Otto von Bismarck: Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση ή το αντίθετο;

Μια χαρισματική φυσιογνωμία

Διλλήματα της φύσεως  “Να συνεχίσω ή να σταματήσω;”, “ Να ποντάρω ξανά ή να αρκεστώ στα κεκτημένα;” αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτά τα διλήμματα βασανίζουν τους παίκτες της διεθνούς σκακιέρας κατά τη διάρκεια διαμόρφωσης μίας στρατηγικής: “Εξάπλωση ή συντήρηση;”. Ένα εκ των χαρακτηριστικών του σιδηρού καγκελάριου ήταν η συνεχής αντιμετώπιση αυτού του διλήμματος. Σε ένα σύστημα όπου ο ανταγωνισμός είναι η κινητήρια δύναμη της διαμόρφωσης της κρατικής συμπεριφοράς, οι πρωτοβουλίες διατήρησης αμυντικής στάσης συνεπάγονται με ολοκληρωτικό αφανισμό.

Ο Otto Eduard Leopold, πρίγκιπας του Bismarck, γνωστός ως Otto von Bismarck, αποτέλεσε έναν από τους πιο ευρηματικούς δεξιοτέχνες στον τομέα της στρατηγικής πολιτικής, τόσο εντός γερμανικού όσο και ευρωπαϊκού πλαισίου. Κατά την περίοδο ανάληψης της εξουσίας, κατόρθωσε να αναδείξει την Πρωσία, από την ασθενέστερη εκ των μεγάλων δυνάμεων των αρχών του 19ου αιώνα, στην ισχυρότερη δύναμη στην Ηπειρωτική Ευρώπη στα μέσα του ίδιου αιώνα.

Αν και η πολιτική του, από το 1870, θεωρήθηκε από πολλούς ως το τέλειο έμπρακτο παράδειγμα της δομικής θεωρίας του αμυντικού ρεαλισμού, στην πραγματικότητα ακολουθούσε, σε μεγαλύτερο βαθμό, τις νόρμες του επιθετικού ρεαλισμού. Αλλά πέραν της διπλωματικής του ευρηματικότητας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, οι ελιγμοί του στο εσωτερικό της Πρωσίας αποτέλεσαν παράδειγμα προς μίμηση από πολλούς συγχρόνους του, αλλά και μεταγενέστερούς του. Ο χειρισμός του επαναστατικού συντηρητισμού, η αντίθεσή του τόσο με το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όσο και με τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία, αλλά και η εγκαθίδρυση ενός κράτους πρόνοιας -του πρώτου, μάλιστα, στην Ευρώπη- αποτελούν τους κύριους λόγους.

Το εξωτερικό παιχνίδι μεταξύ εξάπλωσης και συντήρησης

Α. Η εξάπλωση (1862-1870)

Αρχικά, η Πρωσία και η Αυστρία αποτελούσαν τις 2 ισχυρότερες κρατικές οντότητες της Γερμανικής Συνομοσπονδίας, μια χαλαρής πολιτικής οντότητας. Ο John J. Mearsheimer χρησιμοποίησε και την ονομασία της Τρίτης Γερμανίας για να αναφερθεί σε όλες τις οντότητες αυτής της Συνομοσπονδίας (Πρωσία, Αυστρία, Βαυαρία, Σαξονία, και άλλα μικρότερα κράτη και πόλεις). Κύριος στόχος του Bismarck ήταν η μεταβολή της ευρωπαϊκής ισορροπίας ισχύος, και η δημιουργία ενός πανίσχυρου ενιαίου γερμανικού κράτους με πρωσικό πυρήνα. Ένα εκ των χαρακτηριστικών του σιδηρού καγκελάριου ήταν η άψογη εφαρμογή της realpolitik, στην οποία δινόταν βαρύτητα σε υλικά κριτήρια, μέσα και στόχους, έναντι των αντίστοιχων ιδεολογικών. Είχε επίγνωση της ιδιαίτερης θέσης της χώρας του στην καρδιά της γηραιάς ηπείρου, και των ενδεχόμενων κινδύνων -αλλά και ευκαιριών- που αναδείκνυε αυτή η γεωγραφική τοποθέτηση.

Το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί ήταν, ποιό κράτος θα κυριαρχούσε σε μια πιθανή γερμανική ενοποίηση: η Αυστρία ή η Πρωσία; Η συμμαχία τους εναντίον της Δανίας στον πόλεμο του 1864, η επακόλουθη νίκη τους και η διαφιλονικία τους για τα αποκτηθέντα δουκάτα του Schleswig-Holstein ενίσχυσαν αυτό το ερώτημα.

Το αποτέλεσμα ήταν ένας δεύτερος πόλεμος ανάμεσα σε Αυστρία και Πρωσία το 1866, όπου η Πρωσία, με τη βοήθεια της Ιταλίας, οδήγησε σε ήττα την Αυστρία. Το απότοκο αυτών των στρατιωτικών επιτυχιών ήταν η ενίσχυση της πολιτικής του σιδηρού καγκελάριου. Αντί να προχωρήσει, όμως, στην απόσπαση εδαφών από το αυστριακό κράτος, προτίμησε να διατηρήσει την αυστριακή ισχύ, σεβόμενος τις επιταγές της ισορροπίας ισχύος. Το νέο δεδομένο, όμως, της διεθνούς σκηνής ήταν η πρωτοκαθεδρία της Πρωσίας στις Γερμανικές υποθέσεις.

Ο Bismarck, όμως, δεν αρκέστηκε στην επικράτηση του πρωσικού κράτους στο βόρειο τμήμα της Τρίτης Γερμανίας, ούτε στην υπέρογκη πληθυσμιακή, οικονομική και στρατιωτική του αύξηση. Ήθελε μια ακόμα νίκη, η οποία θα εξασφάλιζε τη γερμανική ενοποίηση και την ολοκληρωτική και αδιαμφισβήτητη εγκαθίδρυση του νέου Ράιχ στη διεθνή σκηνή. Την ευκαιρία αυτή του την προσέφερε η Γαλλία, η οποία αποσκοπούσε σε εδαφικά ανταλλάγματα μετά την ήττα της Αυστρίας. Το αποτέλεσμα ήταν ο γαλλοπρωσικός πόλεμος του 1870 και η ήττα της Γαλλίας, η οποία αναγκάστηκε να παραχωρήσει τα εδάφη της στην Αλσατία και στην Λορένη, παραχωρώντας στην Πρωσία τον έλεγχο του νοτίου τμήματος της Τρίτης Γερμανίας. Το επακόλουθο αυτής της νίκης ήταν η γερμανική ενοποίηση με πρωσικό πυρήνα το 1871, υπό την ηγεσία του Bismarck ως πρώτου καγκελάριου του νεοσύστατου γερμανικού κράτους.

Ευθύνη αυτού του αποτελέσματος φέρουν τόσοι οι περίτεχνοι χειρισμοί του πρώσου ηγέτη, όσο και η υιοθέτηση της στρατηγικής μεταφοράς των βαρών μεταξύ της Αυστρίας και της Γαλλίας. Αντί να ακολουθήσουν τις υποδείξεις της ισορροπίας ισχύος, και να συσπειρώσουν έναν εξισορροπητικό συνασπισμό εναντίον της Πρωσίας, προτίμησαν να αποφύγουν τη λήψη των βαρών της αντιμετώπισής της. Η Γαλλία παρέμεινε θεατής στον πόλεμο του 1866, επιδιώκοντας μια στρατηγική κατατριβής τρίτων αντί για στρατηγική εξισορρόπησης, ενδιαφερόμενη πρωτίστως για την αύξηση της σχετικής ισχύος της, προσφέροντας επιβεβαίωση στις διδαχές του επιθετικού ρεαλισμού έναντι του αμυντικού. Το λάθος της επανέλαβαν αργότερα η Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αυτή τη φορά εις βάρος της, τα οποία κράτη -για ωφελιμιστικούς λόγους- παρέμειναν θεατές στον πόλεμο του 1870. Η θέση που έφερε ο Bismarck ως πρεσβευτής, το 1858, στο ρωσικό κράτος, συνέβαλλε στην απουσία επεμβατικών πρωτοβουλιών από τη Ρωσία κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου.

Όμως δεν πρόκειται να επαναλάμβαναν αυτό το λάθος μετά τη γερμανική ενοποίηση, και εδώ βρίσκεται η απόδειξη της ευρηματικότητας του Γερμανού καγκελάριου. Αντί να συνεχίσει την επιθετική στρατηγική, προχώρησε σε στρατηγική διατήρησης του status quo. Πολλοί υποστηρικτές του αμυντικού ρεαλισμού μπορούν να υποστηρίξουν ότι αυτό είναι περίτρανη απόδειξη της θεωρίας τους, όμως, στην πραγματικότητα, αυτό που έλειπε από τον Bismarck δεν ήταν θέληση, αλλά ικανότητα. Κάτι για το όποιο είχε πλήρη επίγνωση. Γνώριζε ότι ο επόμενος πόλεμος, αν τον επιχειρούσε, θα ήταν διμέτωπος, και θα αδυνατούσε να τον κερδίσει. Αν ο Kaiser Wilhelm ή ο Αδόλφος Χίτλερ είχαν την ίδια φρόνηση, ο χάρτης της Ευρώπης πολύ πιθανόν να είχε διαφορετική μορφή σήμερα. Ο Weltkrieg και η πλανητική ηγεμονία -ή, έστω, περιφερειακή ηγεμονία- στην ηπειρωτική Ευρώπη έχουν ως κύριο αντίπαλό τους την ιστορική πραγματικότητα.

Β.Η διατήρηση (1871-1890)

Η μετριοπαθής πολιτική του Bismarck για διατήρηση του ευρωπαϊκού status quo, η αποφυγή μετατροπής της λανθάνουσας ισχύος σε στρατιωτική, και η επιδίωξη σύναψης συμμαχιών ακολουθούσαν πιστά τα διλήμματα ασφαλείας. Η επίγνωση του Bismarck, για την αύξηση του φόβου και των μέτρων ασφαλείας των άλλων κρατών σε περίπτωση αύξησης της στρατιωτικής και δυνητικής ισχύος της Γερμανίας, ήταν που τον οδήγησε σε αυτή τη συντηρητική στρατηγική. Η στρατηγική του υπογραμμιζόταν από τον χαρακτηρισμό της Γαλλίας σε προαιώνιο εχθρό του γερμανικού κράτους, και από την ελπίδα συνέχισης της απομονωτικής πολιτικής της Μεγάλης Βρετανίας.

Αρχικά, λόγω της σύγκρουσης της Αυστροουγγαρίας και της Ρωσίας επί του ελέγχου στα Βαλκάνια, ώθησε τον καγκελάριο στο να οργανώσει το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 – το οποίο κατέληξε να ωφελεί την Αυστροουγγαρία εις βάρος της Ρωσίας. Πέραν αυτού, το Συνέδριο αυτό συνέβαλλε στην οριστική νομιμοποίηση της Γερμανίας ως κρατική οντότητα, εφτά χρόνια μετά την ενοποίησή της. Η Γερμανία είχε γίνει η μεγαλύτερη δύναμη στην Ηπειρωτική Ευρώπη, και το σύστημα του Bismarck απέδειξε πόσο ευέλικτο ήταν με την πάροδο του χρόνου.

Το 1879 συνάπτει τη μυστική Δυαδική Συμμαχία με την Αυστροουγγαρία, στην οποία, μεταξύ του 1881-1882, προσχωρεί και η Ιταλία – δημιουργώντας την Τριπλή Συμμαχία. Παράλληλα, προχώρησε σε ανασύσταση της Συμφωνίας των Τριών Αυτοκρατοριών (Γερμανία, Ρωσία, Αυστροουγγαρία) το 1881. Το 1886 όμως, λόγω βουλγαρικής κρίσης, η συμφωνία αυτή έληξε, γεγονός το οποίο ο Μπίσμαρκ «διόρθωσε» με μια μυστική συμφωνία με τη Ρωσία για γερμανική ουδετερότητα σε περίπτωση επίθεσής της από την Αυστρία. Ονομάστηκε Συνθήκη Αντασφαλίσεως και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ήταν ότι, εν αντιθέσει με προγενέστερες συνθήκες, δεν συνάφθηκε κάτω από την επερχόμενη απειλή ένοπλης σύγκρουσης, και ούτε προσδιόριζε το χρόνο λήξης ή τον πιθανό αντίπαλο.

Το μυστικό της πολιτικής; Συνάψτε μια καλή συνθήκη με τη Ρωσία.” – Όττο φον Μπίσμαρκ

Με τη μεσογειακή συνεργασία Ιταλίας και Βρετανίας πετυχαίνει τον ολοκληρωτικό απομονωτισμό της Γαλλίας. Η ταχυδακτυλουργική δεξιοτεχνία του ήταν αδιαμφισβήτητη, καθώς ο διάδοχός του στην καγκελαρία, στρατηγός Leo von Caprivi, παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να φτάσει την ακροβατική δεξιοτεχνία του προκατόχου του. Η μετριοπάθειά του και η αποφυγή ένοπλων συγκρούσεων αποδεικνύονται και από τις περιορισμένες κρίσεις το 1875 (Krieg in Sicht) και το 1887, με την υπόθεση Schnæbelé και τη σύλληψη του Γάλλου επιθεωρητή ως πιθανού κατασκόπου, στις οποίες προκάλεσε -με πλήρη μετριοπάθεια- τη γαλλική ετοιμότητα για πόλεμο.

Ένας άδοξος επίλογος

Ο θάνατος του Wilhelm I, και η διαδοχή του από τον εγγονό του, Kaiser Wilhelm II, οδήγησε και στη λήξη της θητείας του Bismarck στις 20 Μαρτίου του 1890. Η πολυπλοκότητα του βισμαρκικού συστήματος, η καχυποψία για τη Ρωσία, και οι συγγενικές σχέσεις του βασιλιά με την Αγγλία τον οδήγησαν στη λεγόμενη Weltpolitik και στην ολοκληρωτική μεταβολή της στρατηγικής του Bismarck, με απότοκο τη δημιουργία του εξισορροπητικού συνασπισμού της Τριπλής Συνεννόησης εναντίον της Γερμανίας.

Ο πρώτος Γερμανός καγκελάριος επεδίωξε από την αρχή την αύξηση της πρωσικής ισχύος, γνωρίζοντας ότι αποτελούσε τον αυτοσκοπό για την εγγύηση της ασφάλειας. Η εθνική ενοποίηση, πέρα από στόχος, αποτελούσε πρωτίστως μέσο για την αύξηση της κρατικής ισχύος. Εν αντιθέσει με τις διδαχές του αμυντικού ρεαλισμού σχετικά με το ότι τα κράτη επιδιώκουν ισχύ ανάλογη της εξασφάλισης της ασφάλειάς τους, οι επιδιώξεις του Bismarck, ακόμα και μετά τη μετάβασή του από το στάδιο της επίθεσης σε αυτό της άμυνας, μας υποδεικνύουν το αντίθετο. Είχε επίγνωση ότι η θέληση για ισχύ, σε ένα σύστημα στο οποίο απουσιάζει μια παγκόσμια εξουσία, είναι το κλειδί για την απόκτηση κυριαρχίας. Όλα τα κράτη χαρακτηρίζονται από ένα animus dominandi (φρόνημα του άρχειν).

Το διεθνές σύστημα δημιουργεί πάντα κίνητρα για εύρεση ευκαιριών, τις οποίες θα αξιοποιήσουν τα κράτη για αύξηση της ισχύος τους εις βάρος των υπόλοιπων κρατών, πάντα έχοντας επίγνωση της αναλογίας κόστους-οφέλους. Αυτό αποδεικνύει ότι ο μακροπρόθεσμος στόχος των κρατών είναι η επίτευξη ηγεμονίας, και όχι η διατήρηση του διεθνούς status quo.

Ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πόση ισχύς είναι επαρκής, καθώς έχουμε άγνοια για τη φύση της ισορροπίας ισχύος στο μέλλον. Επίσης, η χρήση μη υλικών πόρων -όπως έξυπνων στρατηγικών, οι οποίες δεν λαμβάνονται συχνά υπόψη κατά τους υπολογισμούς ισχύος- ενισχύουν αυτή την αβεβαιότητα για το ποσοστό της επαρκούς ισχύος. Η επιδίωξη ισχυρής θέσης στο ευρωπαϊκό σύστημα καθοδήγησε την κρατική συμπεριφορά και τη στρατηγική του Bismarck, ο οποίος αξιοποίησε τη μεθοδική σκέψη του και την άρτια γνώση που είχε για τη φύση των αντιπάλων του.

Η επίγνωσή του περί της φύσης του διεθνούς συστήματος και των κανόνων του ήταν ο λόγος που θριάμβευσε τόσο στο πεδίο της μάχης, όσο και στα στάδια της διπλωματίας. Έμεινε γνωστός ως μια από τις πιο λαμπρές στρατηγικές προσωπικότητες της νεότερης ιστορίας. Δυστυχώς, οι συνεχιστές της γερμανικής πολιτικής προέβησαν σε μια αύξηση του ανταγωνισμού και σε κλιμάκωση της επιθετικής συμπεριφοράς, με αποτέλεσμα το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Απορίας άξιο είναι το κατά πόσο η πολεμική εμπειρία, ανεξάρτητα της έκβασής της, επηρεάζει την απόφαση για το πέρασμα από την ειρήνη σε πόλεμο. Η ιστορική εμπειρία μας δίδαξε, από νωρίς, ότι ένα πράγμα που τα κράτη μαθαίνουν από τον πόλεμο δεν είναι να κάνουν ειρήνη, αλλά τον τρόπο για να είναι καλύτερα στον επόμενο.

Πηγές:

  1. Brauns, B. (2010) Impressum. Available at: http://www.zeit.de/zeit-geschichte/2010/04/Chronik (Accessed: 29 January 2017).
  2. Boeglin, E. (1899) L’affaire Schnaebele Available at: http://e-storialdelorraine.com/Schnaebele.html (Accessed: 29 January 2017).
  3. Saskatoon Public School Division (2002) World War One and the Destruction of the Old Order. History 20 (2002) Available at: http://olc.spsd.sk.ca/DE/history20/unit1/sec1_03.html (Accessed: 29 January 2017).
  4. Mearsheimer, J. (2011) The Tragedy of Great Powers Politics. 6th edition. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα
  5. Arveler, M., Aymard, M. (2003) Οι Ευρωπαίοι: Νεότερη και Σύγχρονη Εποχή, Β’ Τόμος,  Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλα
  6. Asmuss, B. (2014) Kaiserreich, Außenpolitik. Deutsches Historisches Museum, Berlin. Available at: https://www.dhm.de/lemo/kapitel/kaiserreich/aussenpolitik/buendnissystem/ (Accessed 21 January 2017)

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

X

Pin It on Pinterest

X
Share This