Βυζαντινή στρατηγική εξισορροπήσεων (6ος-10ος αιώνας μ.Χ.)

Είναι αλήθεια ότι η μελέτη της αρχαιοελληνικής περιόδου έχει αναγνωριστεί παγκοσμίως – ειδικά στον κλάδο των Διεθνών Σχέσεων, όπου το παράδειγμα του Πελοποννησιακού Πολέμου έχει λειτουργήσει ως πηγή άντλησης πληροφοριών επί της στρατηγικής θεωρίας. Η διαμάχη Αθήνας και Σπάρτης, και η στρατηγική κουλτούρα των δύο αυτών υπερδυνάμεων της εποχής αποτελούν κέντρο αναφοράς και συζήτησης μέχρι και σήμερα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να υποστηριχθεί για μια εξίσου τεράστιας σημασίας εποχή – αυτή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, γνωστής και ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αδιαμφισβήτητα, ο ρόλος και η θέση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επηρέασαν σε τεράστιο βαθμό τον διεθνή καταμερισμό ισχύος. Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί πώς κατάφερε μια αυτοκρατορία να διαγράψει μια πορεία άνω των δέκα αιώνων, αν λάβει υπόψη και το γεωπολιτικό περιβάλλον εντός του οποίου ενεργούσε, με εχθρικές δυνάμεις να προκαλούν ή και να απειλούν τα σύνορά της – όπως οι Πέρσες, οι Άβαροι και οι Άραβες.

Η υψηλή στρατηγική του Βυζαντίου συνιστά την πιο ικανοποιητική απάντηση καθώς, μέσω συμμαχιών, διπλωματικών ελιγμών και, προφανώς, λόγω της στρατιωτικής του ισχύος, κατάφερε να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τους εχθρούς του. Η στρατηγική των εξισορροπήσεων αποτέλεσε αξονικό στοιχείο στη στρατηγική σκέψη του Βυζαντίου. Σύμφωνα με τον Παπασωτηρίου (2007), στη στρατηγική των εξισορροπήσεων “ο δρων εξουδετερώνει απειλές μέσω ισορροπιών μεταξύ των άλλων μονάδων, ώστε ένας αντίπαλός του να μην είναι σε θέση να συγκεντρώσει τις προσπάθειές του εναντίον του”.

Δηλαδή, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία χρησιμοποιούσε τους λαούς με τους οποίους συνόρευε, ώστε να προστατεύει τα σύνορά της. Έτσι, όποτε εμφανιζόταν κάποια δυνητική απειλή, επιστρατεύονταν διπλωματικά και οικονομικά μέσα για να πειστούν να πολεμήσουν οι γύρω λαοί αντί των Βυζαντινών. Η ικανότητα των Βυζαντινών να μετατρέψουν αυτήν την πολλαπλότητα απειλών σε πλεονέκτημα -που υλοποιήθηκε μέσω χρηματικών εξαγορών (όπως κατά την περίοδο του Ιουστινιανού, τον 6ο αιώνα μ.Χ.), ή μέσω άλλων διπλωματικών ελιγμών και συμμαχιών- αποτέλεσε σημαντική επιτυχία. Κατ’ ουσίαν, η στρατιωτική ισχύς υποτάχθηκε εν τέλει στη διπλωματία η οποία, ως η πιο βαρύνουσα συνιστώσα της υψηλής στρατηγικής, χρησιμοποιήθηκε επιτυχώς για να περιορίσει, να τιμωρήσει ή να στρέψει τους εχθρούς να πολεμήσουν μεταξύ τους, παρά με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (Luttwak, 2009).

Το διπλωματικό δίκτυο που είχε αναπτυχθεί σε όλη την επικράτεια των εδαφών που συνόρευαν με την αυτοκρατορία, την τροφοδοτούσε με πληροφορίες ώστε να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, ανάλογα με την περίπτωση. Παραδείγματος χάριν, κατά την περίοδο του Ιουστινιανού, η απειλή των Περσών από τα ανατολικά αποτελούσε μείζονα προτεραιότητα, και δέσμευε τις αυτοκρατορικές δυνάμεις σε εκείνη την περιοχή – γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να εφαρμοστεί διπλωματική εξισορρόπηση στο βορειοδυτικό μέτωπο (Obolensky, 1982). Δηλαδή, ο στρατός που βρισκόταν στη βορειοδυτική πλευρά της αυτοκρατορίας δεν χρειάστηκε να μεταβεί στα ανατολικά σύνορα, καθώς τους Πέρσες αντιμετώπισαν κυρίως οι όμοροι λαοί της Αυτοκρατορίας.

Ειδικότερα, οι Γότθοι της Κριμαίας χρησιμοποιήθηκαν για την προστασία των ευάλωτων, τρωτών σημείων εισόδου στην ουκρανική στέπα, τα οποία θα δημιουργούσαν πρόβλημα στους Βυζαντινούς. Επιπροσθέτως, στα Βαλκάνια ο αυτοκράτορας κατάφερε -μέσω παχυλών ποσών- να στρέψει τα δύο ισχυρότερα φύλα της περιοχής (τους Ουιγούρους και τους Κουτριγούρους) το ένα εναντίον του άλλου, ώστε να αποδυναμωθούν με την επικείμενη σύγκρουσή τους. Σε αυτή τη χρονική συγκυρία οι Άβαροι κατατρόπωσαν και τους δύο, κατόπιν συμφωνίας και με τους Βυζαντινούς. Λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως ένα μειονέκτημα αυτής της στρατηγικής είναι το “πλήγμα” που δέχεται η φερεγγυότητα του Βυζαντίου στις συμφωνίες του. Κατ’ επέκταση, ένας επωφελούμενος σύμμαχος, αποκτώντας ισχύ -όπως οι Άβαροι εν προκειμένω-, μπορεί να στραφεί εναντίον του “πρώην” συμμάχου – όπως και έγινε.

Το περιφερειακό σύστημα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και οι ελιγμοί προς αντιμετώπιση των πολλαπλών απειλών.

Κατά την περίοδο του Ηράκλειου τα δημοσιονομικά βρίσκονταν σε πάρα πολύ κακή κατάσταση, οπότε οι εξισορροπητικοί ελιγμοί ήταν μεν αναγκαίοι, αλλά και περιορισμένοι, καθώς ο περσικός κίνδυνος είχε επιδεινωθεί. Στην περιοχή των Βαλκανίων διάφορα φύλα επωμίστηκαν το βάρος της σύγκρουσης με τους Αβάρους – κάτι που βοήθησε τους Βυζαντινούς να επικεντρωθούν στην έτερη απειλή: τους Πέρσες. Η πολιορκία του 626 μ.Χ. αποτέλεσε το αποκορύφωμα της αβαρικής απειλής έναντι της Αυτοκρατορίας, αλλά οι υπόλοιπες περιφερειακές δυνάμεις κατάφεραν να συνταχθούν και να καταστρέψουν την αβαρική δύναμη. Αυτό έδωσε μεν μια ανάσα στους Βυζαντινούς που, όμως, θα αντιμετώπιζαν μια νέα, άγνωστη έως τότε και άκρως επικίνδυνη δύναμη: τους Άραβες.

Η άνοδος των Αράβων από τον 7ο αιώνα μ.Χ. -ερχόμενοι από τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου- διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον νέο καταμερισμό ισχύος στο περιφερειακό σύστημα. Οι Βυζαντινοί επιχείρησαν να εφαρμόσουν τη γνωστή συνταγή των εξισορροπήσεων – όμως, αυτή τη φορά ανεπιτυχώς. Η άμυνα σε κάποιες περιοχές των Βαλκανίων δεν ήταν αρκετή, καθώς δόθηκε προτεραιότητα στην προστασία των περιοχών της Μικράς Ασίας, οι οποίες αποτελούσαν εύφορο πεδίο για την αύξηση των οικονομικών και στρατιωτικών συντελεστών ισχύος, μέσω των εμπορικών συναλλαγών και της στρατολόγησης αντίστοιχα. Εδώ θα μπορούσε κανείς να ανατρέξει και στη γνωστή ρήση του Μέγα Φρειδερίκου: “Δεν θα πρέπει να προσπαθούμε να τα κρατήσουμε όλα, μόνο τα πιο σημαντικά. Αυτός που τα διατηρεί όλα, δεν διατηρεί τίποτα” (Philips, 1943).

Κατά τον 9ο και 10 αιώνα μ.Χ. η ανάδειξη των Ρώσων και των Βουλγάρων αποτέλεσε νέα απειλή για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που εκείνη την περίοδο διάβαινε το αποκορύφωμα της ακμής της. Η συνεργασία με τους Χαζάρους δεν ήταν αρκετή, καθώς η ισχύς τους είχε φθίνει αρκετά. Γι’ αυτό δημιουργήθηκε εκ νέου ένα πλέγμα διπλωματικών επαφών, που θα λειτουργούσε ως εξισορροπητικός μηχανισμός για τις δυνάμεις που διέπονταν από περιφερειακό ηγεμονισμό. Σε αυτό συμμετείχαν δυνάμεις διαφόρων φυλών που βρίσκονταν στα ανατολικά της αυτοκρατορίας – όπως οι Ούζοι, οι Αλανοί, οι Χαζάροι και οι Πατζινάκοι (Porphyrogenitus, 1985).

Συνοψίζοντας, από αυτή τη σύντομη περιπτωσιολογική μελέτη της βυζαντινής στρατηγικής της εξισορρόπησης από τον 6ο μέχρι τον 10ο αιώνα μ.Χ., προκύπτουν διάφορα συμπεράσματα για τον τρόπο που πολλαπλές απειλές μπορούσαν να αντιμετωπιστούν χωρίς την απαραίτητη επιστράτευση σημαντικού αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων, αλλά με την έμφαση να δίνεται κυρίως σε άλλες διαστάσεις της υψηλής αυτής στρατηγικής: στη διπλωματία και στην οικονομία. Η μακροβιότητα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κεντρίζει το ενδιαφέρον των αναλυτών, καθώς η μαεστρία των διπλωματικών ενεργειών στο περιφερειακό σύστημα εκείνης της εποχής αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα για το πώς η αυτοκρατορία αυτή επηρέασε τις μεταγενέστερες γενεές σε θέματα στρατηγικής και διπλωματικής σκέψης.

Πηγές: 

  1. Luttwak, E. (2009). The grand strategy of the Byzantine Empire. The Belknap Press of Harvard University Press.
  2. Obolensky, D. (1982). The Byzantine Commonwealth. Crestwood, NY. St. Vladimir’s Seminary Press.
  3. Philips, T. (1943). Roots of Strategy. London. The Bodley Head.
  4. Porphyrogenitus, C. (1985). De administrando imperio. Washington D.C. Dumbarton Oaks Research Library and Collection.
  5. Procopius. (1924). History of the Wars. Μετάφραση από H.B Dewing,  επιμέλεια William Heinemann. Λονδίνο.

Tagged under:

Μεταπτυχιακός φοιτητής στις “Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές” του τμήματος ΔΕΠΣ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ερευνητής στις Ομάδες Στρατιωτική Ιστορία , Στρατηγική Κουλτούρα και Κυβερνοασφάλεια του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

” The game is out there. Either you play or get played ”
-Omar Little-

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest