To δικαίωμα της ζωής στα χέρια κρατικών λειτουργών

Το ενδιαφέρον του διεθνούς δικαίου αναφορικά με το θεμελιώδες δικαίωμα στη ζωή καθίσταται φανερό σε πληθώρα ρυθμίσεων, όπως το Άρθρο 6 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (International Covenant on Civil and Political Rights), το οποίο ορίζει ότι “κάθε ανθρώπινο ον έχει ένα εγγενές δικαίωμα στη ζωή. Αυτό το δικαίωμα προστατεύεται νομικώς. Από κανέναν άνθρωπο δεν αφαιρείται αυθαίρετα η ζωή”.
Επιπροσθέτως, εξέχουσας σημασίας είναι το Άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ) το οποίο, κατοχυρώνοντας την αξία της ζωής -μία από τις θεμελιώδεις αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών-, κατατάσσεται μεταξύ των “πρωταρχικών” άρθρων της ΕΣΔΑ. Παρότι το θεμελιώδες δικαίωμα στη ζωή είναι αλληλένδετο με ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, το ζήτημα παραβίασής του τόσο από κρατικές δυνάμεις -και, δη, αστυνομικές- όσο και από ιδιώτες απασχολεί συχνά τα δικαστήρια.

Προστασία της ζωής

Η πρωταρχικής σημασίας αξία της ζωής στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ αντικατοπτρίζεται στην παρ. 1 εδ. α’ του Άρθρου 2 αυτής. Το ως άνω κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου στη ζωή, και περιλαμβάνει τρεις κανόνες: την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης ζωής, την αρχή απαγόρευσης της θανατικής ποινής, και επιτρέπει περιοριστικά σε τρεις περιπτώσεις την αφαίρεση της ζωής, εφόσον η βία που την προκάλεσε ήταν απόλυτα αναγκαία. Κατόπιν αυτών, προκύπτει μια σειρά από ουσιαστικές υποχρεώσεις. Οι τελευταίες, με βάση τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) διακρίνονται σε μία αρνητική υποχρέωση και σε θετικές ουσιαστικές υποχρεώσεις ενώ, παράλληλα, υφίσταται και μία διαδικαστική αναφορικά με τη διεξαγωγή έρευνας.

Καθότι το εν λόγω Άρθρο επιβάλλει την υποχρέωση μη αυθαίρετης αφαίρεσης της ζωής, δεν προστατεύει την τελευταία ως αυθύπαρκτη αξία σε γενικότερο πλαίσιο, αλλά εξατομικευμένα. Πρόκειται για προστασία της ζωής του κάθε ατόμου. Με αυστηρά συσταλτική ερμηνεία της εν λόγω απαγόρευσης, η προσφυγή σε βία με ενδεχόμενο θανατηφόρο αποτέλεσμα δεν μπορεί να θεωρηθεί “απολύτως αναγκαία” όταν το καταδιωκόμενο από τα κρατικά όργανα άτομο δεν αποτελεί απειλή για τρίτους, και δεν είναι ύποπτο για τη διάπραξη αδικήματος βίαιου χαρακτήρα.

Αρνητική κρατική υποχρέωση

Στην παρ. 1 του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ τίθεται η αρχή σύμφωνα με την οποία τα κράτη οφείλουν να προστατεύουν τη ζωή, απέχοντας από κάθε πράξη που είναι πιθανό να προκαλέσει σκόπιμα και παράνομα το θάνατο ενός προσώπου. Πρόκειται, δηλαδή, για αρνητική υποχρέωση του κράτους να μην προβαίνει σε πράξεις με σοβαρό ενδεχόμενο την παράνομη και σκόπιμη θανάτωση ενός ατόμου.

Ταυτόχρονα, στην παρ. 1 εδ. β’ προβλέπεται δυνατότητα εξαίρεσης και αναγνώριση της θανατικής ποινής. Στο σημείο αυτό γεννάται εύλογη απορία αναφορικά με το εάν ο θάνατος του θύματος χρήσης βίας συνιστά προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής. Σε περίπτωση που το άμεσο θύμα επιβίωσε, το ΕΔΔΑ διακρίνει περιπτώσεις κατά τις οποίες προστατεύεται η ζωή είτε από τρίτους ή φυσικούς και μη κινδύνους, είτε από βία κρατικών οργάνων. Η πρώτη κατηγορία εξετάζεται υπό το φως του Άρθρου 2, ενώ η δεύτερη εξετάζεται συνήθως υπό το Άρθρο 3 ΕΣΔΑ περί βασανιστηρίων, και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις βάσει του 2, σε συνδυασμό με άλλα άρθρα της ΕΣΔΑ. Το αν το θύμα διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο της ζωής του δεν αποτελεί προϋπόθεση sine qua non, αλλά κάθε φορά λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις τραυματισμού του θύματος – όπως, για παράδειγμα, ο τύπος βίας που ασκήθηκε. Μάλιστα, εξετάζεται “αν η χρήση βίας κατά του προσφεύγοντος θα μπορούσε να είχε αποβεί θανατηφόρος, και ποιες επιπτώσεις είχε η συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων όχι μόνο στη σωματική του ακεραιότητα, αλλά και στα συμφέροντα που προστατεύονται από το δικαίωμα στη ζωή” (Μακαρατζής κατά Ελλάδας, 20/12/2014).

 

Αναφορικά με την έρευνα για την παραβίαση του Άρθρου 2, το ΕΔΔΑ δεν εκτιμά την ποινική ευθύνη των άμεσα ή έμμεσα εμπλεκομένων προσώπων, και οι αυστηροί κανόνες απόδειξης του ποινικού δικαίου δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ απαιτεί την πλήρωση αυστηρού κριτηρίου απόδειξης, ώστε να καταλήξει αν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 2 “πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία”.

Θετική κρατική υποχρέωση

Για το πρώτο εδάφιο της διάταξης του Άρθρου 2 ΕΣΔΑ -σύμφωνα με το οποίο “το δικαίωμα εκάστου προσώπου στη ζωή προστατεύεται υπό του νόμου”-, σε συνδυασμό με το Άρθρο 1, το ΕΔΔΑ έχει καταλήξει σε σειρά από θετικές ουσιαστικές υποχρεώσεις, οι οποίες συνίστανται κατεξοχήν στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ζωής.

Εναργέστερα, από το Άρθρο 2 απορρέει ειδική, θετική, ουσιαστική υποχρέωση για τα συμβαλλόμενα κράτη να θεσπίσουν νομοθετικό πλαίσιο το οποίο να επιβάλλει τη λήψη κατάλληλων μέτρων, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία της ζωής των ατόμων. Η χρήση βίας εκ μέρους των κρατικών οργάνων, από την οποία μπορεί να διακινδυνεύσει η ζωή του ατόμου, πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο. Όπως καθίσταται πλέον σαφές και από τη σχετική νομολογία, το ΕΔΔΑ εξετάζει σε κάθε περίπτωση εξονυχιστικά τη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων, αξιολογώντας τις ενέργειες των κρατικών οργάνων ενόψει των περιστάσεων.

Περαιτέρω, από το Άρθρο 2 συνάγεται υποχρέωση του κράτους ως προς τη διαδικασία έρευνας (Slimani κατά Γαλλίας, 27/07/2004) – η οποία, ωστόσο, δεν είναι ουσιαστική. Πρόκειται, μάλιστα, για υποχρέωση συμπεριφοράς και όχι αποτελέσματος. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από κρατικό όργανο ή διακινδύνευσης της ζωής του, το κράτος καλείται να διεξαγάγει επίσημη έρευνα για τη διευκρίνηση των συνθηκών του θανάτου ή του τραυματισμού αντίστοιχα, καθώς και για τον προσδιορισμό και την τιμωρία των ενόχων.

Αστυνομική δράση

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή κοινωνική συμβίωση, η αστυνομία αναλαμβάνει λειτουργικό ρόλο. Έχει ως κύρια μέριμνα τη διατήρηση της τάξης αναφορικά με την αντιμετώπιση κινδύνων και την επίτευξη ευημερίας. Κατά την άσκηση της αστυνομικής λειτουργίας λαμβάνονται υπόψη και εφαρμόζονται βασικές αρχές του δικαίου – άλλες αυτοτελώς και άλλες προς επίρρωσή τους.

Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας -η οποία απορρέει από τα Άρθρα 26 και 50 του Συντάγματος-, η διοίκηση οφείλει να προβαίνει μόνο σε ενέργειες που προβλέπονται από τους κανόνες δικαίου. Οι ενέργειες της διοίκησης χρειάζεται να είναι σύμφωνες και να βρίσκονται σε αρμονία με τους κανόνες αυτούς.

Εν συνεχεία, η αστυνομική δράση διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας. Η κρατική επέμβαση δικαιολογείται να περιορίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα μόνο στο μέτρο που συντρέχει ανάγκη θεραπείας του δημοσίου συμφέροντος.

Επιπροσθέτως, η αρχή της αναλογικότητας κατά τη δράση της αστυνομίας προβλέπει την υποχρέωση τήρησης εύλογης σχέσης μεταξύ συγκεκριμένου διοικητικού μέτρου και επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού. Η σχέση αυτή υπάρχει μόνον όταν το μέτρο που λαμβάνεται είναι το πλέον κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (καταλληλότητα), όταν συνεπάγεται τα λιγότερα δυνατά μειονεκτήματα για τους πολίτες, ενώ και τα συνεπαγόμενα μειονεκτήματα δεν υπερσκελίζουν τα πλεονεκτήματα.

Αστυνομική δράση και ΕΔΔΑ

Η νομολογία του ΕΔΔΑ στο πλαίσιο ερμηνείας της παρ. 2 του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ έχει θέσει σημαντικές δικλείδες ασφαλείας σε περιπτώσεις χρήσης βίας από κρατικές δυνάμεις επιφορτισμένες με την υποχρέωση επιβολής του νόμου και διατήρησης της δημόσιας τάξης. Κομβικό σημείο είναι η ερμηνεία που έχει δώσει το ΕΔΔΑ στην παρ. 2 του Άρθρου 2 ΕΣΔΑ. Θάνατος προσώπου δικαιολογείται από τη διάταξη αυτή μόνο εάν η χρήση βίας η οποία επιφέρει τον θάνατο καθίσταται απόλυτα αναγκαία. Στην υπόθεση McCann et al v. The UK δόθηκαν απαντήσεις σε βασικά ζητήματα αναφορικά με την “απόλυτα αναγκαία βία”, την κατάλληλη εκπαίδευση σε χρήση όπλων, καθώς και την κατάλληλη φροντίδα και οργάνωση επιχείρησης. Αναφορικά με το ιστορικό της υπόθεσης, οι αρχές της Μεγάλης Βρετανίας είχαν πληροφορίες ότι ο Ιρλανδικός Επαναστατικός Στρατός ετοίμαζε τρομοκρατικό χτύπημα με πιθανό στόχο το βρετανικό στρατιωτικό απόσπασμα στο Γιβραλτάρ. Έτσι, συστάθηκε ομάδα από ειδικούς, για να συνδράμουν τον Αστυνομικό Διοικητή του Γιβραλτάρ. Οι μέθοδοι που θα χρησιμοποιούνταν περιελάμβαναν αστυνομική παρακολούθηση και συνεχή ετοιμότητα από μέρους των διοικητικών αρχών. Οι ύποπτοι-μέλη του Ιρλανδικού Επαναστατικού Στρατού και επικίνδυνοι τρομοκράτες ήταν ο McCann, ο Savage και η Farrel.

Η στενή παρακολούθηση ξεκίνησε κατόπιν αναφοράς για την παρουσία των υπόπτων στη Malaga της Ισπανίας. Το σχέδιο ήταν να συλληφθούν οι ύποπτοι, αφού αναγνωρισθούν.

Κατά την ημέρα των γεγονότων, μετά από την αναγνώριση των υπόπτων, ο έλεγχος πέρασε στους Βρετανούς στρατιώτες με εμπειρία σε θέματα συλλήψεων. Σε κάποιο σταυροδρόμι ο Savage χωρίσθηκε από τους άλλους δύο. Καθώς ακούσθηκε σειρήνα περιπολικού Αστυνομίας, ενστικτωδώς ο McCann και η Farrell γύρισαν και αντίκρισαν τους στρατιώτες, οι οποίοι τους πυροβόλησαν με αποτέλεσμα τον θάνατό τους. Επίσης, οι στρατιώτες που ακολουθούσαν τον ύποπτο Savage άδειασαν τα όπλα επάνω του τη στιγμή που γυρνούσε, κάνοντας μια ενστικτώδη κίνηση. Πάνω στα θύματα βρέθηκε κλειδί αυτοκινήτου μέσα στο οποίο υπήρχε εκρηκτικός μηχανισμός.

Στην ανάκριση οι στρατιώτες παραδέχθηκαν ότι όφειλαν να σκοτώσουν “μέχρις ότου τα άτομα δεν αποτελούν πλέον κίνδυνο”.

Οι συγγενείς των θυμάτων προσέφυγαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ισχυριζόμενοι ότι ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της επιχείρησης έγιναν κατά παράβαση του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, και ότι οι θάνατοι δεν ήταν απόλυτα αναγκαίοι.
Συνεπώς, τονίσθηκε από το ΕΔΔΑ ότι “απόλυτα αναγκαία βία” σημαίνει πως η βία που χρησιμοποιείται πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς την εκπλήρωση των σκοπών που έχουν εδραιωθεί στις διατάξεις του Άρθρου 2 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

Εν προκειμένω, το ΕΔΔΑ καταδίκασε το Ηνωμένο Βασίλειο για παραβίαση του Άρθρου 2 παρ. 2 (α) ΕΣΔΑ, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπήρχε κίνδυνος για σοβαρό τρομοκρατικό χτύπημα από ανθρώπους έμπειρους και οργανωμένους αλλά, παρ’ όλα αυτά, οι αρχές είχαν χρόνο να οργανώσουν συντονισμένα τις συλλήψεις. Όσον αφορά στους στρατιώτες, το ΕΔΔΑ δέχθηκε πως αυτοί πίστευαν αυθόρμητα ότι ήταν αναγκαίο να πυροβολήσουν τους υπόπτους, αποσοβώντας σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή πολιτών, και θεωρώντας τις πράξεις τους ως απόλυτα αναγκαίες.

Όσον αφορά, όμως, στον έλεγχο και στην οργάνωση της επιχείρησης, το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι υπήρχαν πληροφορίες ώστε να γίνει η σύλληψη των υπόπτων κατά την είσοδό τους στο Γιβραλτάρ, γνωρίζοντας τις προθέσεις τους.
Σχετικά με τη συμπεριφορά των στρατιωτών, η ενστικτώδης αντίδρασή τους δεν διακατεχόταν από τον βαθμό προσοχής που απαιτείται και αναμένεται κατά τη χρήση όπλων από κρατικά και ειδικά εκπαιδευμένα όργανα, ακόμη και όταν πρόκειται για επικίνδυνους τρομοκράτες.

Δεδομένου ότι οι αρχές δεν αποφάσισαν να παρεμποδίσουν τους υπόπτους να εισέλθουν στο Γιβραλτάρ, και δεν έλαβαν υπ’ όψη τους το γεγονός ότι ορισμένες πληροφορίες πιθανόν να μην ήταν σωστές, καθώς και ότι οι στρατιώτες επέλεξαν να πυροβολήσουν, το ΕΔΔΑ δεν πείσθηκε ότι ο θάνατος των τρομοκρατών ήταν απόλυτα αναγκαίος.

Επίλογος

Συνολικά, από το 1950 -έτος υιοθέτησης της ΕΣΔΑ- έως σήμερα έχει επιτευχθεί θεαματική πρόοδος σε σχέση με την προστασία του δικαιώματος στη ζωή.
Αν και το ίδιο το περιεχόμενο του Άρθρου 2 επιτρέπει υπό αυστηρές προϋποθέσεις την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής (θανατική ποινή), η δυναμική ερμηνεία του από το ΕΔΔΑ έχει πλέον καταστήσει την έσχατη αυτή εξαίρεση αντίθετη στη Σύμβαση. Επιπλέον, το ΕΔΔΑ έχει προβεί σε συστηματική διεύρυνση των υποχρεώσεων που απορρέουν προς την κατεύθυνση λήψης προληπτικών μέτρων για την προστασία της ζωής, αλλά και για τη διεξαγωγή έρευνας σε περίπτωση που ένα πρόσωπο θανατωθεί υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει, ταυτόχρονα, ότι η συνεχής αυτή διεύρυνση των θετικών ουσιαστικών και διαδικαστικών υποχρεώσεων αποτελεί λεπτό εγχείρημα, καθώς επιβαρύνει σημαντικά το σύγχρονο κράτος, στο οποίο οι επικίνδυνες για τη ζωή συμπεριφορές και δραστηριότητες είναι αυξανόμενες.

Ακόμα, λοιπόν, και στον ευαίσθητο τομέα της πάταξης της τρομοκρατίας, το ΕΔΔΑ απαιτεί από τις διωκτικές αρχές να ενεργούν με την απαιτούμενη προσοχή, σεβόμενες το υπέρτατο αγαθό της ζωής.

Πηγές:

  1. Ανδρουλάκης. (1975). Τα όρια της ανακριτικής δράσεως και η αρχή της αναγκαιότητος. Ποιν. Χρ. ΚΕ 1975, σελ. 3 επ.,
  2. Fawcett, J. E. S. (1969). The application of the European Convention on Human Rights. Oxford.
  3. Mowbray. (2007). Alastair, Cases, Materials and Commentary on the European Convention on Human Rights. Oxford University Press.
  4. Δαλακούρα, Θ. (1993). Αρχή της Αναλογικότητας και μέτρα Δικονομικού Καταναγκασμού. pp. 101.
  5. Παπαϊωάννου, Ζ. (2004). Περιεχόμενο και Όρια της Αστυνομικής Εξουσίας. Εκδ. Σάκκουλα.
  6. Κοκκινάκης, Μ. (1999). Περί των ορίων ισχύος της διάταξης του άρθρου 2 παρ.2 στοιχ.α’ της ΕΣΔΑ ως “περιορισμού της άσκησης άμυνας”. Ποιν. Δικ.
  7. Δαγτόγλου, Π. (1984). Γενικό Διοικητικό Δίκαιο. pp. 135.
  8. Μάνεση, Α. (1979). Ατομικές Ελευθερίες. pp. 77.
  9. Σισιλιάνος, Λ. Α. (2013). Ευρωπαϊκή Σύμβαση δικαιωμάτων του ανθρώπου, Ερμηνεία κατ’ άρθρο. Νομική Βιβλιοθήκη.
  10. Σαρμάς, Ι. Δ. (2003). Κράτος και Δικαιοσύνη, Ελευθερία με υπεροχή του δικαίου. Εκδ. Αντωνίου Σάκκουλα.
  11. ECHR. (2004). Makaratzis v. Greece. App. 50385/99. §62.
  12. ECHR. (2009). Leonidis v. Greece. App. 43326/05. § 65.
  13. ΕCHR. (2010). McCann and Others v UK.

Tagged under:

Η Όλγα Κουρελή είναι προπτυχιακή φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών παρακολουθώντας, παράλληλα, μαθήματα minor στο Deree, The American College of Greece. Έχει συμμετάσχει σε διπλωματικά συνέδρια και προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Model United Nations, Model European Union). Τα ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα εντοπίζονται σε τομείς του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, των Διεθνών Σχέσεων και στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στόχος της είναι να εμβαθύνει τις σπουδές της στο αντικείμενο των διεθνών σχέσεων και να καταφέρει να συνεισφέρει στη διεθνή πολιτική ατζέντα.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest