Η Κράτηση των 2 Ελλήνων αξιωματικών στην Τουρκία υπό το Φως του Διεθνούς Δικαίου

Το σκηνικό θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα: Ογδόντα περίπου ημέρες πριν από τη συγγραφή του παρόντος , στις Καστανιές του Έβρου, δύο Έλληνες αξιωματικοί βάδιζαν κοντά στη συνοριακή γραμμή που οριοθετεί το Ελληνικό και το Τουρκικό έδαφος. Ο καιρός –όπως συνηθίζεται στην περιοχή– ήταν κρύος, ενώ η ορατότητα ήταν δύσκολη λόγω του χιονιά και της εκτεταμένης ομίχλης.

Λίγες ώρες μετά, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο Στρατού δημοσιεύει μία συνοπτική ανακοίνωση, αρκούντως περιγραφική αλλά, όπως αποδείχτηκε αργότερα, υπέρ του δέοντος αισιόδοξη: «Ενημερώνουμε ότι την Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018, στρατιωτική περίπολος αποτελούμενη από δύο Στελέχη του Στρατού Ξηράς, στο πλαίσιο συνήθους περιπολίας στην οριογραμμή δασικής περιοχής Καστανιών Έβρου, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, φέρεται να εντοπίστηκε από τουρκική περίπολο, σε τουρκικό έδαφος. Για το περιστατικό έχουν επιληφθεί οι αρμόδιες αρχές. Από την πρώτη στιγμή, οι ελληνικές αρχές βρίσκονται σε επικοινωνία με τις τουρκικές αρχές, και είναι σε εξέλιξη διαδικασίες επανόδου στην Ελλάδα. Είναι καλά στην υγεία τους, βρίσκονται στην Αδριανούπολη προκειμένου να ολοκληρωθούν οι τυπικές διαδικασίες».

Σύντομα, οι ανακοινώσεις των δύο πλευρών άρχιζαν να διαδέχονται η μία την άλλη. Όλοι διστακτικοί, δίχως να ξέρουν ποιά στάση να κρατήσουν απέναντι στο τόσο πρόσφατο περιστατικό, του οποίου η μετέπειτα διάσταση δεν διαφαινόταν ακόμη. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος, άμεσα αμφισβήτησε τα συνομοσιολογικά σενάρια περί διαιώνισης της διαφοράς, ενώ οι περισσότεροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι δήλωναν αισιόδοξοι, τονίζοντας ότι η ελληνική πλευρά βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με την τουρκική. Όλοι ήλπιζαν σε μία άμεση επιστροφή, η οποία θα έδινε τέλος σε μία απλή παρεξήγηση που δεν υπήρχε λόγος να μετατραπεί σε μεθοριακό επεισόδιο.

Σήμερα, ήδη περισσότερο από δύο μήνες μετά τη σύλληψή τους, οι δύο Έλληνες αξιωματικοί βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι στις τουρκικές φυλακές στην Ανδριανούπολη, και όλοι -ακόμη και οι αρχικώς αισιόδοξοι – σιωπούν μπροστά σε μία κατάσταση η οποία πλέον φαίνεται αρκούντως νοσηρή και καφκική για να προκαλεί ανησυχίες.

Το πρώτο σημαντικό νομικό ζήτημα που εντοπίζεται στην υπόθεση προκύπτει, ήδη, από την ίδια την απολογία του ενός από τους δύο Έλληνες αξιωματικούς. Έτσι, ενώ ο Άγγελος Μητρετώδης επιμένει στην απολογία του να αποδίδει την παραβίαση της συνοριακής γραμμής στην κακοκαιρία, ο Δημήτρης Κούκλατζης επισημαίνει -ίσως, άθελά του- τη νομική παραφωνία της συγκεκριμένης σύλληψης: «Υπήρχαν παρόμοια συμβάντα με Τούρκους στρατιώτες. Όμως εμείς χωρίς να καταγράψουμε και χωρίς να ενημερώσουμε τους ανώτερους μας είχαμε επιτρέψει να περάσουν στην Τουρκία. Αυτό συμβαίνει συχνά στις δυο πλευρές. Μέχρι σήμερα δεν είχε προκύψει πρόβλημα. Για αυτό και απορώ με όσα συμβαίνουν».

Η διατύπωση του Δημήτρη Κούκλατζη φανερώνει την ύπαρξη μίας συνήθους τακτικής διαχείρισης των κρίσεων που προκαλούνται από την παραβίαση των συνόρων. Άλλωστε, όπως φαίνεται και από την απολογία, τα περιστατικά αυτά είναι συνηθισμένα εκατέρωθεν – ειδικά σε μία περιοχή όπως οι Καστανιές, που τα ήδη δυσδιάκριτα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών καλύπτονται από τη χιονόπτωση. Η πρακτική αυτή μέχρι σήμερα φαίνεται να είναι ομοιόμορφη και συνεπής, ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε λόγο για τη δημιουργία διεθνούς εθίμου, που δεν είναι άλλο από μία γενική πρακτική μεταξύ κρατών που γίνεται δεκτή ως κανόνας δικαίου. (Κωνσταντίνος Σαλωνίδης, 2011) Φανερώνεται, λοιπόν, κατά μία έννοια η δημιουργία ενός εθιμικού κανόνος δικαίου μεταξύ των δύο κρατών, σύμφωνα με τον οποίο η παραβίαση των συνόρων -όταν αυτή δεν συντελείται με δόλο, αλλά από αμέλεια, και ειδικότερα από στρατιωτικούς που έχουν αναλάβει τη φύλαξη της συνοριογραμμής- μένει ατιμώρητη. Αυτό σημαίνει ότι η λύση δίνεται άμεσα -σε τοπικό επίπεδο- με την αναγνώριση του λάθους και της ταχείας επιστροφής εκείνων που αμελώς παραβίασαν τα σύνορα πίσω στη χώρα τους, χωρίς ανάμειξη της δικαστικής εξουσίας.

Αν λοιπόν αποδειχθεί ότι πράγματι μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων στρατιωτικών υπήρχε μία χρόνια πρακτική «ανοχής» σε σφάλματα που συνδέονται με την παραβίαση των συνόρων, η ξαφνική αλλαγή στάσης της Τουρκίας μόνο αντίθετη στην καλή (νομική) πίστη και καλή γειτονία μπορεί να χαρακτηριστεί. Αυτό σημαίνει ότι καταχρηστικά, με βάση τις μέχρι τώρα πρακτικές, συνέλαβε τους δύο Έλληνες αξιωματικούς, επιφέροντας πλήγμα στο ιδεατό της αγαστής συνεργασίας που θα πρέπει να διέπει τις γειτονικές γεωγραφικά χώρες. Μάλιστα, δεν θα ήταν παράλογο να ισχυριστεί η ελληνική πλευρά ότι η συνεπής, εκτεταμένη και ομοιόμορφη πρακτική επιστροφής των αλλοεθνών στρατιωτικών στην στρατιωτική τους μονάδα, σε περίπτωση αμελούς παραβίασης των συνόρων, έχει πλέον δημιουργήσει πεποίθηση δικαίου (opinio juris). Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει δημιουργηθεί μία συγκεκριμένη πρακτική που υπαγορεύεται από αίσθηση νομικής υποχρέωσης (Κωνσταντίνος Μαγκλιβέρας, 2011).

Βεβαίως, η συναγωγή του ανωτέρω συμπεράσματος αποτελεί σε κάθε περίπτωση ζήτημα ερμηνείας, και έτσι η μέχρι τώρα πρακτική μπορεί να εκληφθεί από την Τουρκία ως μη δεσμευτικός κανόνας συμπεριφοράς (π.χ. κανόνας αβροφροσύνης). Από την άλλη, αν διαπιστωθεί ότι έχει δημιουργηθεί πράγματι εθιμικός κανόνας δικαίου, προβληματικός αλλά κρίσιμος είναι ο τρόπος που θα πρέπει να ερμηνευθεί η αλλαγή πλεύσης της Τουρκικής πλευράς. Κατά την κρατούσα άποψη, όταν ένα κράτος λειτουργεί με τρόπο ασυμβίβαστο με το διεθνές έθιμο που έχει δημιουργηθεί, το Διεθνές Δικαστήριο κρίνει ότι οι πράξεις αυτές αποτελούν παραβιάσεις του ισχύοντος κανόνα, και όχι αναγνώριση νέου (Κωνσταντίνος Σαλωνίδης, 2011).

Φαίνεται, πάντως, ότι η παρούσα στάση της Τουρκίας θυμίζει την άποψη των Goldsmith και Posner ότι η αίσθηση της νομικής υποχρέωσης είναι συχνά ένας μύθος, και ότι η πρακτική των κρατών ανάγεται κατά κύριο λόγο στα εθνικά τους συμφέροντα (Goldsmith, J. Posner, R. 2005). Συνέπεια αυτού, το διεθνές δίκαιο και η εθιμοτυπικότητα που παράγεται από αυτό κάμπτεται, με αποτέλεσμα η πεποίθηση διεθνούς νομικής υποχρεωτικότητας να είναι πάντα σχετική.

Παρά τα διδάγματα του Διεθνούς Δικαίου στην υπόθεση των δύο αξιωματικών, όπως προαναφέρθηκε, αυτοί κρατούνται μέχρι σήμερα στις φυλακές της Ανδριανούπολης, όπου καρτερικά περιμένουν να τους απαγγελθούν κατηγορίες. Στο ενδιάμεσο διάστημα, τα εγχώρια δελτία αναπαράγουν συγκεκριμένες δηλώσεις -κυρίως πολιτικών αξιωματούχων όπως του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και του Υπουργού Εξωτερικών- οι οποίοι ερμηνεύουν συχνά με διαφορετικό τρόπο το περιστατικό. Δεν είναι μάλιστα λίγες οι περιπτώσεις που οι δύο αξιωματικοί έχουν χαρακτηριστεί ως «αιχμάλωτοι» ή «όμηροι». Είναι, όμως, πράγματι τέτοιοι με βάση τις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου;

Για να θεωρηθούν αιχμάλωτοι οι δύο Έλληνες αξιωματικοί θα πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί δικαστικώς, σε διεθνές επίπεδο, ότι η Ελλάδα και η Τουρκία βρίσκονται σε καθεστώς Ένοπλης Σύρραξης, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν κατά ratione materiae οι οικείες διατάξεις του Δικαίου των Ενόπλων Συρράξεων. Τότε μονάχα οι δύο Έλληνες αξιωματικοί θα μπορέσουν να θεωρηθούν επισήμως ως μαχητές που δικαιούνται ασυλίας ως εξουσιοδοτημένοι από τα Κράτη τους να πάρουν μέρος στις εχθροπραξίες, και ως συλληφθέντες από την Τουρκική πλευρά (Μαρία –Ναντιέλλα Μαρούδα, 2011). Όλα αυτά ορίζονται εκτενώς στη Σύμβαση για τη Μεταχείριση των Αιχμαλώτων Πολέμου (1929), η οποία οριστικοποιήθηκε και συμπληρώθηκε μετά το Πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα στην Τρίτη ΣΓ’49. Απομένει, λοιπόν, να εξεταστεί κατωτέρω κατά πόσο οι δύο χώρες βρίσκονται ή όχι σε Ένοπλη Σύρραξη, για να είναι δυνατόν να αποδοθεί στους Έλληνες αξιωματικούς ο χαρακτηρισμός «αιχμάλωτοι».

Η απορία του Δημήτρη Κούκλατζη σχετικά με τα όσα συμβαίνουν στον ίδιο και στον Άγγελο Μητρετώδη έχει να κάνει με την ευρύτερα διαμορφωμένη κατάσταση στην οποία βρίσκονται τον τελευταίο καιρό οι δύο γειτονικές χώρες, και αντανακλά άμεσα τη διερώτησή του αν έχουμε εμπλακεί σε κάποιας μορφής πόλεμο. Χωρίς να αναλωθεί ο υποφαινόμενος στη συζήτηση που αφορά το ποιά από τις δύο χώρες είναι περισσότερο προκλητική και για ποιούς λόγους, είναι ευρέως φανερό ότι οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας το τελευταίο διάστημα είναι τεταμένες. Από τη μία οι διαρκείς παραβιάσεις του εναέριου και θαλάσσιου χώρου, από την άλλη η ανταλλαγή απειλητικών και ακραίως διεκδικητικών δηλώσεων μεταξύ των πολιτικών αξιωματούχων έχουν δημιουργήσει ένα ψυχροπολεμικό κλίμα ανάμεσα στις δύο χώρες – γεγονός που κατά μία έννοια ρίχνει φως στην ξαφνική μη «ανοχή» της παραβίασης των συνόρων από την πλευρά της Τουρκίας.

Υπάρχει κατάσταση πολέμου μεταξύ Ελλάδας Τουρκίας, με την κλασική έννοια του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου; Σε αυτό απαντάει ο ορισμός της Διεθνούς Επιτροπής Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΕΣ), κατά τον οποίο η ένοπλη σύρραξη αντανακλά  «κάθε διαφορά που ανακύπτει ανάμεσα σε δύο κράτη και οδηγεί στην επέμβαση μελών των ενόπλων δυνάμεων». Από την άλλη, στο Άρθρο 2 της Σύμβασης της Γενεύης (49’) ορίζεται ότι οι κανόνες του Δικαίου των ενόπλων Συρράξεων –εντός των οποίων περιλαμβάνονται και όλα όσα προβλέπονται για τους αιχμαλώτους– εφαρμόζονται μονάχα σε περίπτωση «κηρυγμένου πολέμου ή οποιασδήποτε άλλης ένοπλης σύρραξης που μπορεί να εκδηλωθεί μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών».

Αυτό αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, από τη στιγμή που δεν υπάρχει ένοπλη σύρραξη σε καμία από τις περιπτώσεις της χρόνιας τεταμένης σχέσης των δύο χωρών, ενώ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως έχουμε φτάσει ακόμα και στο επίπεδο του θερμού επεισοδίου – μίας στρατιωτικής δηλαδή εμπλοκής, μικρής σχετικά έντασης, που εκδηλώνεται συνήθως εκτονωτικά σε μία συγκεκριμένη περιοχή με συσσώρευση στρατιωτικών δυνάμεων. Πάντως, η έννοια του υβριδικού πολέμου είναι σίγουρα περισσότερο ικανή να περιγράψει την υπάρχουσα κατάσταση: Μιλάμε συνεπώς για μία σύγκρουση με κύρια όπλα τις δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας, την προπαγάνδα και τη συχνή άσκηση της πολιτικής πίεσης, όχι όμως την άμεση εμπλοκή σε μάχη με χρήση πολεμικού οπλισμού.

Επομένως, από τη στιγμή που οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών δεν μπορούν να υπαχθούν εννοιολογικά στην κατηγορία της Ένοπλης Σύρραξης, οι δηλώσεις περί αιχμαλωσίας είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση νομικά ανακριβείς. Η συλλογιστική αυτή φανερώνει ότι οι δύο Έλληνες αξιωματικοί δεν αποτελούν λάφυρα πολέμου, αφού τέτοιος δεν υφίσταται κατά την κλασική ερμηνεία, αλλά «κρατούμενοι» υπό το καθεστώς ενός νομικού συστήματος που, κατά γενική ομολογία, είναι εντελώς ξένο προς το ελληνικό. Μία περισσότερο ψύχραιμη ματιά φανερώνει ότι ο κατάλληλος προσδιορισμός για τους δύο Έλληνες αξιωματικούς είναι πράγματι ο προσδιορισμός «κρατούμενοι», λόγω παραβίασης των συνόρων. Μάλιστα, μπορεί να παραμείνουν ως τέτοιοι μέχρις ότου η Τουρκία εξαντλήσει την χρονική παράταση που της παρέχει το εγχώριο νομικό της οπλοστάσιο. Από την άλλη, ο χαρακτηρισμός της κράτησης ως ομηρίας -που φανερώνει την αναζήτηση κάποιου ανταλλάγματος- μπορεί επίσης να μην είναι άμεσα δικαιολογημένος, αντανακλά όμως το φόβο για έναν μεταγενέστερο διάλογο ανταλλαγής των δύο Ελλήνων Αξιωματικών με τους Οκτώ Τούρκους Πραξικοπηματίες, και μπορεί να αποδειχτεί μέχρι και πολιτικά διορατικός. Το ζήτημα, όμως, της ασυλίας των Οκτώ, της ετεροδικίας που πιθανώς εφαρμόζεται στην περίπτωση των Ελλήνων αξιωματικών, και των κατηγοριών περί κατασκοπίας, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας του επόμενου Άρθρου.

Πηγές:

  1. Αντωνόπουλος, Κ. (2011). Το δίκαιο της Διεθνούς Κοινωνίας. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη
  2. Μαρούδα, Μ.—Ν. (2011). Το Ανθρωπιστικό Δίκαιο των Ενόπλων Συρράξεων. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη
  3. Μαρούδα, Μ.—Ν. (2006). Η Διεθνής Ευθύνη από παραβιάσεις του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου. Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλα
  4. Σαλωνίδης, Κ. (2011). Οι πηγές του Διεθνούς Δικαίου, Εθιμικό Διεθνές Δίκαιο. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη
  5. Goldsmith, J. Posner, R. (2005). The Limits of International Law. Oxford University Press
  6. Γάγγας, Δ. (2008). Εισαγωγή στο Διεθνές Δίκαιο των Ενόπλων Συρράξεων. Αθήνα:Σιδέρης
  7. unric.org. (2017). Καταστατικός Χάρτης ΟΗΕ.
    http://www.unric.org/el/index.php?option=com_content&view=article&id=14
  8. CNNGREECE. (2016). Υβριδικός Πόλεμος. http://www.cnn.gr/news/politiki/story/26822/yvridikos-polemos
  9. Ελεύθερος Τύπος. (2018). Τι λένε στην απολογία τους οι δύο Έλληνες Αξιωματικοί. https://www.eleftherostypos.gr/diethni/224121-ti-lene-stin-apologia-toy-oi-dyo-ellines-stratiotikoi-poy-kratoyntai-stin-adrianoypoli/

 

 

Έχει περάσει αρκετός χρόνος (7 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Αυγούστου του 1995. Πτυχιούχος Νομικής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης το 2017 και μεταπτυχιακός φοιτητής Δημοσίου Δικαίου και Φιλοσοφίας του Δικαίου κατά το ακαδημαϊκό έτος 2018 - 2019 στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης Paris II Pantheon Assas . Στη διάρκεια των μαθητικών και φοιτητικών του χρόνων, συμμετείχε σε πλειάδα διεθνών συνεδρίων (ΜUN, UNESCO) τόσο στην Ελλάδα, όσο και στα πανεπιστήμια Yeditepe, Frederick και Οξφόρδης του εξωτερικού, ως delegate αρχικά και αργότερα ως Πρόεδρος επιτροπών. Το 2018 τελεί Γενικός Γραμματέας του Fredmun 2018, στη Λευκωσία. Έχει λάβει σημαντικό αριθμό βραβείων και διακρίσεων από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, της οποίας πλέον είναι το νεότερο μέλος. Είναι συγγραφέας τριών βιβλίων ποιητικού-δοκιμιακού περιεχομένου. Το 2010 η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών τον καλεί σε τιμητική εκδήλωση και του αποδίδει το πρώτο Πανελλήνιο βραβείο Λογοτεχνίας. Αρθρογραφεί για ζητήματα Διεθνούς Δικαίου στην ιστοσελίδα Power Politics από το 2016. Είναι ασκούμενος δικηγόρος Πειραιώς και έχει κάνει την πρακτική του σε Ναυτιλιακή Εταιρεία και στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας -- μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του εκπαίδευσης στο Πυροβολικό Σώμα -- στον τομέα νομικής ανάλυσης πολιτικού ρεπορτάζ σε θέματα Άμυνας και Εξωτερικής Πολιτικής.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest