“Ne bis in idem”: μία άτρωτη αρχή;
- Written by Σωτήρης Ελευθερίου
- Published in Διεθνές Δίκαιο, Ευρώπη
- Leave a reply
- Permalink
Μία από τις πιο διαδομένες αρχές των περισσότερων έννομων τάξεων, αλλά και του ενωσιακού δικαίου είναι η αρχή ne bis in idem – που επί λέξει σημαίνει “ου δις επ’ αυτώ”. Το νόημα του κανόνα είναι ότι κανείς δεν πρέπει να διώκεται δύο φορές για έγκλημα που ήδη έχει τελέσει. Να διώκεται δηλαδή για δεύτερη φορά για τις ίδιες πράξεις. Η αρχή αυτή, λοιπόν, είναι έκφανση και εξειδίκευση του κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου, της δίκαιης δίκης, της αρχής της επιείκιας-αναλογικότητας και, φυσικά, του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. H διάδοση και εμβέλεια της αρχής οφείλεται στην κατοχύρωσή της στο αρ.14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), στο αρ. 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και στο αρ. 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαικής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ). Η ΕΣΔΑ, ως σύμβαση που συνήφθη υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης, περιορίζει την ισχύ της αρχής μόνο ”εντός του εθνικού κράτους”, εν αντιθέσει με το αρ. 50 του ΧΘΔΕΕ που εκτείνει την αρχή σε διασυνοριακό περιβάλλον, πέρα απ τα όρια του Κράτους δηλαδή. Βέβαια, η αρχή της ομοιογένειας του αρ. 52 του Χάρτη αλλά και του αρ. 6 της ΣυνθΕΕ επιβάλλουν ότι η έννοια και η έκταση των δικαιωμάτων του Χάρτη συμπίπτουν με την έννοια και την έκταση που τους αποδίδουν οι σχετικές διατάξεις της ΕΣΔΑ. Η δε σημασία που αποδίδεται στην αρχή αυτή από την ΕΣΔΑ διαφαίνεται από την παρ.3 του αρ. 4 που απαγορεύει τις αποκλίσεις από τον κανόνα (οιονεί απόλυτο δικαίωμα). Η νομολογία κατά την διάρκεια των ετών έδωσε ποικίλες διαφορετικές ερμηνείες στην αρχή αυτή – ωστόσο, σήμερα τα κριτήριά της για την ισχύ της αρχής έχουν σταθεροποιηθεί. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να περιορίζει την αρχή ή και να εισάγει εξαιρέσεις από αυτήν, όπως θα διαφανεί παρακάτω.
Ανάλυση της αρχής
Η αρχή ne bis in idem έχει τρεις προυποθέσεις:
- Δεύτερη ποινική δίωξη ή καταδίκη (bis)
- Για την ίδια παράβαση (idem)
- Για την οποίαν έχει καταδικασθεί η αθωωθεί αμετακλήτως στο παρελθόν
Bis: Η διπλή καταδίκη πρέπει να έχει ποινικό χαρακτήρα. Το ΕΔΔΑ, προκειμένου να εξετάσει αυτό το χαρακτηριστικό, εφαρμόζει την τριπλέτα σωρευτικών κριτηρίων του Engels: α) νομική κατηγοριοποίηση της παράβασης στο εθνικό δίκαιο β) φύση παράβασης και θιγόμενα έννομα αγαθά γ) βαθμός αυστηρότητας κύρωσης. Τα κριτήρια αυτά έχει υιοθετήσει και το ΔΕΕ, αρχής γενομένης από την υπόθεση Bonda (c-489/10). Με βάση αυτά έχει κριθεί ότι ο κανόνας που παραβιάζεται είναι ποινικός όταν απευθύνεται στο σύνολο των πολιτών. Επίσης, αν σκοπός μίας ποινής είναι η χρηματική αποζημίωση λόγω επέλευσης ζημίας, η κύρωση δεν είναι ποινική. Αντιθέτως, ο κολασμός του δράστη για αποφυγή της υποτροπής του έχει ποινικό χαρακτήρα. Επιπλέον, στερητικές της ελευθερίας ποινές τεκμαίρεται μαχητά ότι έχουν ποινικό χαρακτήρα, ομοίως και η επιβολή χρηματικών ποινών τις οποίες εάν το άτομο δεν εκτελέσει, απειλείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή ακόμα και όταν αυτές καταχωρούνται στο ποινικό μητρώο. Έχει, μάλιστα, κριθεί ότι φορολογικές προσαυξήσεις και κυρώσεις για τελωνειακές παραβάσεις θεωρούνται κυρώσεις ποινικής φύσης. Σημειώνεται δε ότι δεύτερη κυρωτική διαδικασία δεν θεωρείται η καταδίκη σε ποινή παρεπόμενη. Τέλος, ακόμα και όταν οι διαδικασίες δεν είναι ποινικού χαρακτήρα, αλλά πρόκειται, για παράδειγμα, για πειθαρχική παράβαση πρέπει να ισχύει η αρχή, επειδή έχουμε δεύτερη κυρωτική διαδικασία του ίδιου είδους με την πρώτη.
Για να ενεργοποιηθεί η αρχή, πρέπει η κυρωτική διαδικασία να έχει καταλήξει αμετάκλητα στην έκδοση απόφασης, είτε αθωωτικής είτε καταδικαστικής. Βέβαια, λήξη ή ακύρωση της διαδικασίας για τυπικούς λόγους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αθώωση. Σε περίπτωση παραγραφής όμως, που συνιστά θεσμό και ουσιαστικού δικαίου, υπάρχει αθώωση για ουσιαστικό λόγο, και άρα ενεργοποιείται η αρχή (υπόθεση Gasparini C-467/04).
Aμετάκλητη: Την ερμηνεία της λέξης αμετάκλητη την αντλούμε από την επεξηγηματική έκθεση του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με την οποία αμετάκλητη/απρόσβλητη είναι η απόφαση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (res judicata), δηλαδή να μην υπόκειται η απόφαση σε ”συνήθη” (ordinary) ένδικα μέσα (υπ. Ζolotukhin κατά Ρωσίας). Το εάν το ένδικο μέσο είναι σύνηθες κρίνεται ad hoc και εξαρτάται από τις προϋποθέσεις παραδεκτούς άσκησής του. Αν η κύρωση είναι διοικητική, πρέπει είτε η διοικητική πράξη περί επιβολής κυρώσεως ή απαλλαγής του κατηγορουμένου να έχει οριστικοποιηθεί συνεπεία μη εμπρόθεσμης άσκησης ενδίκου βοηθήματος, είτε να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου.
Idem: η απαγόρευση της διπλής τιμωρίας αναφέρεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά (idum factum), ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που τους αποδίδεται από την έννομη τάξη.
Τί συμβαίνει, ωστόσο, σε περίπτωση που οι αρχές που διώκουν ή καταδικάζουν το άτομο για δεύτερη φορά αγνοούν την πρώτη αμετάκλητη καταδίκη; Tο ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η αρχή ne bis in idem παραβιάζεται μόνο αν αποδείξει ο προσφεύγων ότι υπέστη ζημία (Zigarella κατά Ελλάδας). Στην υπόθεση Zohlotukin το ΕΔΔΑ αποφάσισε ότι η αρχή ne bis in idem εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που υφίσταται αμετάκλητη προηγούμενη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση για παράβαση που συγκροτείται από τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία εμπλέκεται ο ίδιος κατηγορούμενος, και τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με άρρηκτους τοπικούς ή χρονικούς δεσμούς.
Αναφορικά με το ζήτημα της σώρευσης ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, κάτι τέτοιο είναι δυνατόν στις περισσότερες έννομες τάξεις. Στην υπόθεση Akerberg Fransson κρίθηκε ότι για την ίδια παράβαση υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ μπορούν να επιβληθούν σωρευτικά φορολογική κύρωση και ποινική κύρωση.
Υπόθεση Menci
Μία υπόθεση που απασχόλησε το ΔΕΕ και αφορά τέτοια σώρευση κυρώσεων είναι η υπόθεση Menci (C-524/15). H ανάλυση της πρόσφατης αυτής υπόθεσης κρίνεται πρόσφορη προκειμένου να κατανοηθούν τα ζητήματα που προκύπτουν, αλλά και ο τρόπος με τον οποίον το Δικαστήριο τα αντιμετωπίζει.
Kατά του Menci κινήθηκε διοικητική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας του επεβλήθη διοικητική κύρωση, καθώς δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να καταβάλει τον οφειλόμενο ΦΠΑ βάσει της ετήσιας δήλωσης για το φορολογικό έτος 2011. Ταυτόχρονα όμως ξεκίνησε και ποινική δίωξη εναντίον του, καθώς ιταλικός νόμος προέβλεπε ποινικές κυρώσεις για τους φοροφυγάδες. Σύμφωνα μάλιστα με τον ιταλικό νόμο, η διοικητική και η ποινική διαδικασία κινούνται και προχωρούν ανεξάρτητα. Το ιταλικό ποινικό δικαστήριο λοιπόν απέστειλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, σχετικά με την νομιμότητα ή μη της ποινικής δίωξης μετά από απρόσβλητη διοικητική κύρωση, υπό το πρίσμα της αρχής ne bis in idem.
Το Δικαστήριο, λοιπόν, αρχικά αναφέρεται στην επιταγή του αρ. 325 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), που υποχρεώνει τα κράτη να καταπολεμούν με αποτελεσματικά μέσα κάθε δραστηριότητα που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Εφαρμόζει λοιπόν τα κριτήρια Engels, προκειμένου να διαπιστώσει τον ποινικό χαρακτήρα της διοικητικής κύρωσης -της ποινικής είναι δεδομένος-, και αφού τον διαπιστώνει εξετάζει και τα υπόλοιπα κριτήρια – δηλαδή την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών και την ταυτότητα του προσώπου, συμπεραίνοντας ότι κατ’ αρχήν παραβιάζεται η ne bis in idem. Στην συνέχεια όμως χρησιμοποιεί το αρ.52 του ΧΘΔΕΕ για να εξηγήσει ότι κάθε περιορισμός των δικαιωμάτων πρέπει να είναι αναγκαίος, αναλογικός και να εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Με βάση την έμφαση που έχει δοθεί στην καταβολή του ΦΠΑ, όπως αυτή προκύπτει από την νομολογία ΔΕΕ και ΕΔΔΑ, η καταβολή του μπορεί να θεωρηθεί θέμα γενικού συμφέροντος που να δικαιολογεί τον περιορισμό. Το δικαστήριο εν τέλει καταλήγει ότι περιορισμός της αρχής ne bis in idem είναι επιτρεπτός στο μέτρο που πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
- Να επιδιώκεται λόγος δημοσίου συμφέροντος
- Οι κανόνες να περιέχουν έναν συντονισμό που να διασφαλίζει τον περιορισμό στο απολύτως αναγκαίο της πρόσθετης επιβάρυνσης από την σώρευση των κυρώσεων
- Οι κανόνες να διασφαλίζουν ότι η αυστηρότητα του συνόλου των κυρώσεων περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο σε σχέση με την σοβαρότητα της παραβάσεως.
Συμπέρασμα
Mε αφορμή την υπόθεση Menci, το Δικαστήριο δέχεται για πρώτη φορά ότι μπορεί να υπάρξουν περιορισμοί στην αρχή ne bis in idem, οι οποίοι ωστόσο οφείλουν να γίνονται υπό κάποιες αυστηρές προυποθέσεις, οι οποίες ακριβώς περιορίζουν το δικαίωμα γιατί εξυπηρετούν έναν “σκοπό ανώτερο”. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να πούμε ότι το Δικαστήριο έχει προσδώσει μια πολύ πιο ολοκληρωμένη απ ότι στο παρελθόν ερμηνεία της αρχής του αρ. 50 του ΧΘΔΕΕ και του αρ. 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τις προϋποθέσεις αυτές χρησιμοποίησε ως βάση το Δικαστήριο και αργότερα στην υπόθεση Garlson Real Estate and οthers (C-537/16), γεγονός που σημαίνει ότι ο περιορισμός της αρχής έχει εισαχθεί δυναμικά στην νομολογία του Δικαστηρίου, και αναμένεται να δικαιολογήσει ποικίλες και ενδιαφέρουσες αποκλίσεις από την αρχή, σχετικοποιώντας κατά πολύ την ρητή επιταγή του αρ. 50 παρ. 3 του ΧΘΔΕΕ.
Πηγές:
- Τζέμος, Β. (2015). Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, pp. 552-579
- Σισιλιάνος, Λ. (2017). Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, pp. 877-893
- InfoCuria Europa. (2018). Απόφαση Menci. https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=9ea7d2dc30dd1326676a2d2f4dcf9160e38ee6a0e65c.e34KaxiLc3qMb40Rch0SaxyNc3r0?text=&docid=200404&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=773892
- ASIL. (2018). European Court of Justice Rules Ne Bis in Idem Principle May be Restricted. https://www.asil.org/ILIB/european-court-justice-rules-ne-bis-idem-principle-may-be-restricted-march-20-2018
- curia.europa (2018). Aπόφαση Garrlson and Others. https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?language=en&num=C-537/16
- InfoCuria. (2017). The Principle of Ne Bis in Idem in Criminal Matters in the Case Law of the Court of Justice of the European Union. https://www.eurojust.europa.eu/doclibrary/Eurojust-framework/caselawanalysis/The%20principle%20of%20Ne%20Bis%20in%20Idem%20in%20criminal%20matters%20in%20the%20case%20law%20of%20the%20Court%20of%20Justice%20of%20the%20EU%20(Sept.%202017)/2017-09_CJEU-CaseLaw-NeBisInIdem_EN.pdf








