Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856): Τα αίτια, τα γεγονότα και η Ελλάδα

Το ευρωπαϊκό σύστημα ισορροπίας δυνάμεων και ο ρωσο-τουρκικός ανταγωνισμός

Σταθμό στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού διακρατικού συστήματος κατά τον 19ο αιώνα αποτέλεσε το Συνέδριο της Βιέννης το 1815, μετά την οριστική ήττα της Ναπολεόντειας Γαλλίας. Το Συνέδριο οδήγησε στη δημιουργία ενός συστήματος συλλογικής ηγεμονίας από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις, τη Βρετανία, την Αυστρία, τη Ρωσία, την Πρωσία και τη Γαλλία. Η συλλογική αυτή ηγεμονία, που πήρε τη μορφή συνεδρίων, είχε στόχο τη συνεργασία μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων για τη διατήρηση της ισορροπίας ισχύος και της ειρήνης στην Ευρώπη, καθώς και την αποφυγή των συγκρούσεων μεταξύ τους (Κολιόπουλος Ι., 2001). Σύντομα, ωστόσο, το σύστημα της συλλογικής ηγεμονίας απειλήθηκε από τους ανταγωνισμούς μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια εξελίχθηκαν σε σημαντικότατο πεδίο των ανταγωνισμών αυτών.

Τα σύνορα στην Ευρώπη μετά το Συνέδριο της Βιέννης (1815)

Η περιοχή βρισκόταν για αιώνες υπό τον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία, όμως, αντιμετώπιζε οξεία οικονομικά και διοικητικά προβλήματα, αλλά και την εθνική αφύπνιση των υπόδουλων λαών. Τα προβλήματα αυτά επιχειρούσε να εκμεταλλευθεί η Ρωσική Αυτοκρατορία, που επιδίωκε την έξοδό της στη Μεσόγειο Θάλασσα μέσω των Στενών των Δαρδανελίων και, γενικότερα, την επέκτασή της στην περιοχή που βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Οθωμανών, προκαλώντας την καχυποψία των υπόλοιπων ευρωπαϊκών δυνάμεων (Μούτσογλου Β., 2016).

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος

Αφορμή του Κριμαϊκού Πολέμου υπήρξε το ζήτημα της κυριότητας του Πανάγιου Τάφου στην Ιερουσαλήμ, που αποτελούσε μήλο της έριδος ανάμεσα στους Ορθόδοξους και στους Καθολικούς χριστιανούς. Η διένεξη είχε πολιτικές προεκτάσεις, με τους Καθολικούς να υποστηρίζονται από τη Γαλλία και τους Ορθόδοξους από τη Ρωσία, στο πλαίσιο του ανακηρυγμένου ρόλου της ως προστάτιδας δύναμης των Ορθοδόξων. Το 1852 η Γαλλία πέτυχε να αποσπάσει σουλτανικό φιρμάνι που ικανοποιούσε τις επιδιώξεις των Καθολικών. Το γεγονός αυτό εξόργισε τη ρωσική κυβέρνηση, η οποία ξεκίνησε να πιέζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία για την αναίρεση του φιρμανιού και την εξασφάλιση δικαιωμάτων στους Ορθόδοξους, αποστέλλοντας σχετικό τελεσίγραφο στις 23 Απριλίου. Οι Οθωμανοί απέρριψαν το ρωσικό τελεσίγραφο, έχοντας τη διπλωματική στήριξη της Βρετανίας και της Γαλλίας, οι οποίες φοβούνταν πως η Ρωσία επιχειρούσε να ελέγξει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και επιθυμούσαν να εμποδίσουν την περαιτέρω ενίσχυσή της. Επίσης ανήσυχες από τις ρωσικές κινήσεις, η Αυστρία και η Πρωσία υπέγραψαν σύμβαση στις 20 Απριλίου, σύμφωνα με την οποία παρέμεναν ουδέτερες, αλλά θα κινητοποιούνταν κατά της Ρωσίας σε περίπτωση εισόδου των ρωσικών στρατευμάτων στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες (Μολδαβία και Βλαχία). Τον Οκτώβριο οι Οθωμανοί, ενθαρρυμένοι από την υποστήριξη των υπόλοιπων ευρωπαϊκών δυνάμεων, κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Ρωσίας (Δασκαρόλης Ι., 2018).

Προκειμένου η Ρωσία να αποκτήσει όσο το δυνατόν περισσότερη διεθνή υποστήριξη, ο τσάρος Νικόλαος κάλεσε τους χριστιανικούς λαούς των Βαλκανίων σε θρησκευτικό πόλεμο. Σύντομα, ο σουλτάνος εξέδωσε φιρμάνι με παρόμοια έκκληση προς τους μουσουλμάνους (Δασκαρόλης Ι., 2018). Τον Νοέμβριο του 1853, ο ρωσικός στόλος συνέτριψε τον οθωμανικό στη ναυμαχία της Σινώπης. Η ρωσική πλευρά ήταν πλέον διατεθειμένη για συμβιβαστική λύση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Τον Φεβρουάριο του 1854, όμως, στο συνέδριο των αντιπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων στη Βιέννη οι ρωσικές προτάσεις απορρίφθηκαν από τη Βρετανία και τη Γαλλία οι οποίες, ανήσυχες για ενδεχόμενη κατάρρευση των Οθωμανών και περαιτέρω ρωσική επέκταση, κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Ρωσίας τον Μάρτιο. Ρωσικά στρατεύματα είχαν εισέλθει εν τω μεταξύ στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αλλά υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν υπό τον φόβο της Αυστρίας, γεγονός που στέρησε τη Ρωσία από τη δυνατότητα διεξαγωγής πολέμου στα Βαλκάνια (Κολιόπουλος Ι., 2001).

Εικαστική απεικόνιση της πολιορκίας της Σεβαστούπολης από τον Franz Roubaud

Τον Σεπτέμβριο, με τη Ρωσία διπλωματικά απομονωμένη από τις υπόλοιπες δυνάμεις, τα στρατεύματα των συμμάχων αποβιβάστηκαν στην Κριμαία με στόχο την κατάληψη της ρωσικής ναυτικής βάσης στη Σεβαστούπολη. Οι επιθέσεις τους, όμως, όπως και οι ρωσικές αντεπιθέσεις τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο, απέτυχαν. Η αναμέτρηση κατέληξε έτσι σε αδιέξοδο, και οι μάχες περιορίστηκαν. Τον Δεκέμβριο η Αυστρία, η Βρετανία και η Γαλλία υπέγραψαν συμφωνία με την οποία καλούσαν τη Ρωσία να παραιτηθεί από την επιδίωξη για παρέμβαση στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Αυστρία, όμως, δεν κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας, καθώς απέτυχε να συμπαρασύρει προς αυτό την Πρωσία και τα άλλα γερμανικά κράτη, που δεν έβλεπαν τον λόγο να προχωρήσουν σε τέτοια κίνηση. Τον Σεπτέμβριο του 1855 η Σεβαστούπολη τελικά έπεσε, μετά από πολιορκία δώδεκα μηνών. Η Αυστρία τελικά εγκατέλειψε την ουδετερότητα, μετά την κάμψη της ρωσικής δύναμης από την ήττα στη Σεβαστούπολη, καθώς και λόγω απειλών των Βρετανών και των Γάλλων πως θα υποστήριζαν εθνικά ενωτικά κινήματα στην Ιταλία, σε βάρος των αυστριακών συμφερόντων. Η απειλή αυστριακής στρατιωτικής επέμβασης υποχρέωσε τελικά τη Ρωσία να τερματίσει τον πόλεμο τον Ιανουάριο του 1856 (Κολιόπουλος Ι., 2001).

Η υπογραφή της Συνθήκης του Παρισιού (1856)

Οι διαφορές των κρατών διακανονίστηκαν με τη Συνθήκη του Παρισιού τον Μάρτιο του 1856, η οποία αποτέλεσε σοβαρή διπλωματική ήττα για τη Ρωσία. Όλοι οι στρατοί αποσύρθηκαν από τις κατακτημένες περιοχές, η Ρωσία παραιτήθηκε από τις βλέψεις για παρέμβαση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με αφορμή την προστασία των Ορθοδόξων, κατοχυρώθηκε το δικαίωμα της οθωμανικής κυβέρνησης να μην επιτρέπει την είσοδο πολεμικών πλοίων στα Στενά, αποστρατιωτικοποιήθηκε η Μαύρη Θάλασσα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνωρίστηκε ως μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος ισορροπίας δυνάμεων, και επισημοποιήθηκε η ανάγκη για την εδαφική της ακεραιότητα – κάτι που αποτέλεσε στόχο των ευρωπαϊκών δυνάμεων (πλην της Ρωσίας) κατά τις επόμενες δεκαετίες. Επίσης, προβλέπονταν ρυθμίσεις για τη μελλοντική ρύθμιση του καθεστώτος των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, και απαγορευόταν η μονομερής επέμβαση στα εσωτερικά τους ζητήματα από άλλες δυνάμεις, κατοχυρώθηκε η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον Δούναβη, και δημιουργήθηκαν δύο σχετικές επιτροπές, ενώ προβλεπόταν η επαναφορά των προπολεμικών ρωσο-τουρκικών συνόρων στην Ασία (Treaty of Paris of 1856).

Η Ελλάδα στον Κριμαϊκό Πόλεμο

Η έναρξη του Κριμαϊκού Πολέμου προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, ο βασιλιάς Όθωνας και η ελληνική κυβέρνηση, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης της χώρας, είδαν την πιθανή στρατιωτική συντριβή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Ρωσία ως ευκαιρία πραγμάτωσης του οράματος της Μεγάλης Ιδέας και της εθνικής ολοκλήρωσης του Ελληνισμού, με την απελευθέρωση των υπό οθωμανική κυριαρχία περιοχών. Σε αυτό κλίμα συνέβαλαν οι παλιές προσδοκίες για απελευθέρωση του ελληνισμού με τη βοήθεια του “Ξανθού Γένους”, αλλά και οι ανεπίσημες παροτρύνσεις της ρωσικής κυβέρνησης (Δασκαρόλης Ι., 2018). Πολλοί θεωρούσαν πως ήταν, πλέον, επικείμενη η ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την οθωμανική ήττα (Τσιριγώτης Δ., 2013).

Ο Βασιλιάς της Ελλάδας, Όθων Α’ (1815-1867)

Η τακτική που εγκρίθηκε από τον Όθωνα και την κυβέρνηση ήταν η υποστήριξη προς ομάδες ατάκτων στις ελληνικές οθωμανικές περιφέρειες, οι οποίοι θα κατευθύνονταν από αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, και θα προέβαιναν σε επαναστατικές ενέργειες, στα πλαίσια ενός ακήρυκτου πολέμου της Ελλάδας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Τσιριγώτης Δ., 2013). Προς αυτό τον σκοπό απελευθερώθηκαν από τις ελληνικές φυλακές και πολλοί κρατούμενοι ληστές. Η επανάσταση ξεκίνησε στην Ήπειρο τον Ιανουάριο του 1854, και σύντομα επεκτάθηκε στη Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία (Δασκαρόλης Ι., 2018). Οι επαναστατικές ομάδες πέτυχαν αρχικά σημαντικές νίκες έναντι των απροετοίμαστων Τούρκων. Παρ’ όλα αυτά, ήταν πολύ αδύναμες για να πετύχουν μια αποφασιστική επικράτηση (Τσιριγώτης Δ., 2013).

Οι ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης οδήγησαν στη διακοπή των σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία τον Απρίλιο. Ο Όθωνας φαινόταν αποφασισμένος να οδηγήσει την Ελλάδα σε πλήρη πολεμική σύρραξη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όμως, η υποστήριξη του ελλαδικού κράτους προς τις εξεγέρσεις των Ελλήνων προκάλεσε αναπόφευκτα την οργή της Βρετανίας και της Γαλλίας, συμμάχων με τους Οθωμανούς, οι οποίες επιδίωκαν την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απομόνωση της Ρωσίας. Στις 30 Μαρτίου και στις 10 Απριλίου οι δύο δυνάμεις προειδοποίησαν πως θα προέβαιναν σε στρατιωτική παρέμβαση αν η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθούσε να επιμένει στη φιλοπόλεμη στάση της. Τελικά, γαλλοβρετανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στον Πειραιά στις 13 Μαΐου, και σύντομα κατέλαβαν την Αθήνα, παραμένοντας μέχρι το 1857. Ο Όθωνας υποχρεώθηκε να αποδεχθεί τις γαλλοβρετανικές απαιτήσεις, και σχημάτισε κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που έμεινε γνωστή ως “Υπουργείο Κατοχής”. Η νέα κυβέρνηση αποκατέστησε τις σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και διέκοψε την υποστήριξη στις εξεγέρσεις, που τελικά καταπνίγηκαν (Δασκαρόλης Ι., 2018).

Συνέπειες

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος είχε σημαντικότατες συνέπειες για την ευρωπαϊκή ισορροπία δυνάμεων. Η Ρωσία από βασικός υποστηρικτής του συστήματος ισορροπίας δυνάμεων κατέστη αναθεωρητική δύναμη και, λόγω της παραίτησής της από την παρέμβαση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για την προστασία των Χριστιανών, στράφηκε για τον σκοπό αυτό προς την υιοθέτηση του αναδυόμενου δόγματος του Πανσλαβισμού. Από την άλλη πλευρά, η υπόθαλψη των Ιταλών εθνικιστών από τη Βρετανία και τη Γαλλία έπληττε άμεσα την Αυστρία, και έθετε σε κίνδυνο τον στόχο του Συνεδρίου της Βιέννης για διατήρηση του εδαφικού status quo. Άλλωστε, η αποτυχία της Αυστρίας να συμπαρασύρει στον πόλεμο κατά της Ρωσίας την Πρωσία οδήγησε στην περαιτέρω απομάκρυνσή της από την άλλη μεγάλη γερμανική δύναμη (Κολιόπουλος Ι., 2001).

Όσον αφορά στην Ελλάδα, το άδοξο τέλος της αλυτρωτικής πολιτικής του Όθωνα με την γαλλοβρετανική στρατιωτική επέμβαση κατέδειξε, πρώτον, την αδυναμία της ελληνικής ηγεσίας να καταρτίσει μια ορθολογική και αποδοτική στρατηγική για την πραγμάτωση των εθνικών στόχων, λαμβάνοντας υπόψη και υπολογίζοντας τις διεθνείς συνθήκες. Δεύτερον, υπογράμμισε και την πλήρη εξάρτηση του ελληνικού κράτους από τις Μεγάλες Δυνάμεις, λόγω της οικονομικής και στρατιωτικής αδυναμίας του (Τσιριγώτης Δ., 2013). Ο Κριμαϊκός Πόλεμος αποτελεί, συνολικά, ένα παράδειγμα της διαχρονικής πρόσδεσης της Ελλάδας στη Δύση, και της γεωστρατηγικής σημασίας που αποδίδουν οι δυτικές δυνάμεις σε αυτή στα πλαίσια του ανταγωνισμού με τη Ρωσία.

Πηγές:

  1. content.ecf.org.il. (1856). Treaty of Paris of 1856. Paris. https://content.ecf.org.il/files/M00934_TreatyOfParis1856English.pdf
  2. Δασκαρόλης, Ι. (2018). Ο Κριμαϊκός πόλεμος, η Ελληνική εμπλοκή και το «Υπουργείο Κατοχής». https://www.academia.edu/36720700/Ο_Κριμαϊκός_πόλεμος_η_Ελληνική_εμπλοκή_και_το_Υπουργείο_Κατοχής_
  3. Κολιόπουλος, Ι. (2001). Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΒΑΝΙΑΣ, pp.111-128, 195-200.
  4. Μούτσογλου, Β. (2016). Τουρκία: Η Ανέλιξη της Προσωπικότητας του Κράτους. Αθήνα: ΑΘΗΝΑ, pp.61-62, 67-71.
  5. Τσιριγώτης, Δ. (2013). Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία: Διεθνείς Σχέσεις & Διπλωματία. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα, pp.130-145.

Tagged under:

Προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται η ελληνική εξωτερική πολιτική, με έμφαση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τα θέματα Ρωσίας - Ευρασίας και Μέσης Ανατολής, η ιστορία και θεωρία των Διεθνών Σχέσεων, η τρομοκρατία και η ασφάλεια στον κυβερνοχώρο.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest