http://www.policyalmanac.org/crime/archive/drug_trafficking.shtml
  7. Brown, R. (2015). How Drug Trafficking in Latin America has become a U.S Problem. https://www.linkedin.com/pulse/how-drug-trafficking-latin-america-has-become-us-problem-robert-brown/

Tagged under:

Η Ιωάννα Νεστορίδη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη ενώ έζησε για ορισμένα χρόνια στη Γαλλία. Έχει ένα minor στη δημιουργική γραφή με ειδικότητα στην ποίηση και τη συγγραφή λόγων. Σπουδάζει Νομική και Πολιτικές Επιστήμες με κύρια ειδικότητα το Διεθνές Δίκαιο, το Δίκαιο Ενόπλων Συγκρούσεων και Διεθνών Διενέξεων, την Ασφάλεια και την Τρομοκρατία. Έχει εργαστεί για την Καναδική εταιρία λογοτεχνίας Wattpad (θα βρείτε το λογοτεχνικό έργο της με την υπογραφή: Alice Graivenille) και δραστηριοποιείται στο χώρο του εθελοντισμού. Εκτελεί χρέη γενικού συντονιστή στην GRAPESS και είναι μέλος του Rotaract Club of Thessaloniki-East. Στον ελεύθερο χρόνο της συμμετέχει σε ακαδημαϊκά συνέδρια, ερευνητικά προγράμματα, ταξιδεύει και φυσικά γράφει. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest