Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913: Μια επισκόπηση

Η εσωτερική κατάσταση στις αρχές του 20ού αιώνα

Οι αρχές του 20ού αιώνα βρήκαν την Ελλάδα σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας, η οποία αποκρυσταλλώνεται μέσα από τις έντεκα εναλλαγές της κυβερνητικής ηγεσίας σε διάστημα εννέα ετών, μέχρις ότου, στις 15 Αυγούστου του 1909, πραγματοποιήθηκε το κίνημα -ή, αλλιώς, «στρατιωτική επανάσταση»- του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδί. Η συγκεκριμένη εξέλιξη ερμηνεύεται από διαδοχικά γεγονότα, τα οποία έπληξαν, αφενός, τον κοινωνικοοικονομικό ιστό της χώρας (όπως η πτώχευση του 1893 και η επιβολή του ξένου χρηματοοικονομικού ελέγχου, στο πλαίσιο του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου – απότοκο των συνεπειών της ήττας στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897), ο οποίος συνιστά παράδειγμα, επίσης, της δεύτερης διάστασης: ήτοι, το πλήγμα του κύρους της ελληνικής θέσης στο διεθνές σύστημα. Η έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου έφερε αλλαγές, τόσο στη χάραξη της εξωτερική πολιτικής, όσο και στην υλοποίηση προγραμμάτων βελτίωσης του εσωτερικού της χώρας -στο πλαίσιο των low politics, υπό την χομπσιανή έννοια-, οι οποίες, ωστόσο, θα αποτελούσαν τον καταλύτη για την περαιτέρω διεκδίκηση των εθνικών συμφερόντων.

Το περιφερειακό σύστημα των Βαλκανίων και η αλλαγή ισορροπίας ισχύος

Αλλαγές, όμως, σημειώθηκαν και στο περιφερειακό σύστημα των Βαλκανίων. Αρχικά, η άνοδος των Νεότουρκων δεν επέφερε αλλαγές στον τρόπο διαχείρισης και προσέγγισης των χριστιανικών πληθυσμών, με αποτέλεσμα η καταπίεσή τους και η απολυταρχική τουρκική πολιτική να συνεχίζεται. Αυτό οδήγησε τους βαλκανικούς λαούς σε αναζωπύρωση αλυτρωτικών προγραμματισμών. Ειδικότερα: στην άνθιση του σερβικού εθνικισμού, στο βουλγαρικό όραμα που προέβλεπε ηγεμονικές τάσεις στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και στη «Μεγάλη Ιδέα» από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (Χριστοδουλίδης, 2004). Οι χώρες αυτές αντιμετώπιζαν έναν κοινό εχθρό, ωστόσο έλειπε αυτός ο ισχυρός -ίσως και ιδεολογικός- κρίκος, ώστε να επιτευχθεί μια αποτελεσματική βαλκανική συνεννόηση, με σκοπό την αναθεώρηση του status quo.

Οι χρονικές συγκυρίες ήταν ευνοϊκές. Η πρώτη θετική εξέλιξη ήταν η επέμβαση μιας Μεγάλης Δύναμης – της Ρωσίας. Το 1911, η αυτοκρατορική Ρωσία πρότεινε μια ρωσοτουρκική συμμαχία για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας των Στενών, και την εξασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων, με αντάλλαγμα την υποστήριξη -αν και ασαφής ως προς το περιεχόμενο- της Ρωσίας σε ενδεχόμενες αναταράξεις στα Βαλκάνια, είτε αυτές προέρχονταν από την Αυστροουγγαρία, είτε από το εκάστοτε βαλκανικό κράτος. Η άρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως, λειτούργησε αντιστρόφως ανάλογα, με τη Ρωσία πλέον να υποστηρίζει όσα είχε δεσμευτεί να καταστείλει: τον εθνικό αναβρασμό των κρατών της χερσονήσου του Αίμου. Η δεύτερη θετική εξέλιξη ήταν η πορεία του Ιταλοτουρκικού πολέμου, καθώς το θέατρο επιχειρήσεων στη Βόρεια Αφρική είχε δυσμενείς εξελίξεις για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και με το στρατό της να έχει επικεντρωθεί εκεί, προέκυπτε μια ιδανική ευκαιρία για τους βαλκανικούς συμμάχους να επιτεθούν, αναγκάζοντας τους Οθωμανούς να διασπάσουν τις δυνάμεις τους σε δύο μέτωπα.

Οι επικοινωνίες μεταξύ των επικείμενων συμμάχων οδήγησαν στη σύναψη της Σερβοβουλγαρικής συνθήκης στη Σόφια (13/2/1912), και της Ελληνοβουλγαρικής συμφωνίας (5/10/1912), ενώ το καλοκαίρι είχαν προηγηθεί οι προφορικές συμφωνίες μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας και Μαυροβουνίου. Ο διπλωματικός ιστός είχε δημιουργηθεί, και οι συμμαχίες είχαν οριστικοποιηθεί με την -καταλυτικής σημασίας- διαμεσολάβηση της Ρωσίας (Χριστοδουλίδης, 2004).

Η ελληνική οπτική γωνία την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων

Η διορατικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου συνιστούσε το διαφοροποιητικό στοιχείο σε σύγκριση με τους προκατόχους του: Αναγνώριζε τις αδυναμίες και τις παθογένειες στο εσωτερικό του κράτους, και εκτιμούσε πως ήταν η εσωτερική αναδιάρθρωση αυτή που θα έδινε το έναυσμα για μια ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη. Με άλλα λόγια, το δίλημμα ασφαλείας απέναντι στην ανάδυση του βουλγάρικου «οράματος» ή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απαιτούσε -πρωτίστως- την εσωτερική κοινωνικοπολιτική και οικονομικοστρατιωτική αναδιοργάνωση, η οποία θα επέτρεπε στο ελληνικό κράτος να αξιώσει -με πολλές πιθανότητες επιτυχίας- τη «Μεγάλη Ιδέα» (Τσιριγώτης, 2013).

Είναι άξιο αναφοράς ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός επεδίωκε μια ισορροπία ισχύος ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία -όπου, δηλαδή, κανένας δρων δεν θα μπορούσε να αναδυθεί ως κυρίαρχη δύναμη-, ενώ υπήρξε επίσης σχεδιασμός για μια ελληνοτουρκική συμμαχία, η οποία θα λειτουργούσε με τέτοιο τρόπο, αντίστοιχα, για να ανασχέσει-αναχαιτίσει ενδεχόμενη ηγεμονική τάση – κυρίως από τη μεριά της Βουλγαρίας (Γεράσιμος, 1993). Εκτός από διορατικός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος δρούσε και ορθολογικά, χαρακτηριστικό που αποκρυσταλλώνεται στη μεταστροφή της θέσης του, όταν οι παραπάνω συγκυρίες (Ιταλοτουρκικός Πόλεμος και Σερβοβουλγαρική συμμαχία) ανέτρεψαν την καθιερωμένη περιφερειακή ισορροπία ισχύος-συμφερόντων (Δουσμάνης, 1928).

Η ενεργητική στρατιωτική στρατηγική του Βενιζέλου είχε ως στόχο την υπεράσπιση των ελληνικών ζωτικών συμφερόντων, με αντικειμενικό πολιτικό στόχο την απελευθέρωση των εθνικών πληθυσμών που διαβιούσαν σε υπόδουλες -από την Οθωμανική Αυτοκρατορία- περιοχές, όπως η Μακεδονία, η Ήπειρος και η Θράκη (Στεφάνου, 1981). Κατευθυνόμενος από το ισοζύγιο κόστος-όφελος, ο Έλληνας ηγέτης συνειδητοποίησε, ορθώς, ότι η ευκαιρία για την πραγμάτωση του ελληνικού οράματος είχε εμφανισθεί.

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος

Οι συμμαχικές δυνάμεις ήταν αποφασισμένες να δράσουν, παρά τις αντιδράσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Στις 8-9 Οκτωβρίου 1912, οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν, ενώ η επιστράτευση των δυνάμεων είχε τεθεί ήδη σε εφαρμογή αρκετές μέρες πριν. Οι συντονισμένες δυνάμεις των συμμάχων κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν επέτρεψαν στην τελευταία να κρατήσει τις γραμμές, και έτσι αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Ο ελληνικός στρατός τότε βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση, και άρτια εξοπλισμένος να διεκδικήσει τους «αλύτρωτους» πληθυσμούς. Σημείωσε τρομερές επιτυχίες, τόσο στο Θεσσαλικό θέατρο επιχειρήσεων, όσο και στο αντίστοιχο θέατρο της Ηπείρου (Γ.Ε.Σ, 1987). Αφενός, οι επιτυχίες στην Ελασσόνα, στο Σαραντάπορο και στα Γιαννιτσά οδήγησαν στην κατάληψη της Θεσσαλονίκης -για την οποία έγινε κυριολεκτικά αγώνας δρόμου μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων-, ενώ η κεντρική Μακεδονία και τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου είχαν επίσης απελευθερωθεί (Τρίχα, 1993).

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ηττημένη, οδηγήθηκε στο τραπέζι της συνθηκολόγησης, με τη συνθήκη του Λονδίνου (Μάιος, 1913) να λειτουργεί με διπλό τρόπο: Αφενός, έδινε οριστικό τέλος στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και, αφετέρου, η επίλυση σημαντικών εδαφικών ζητημάτων προκάλεσε την αντίδραση της Βουλγαρίας. Η τελευταία διεκδικούσε διέξοδο στο Αιγαίο, και με τη λήξη του πολέμου θεώρησε πως δεν είχε κερδίσει όσα της αναλογούσαν, γεγονός και δυσαρέσκεια η οποία μετουσιώθηκε σε ρήξη μεταξύ των συμμάχων.

Β’ Βαλκανικός Πόλεμος

Ό,τι δεν έλυσε ο πρώτος Βαλκανικός, ήταν μοιραίο να λύσει ο δεύτερος. Αναγνωρίζοντας τις αναθεωρητικές τάσεις της Βουλγαρίας, Σερβία και Ελλάδα σύναψαν εκ νέου συμμαχία, προκειμένου να είναι προετοιμασμένες για ενδεχόμενη ένοπλη διεκδίκηση εδαφών από τη Βουλγαρία. Όπως ακριβώς είχαν προβλέψει, η επιθετική πρωτοβουλία των Βουλγάρων έθεσε σε εφαρμογή την ελληνοσερβική συμμαχία. Από στρατιωτικής απόψεως, οι Βούλγαροι υποτίμησαν τον εχθρό, τόσο σε ποιοτικό επίπεδο (την ικανότητα του ελληνικού στρατού στο σχεδιασμό στρατηγικής), όσο σε τακτικό (δηλαδή, στο πεδίο μάχης), αλλά και ποσοτικό, καθώς εκτιμούσαν μικρότερο διαθέσιμο αριθμό ανδρών. Αυτό λειτούργησε υπέρ των Ελλήνων και των Σέρβων. Η ελληνική πλευρά, λοιπόν, νικηφόρα, προέλασε στην ανατολική Μακεδονία, και έφτασε μέχρι την Αλεξανδρούπολη – ωστόσο, με μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό.

Στις 28 Ιουλίου του 1913, η υπογραφή της συνθήκης στο Βουκουρέστι σήμανε τη λήξη του πολέμου, με την Ελλάδα να έχει μεγάλα οφέλη. Τόσο η αύξηση σε μέγεθος (νέα εδάφη, νέα σύνορα), όσο και η αύξηση με την αφομοίωση των νέων πληθυσμών συντέλεσαν θετικά στην πολιτικοστρατιωτική ηγεσία και στο λαϊκό αίσθημα που έβλεπε, πλέον, τους «αδελφούς» τους να βρίσκονται πίσω στην πατρίδα.

Απολογισμός

Η έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία σήμανε μια νέα περίοδο στην πολιτική -και όχι μόνο- ζωή της χώρας. Οι αλλαγές που επήλθαν έδιωξαν το αρνητικό κλίμα που κυριαρχούσε πριν την θητεία του, η οποία -χάρη στη ρεαλιστική προσέγγιση, τη διορατικότητα και τη χαρισματικότητά του- υλοποίησε σε πολύ μεγάλο βαθμό τον οραματισμό της «Μεγάλης Ιδέας». Οι συσχετισμοί ισχύος στο περιφερειακό σύστημα των Βαλκανίων, καθώς και οι θετικές -για την ελληνική περίπτωση- συγκυρίες αξιοποιήθηκαν επιτυχώς από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Αναφορικά με την στρατιωτική διάσταση και τη συμμετοχή του ρόλου του Ε.Σ στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, αξίζει να σημειωθεί ότι η αναδιοργάνωση του στρατεύματος , με την καθοδήγηση γάλλων αξιωματικών βάσει της Ελληνογαλλικής Σύμβασης στις 21 Ιανουαρίου 1911 (Δημακόπουλος, 2000), ήταν απότοκο της ήττας στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 , ένα στοιχείο , το οποίο συχνά δεν λαμβάνει μεγάλης βαρύτητας.

Τα λάθη, τα πάθη και η ταπείνωση του «ατυχούς» αυτού πολέμου, λειτούργησαν καταλυτικά με θετικό τρόπο, ώστε όχι μόνο να μην επαναληφθούν, αλλά, αντιθέτως, να αποτελέσουν κίνητρο βελτίωσης και εξιλέωσης. Πρόκειται για ένα σημείο καμπής στη νεώτερη ελληνική ιστορία, που αξίζει μεγάλης προσοχής και μελέτης, ενώ αποτελεί, επίσης, σημείο αναφοράς για την καμπή της αναβάθμισης της χώρας εσωτερικά, αλλά και του διεθνούς ρόλου της στο διεθνές σύστημα – όπως απεδείχθη κατά τη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων που ακολούθησαν.

Πηγές:

  1. Δημακόπουλος, Γ. (2000) Στρατιωτική θεσμική αναδιοργάνωση 1909 – 1916. Θεσσαλονίκη
  2. Γ.Ε.Σ, (1987) Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912 – 1913. Αθήνα: Έκδοση Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.
  3. Γεράσιμος, Α., (1993) Η παρ’ολίγον , προ των Βαλκανικών Πολέμων ,συμμαχία Ελλάδος – Τουρκίας κατά της Βουλγαρίας. Dans: Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων 1910- 1914. Αθήνα: Ε.Λ.Ι.Α, pp. 61-66.
  4. Δουσμάνης, Β., (1928) Ο συμμαχικός πόλεμος κατά των Βουλγάρων. Αθήναι: Εκδοτικόν Τμήμα της Α. Ε. Β. Ε. Π. Γ. Μακρής & Σια,.
  5. Στεφάνου, Σ., (1981) Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου : Η ζωντανή ιστορία της δραματικής περιόδου του έθνους 1909 – 1935. Αθήνα: Λέσχη Φιλελευθέρων.
  6. Τρίχα, Λ., (1993) Dans: Ημερολόγια και γράμματα από τον πόλεμο : Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912 – 1913. Αθήνα: Εταιρεία Ε.Λ.Ι.Α, pp. 9-10.
  7. Τσιριγώτης, Δ., (2013) Νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία . Διεθνείς σχέσεις και διπλωματία. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.
  8. Χριστοδουλίδης, Θ., (2004) Διπλωματική Ιστορία τριών αιώνων. Αθήνα: Εκδόσεις Ι.Σιδέρης.

Tagged under:

Ο Αριστείδης Δημητράτος είναι τελειόφοιτος του τμήματος Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και μέλος της ομάδας Στρατιωτικής Ιστορίας του Τομέα Αμυντικών Θεμάτων.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest