Ils savent qu’ils sauvent la France mais qu’ils vont mourir!

H στρατηγική στο θέατρο επιχειρήσεων των δύο πλευρών

Η κατάσταση στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων (Δυτικό Μέτωπο) στα πρώτα δύο χρόνια του Μεγάλου Πολέμου έβρισκε τη στρατηγική θέση της Γερμανίας να σταθεροποιείται. Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Erich von Falkenhayn, διαπίστωσε όμως πως η Γερμανία δεν θα μπορούσε να κρατήσει για πολύ ακόμα, καθώς θεωρούσε ότι η οικονομία της και τα διάφορα εσωτερικά προβλήματά της, μακροπρόθεσμα, θα οδηγούσαν την αυτοκρατορία πολύ κοντά στην κατάρρευση.

Έτσι, αποφάσισε πως έπρεπε να δοθεί ένα μοιραίο χτύπημα στο Δυτικό Μέτωπο, καθώς πίστευε ότι εκεί θα κρινόταν η έκβαση του πολέμου, κι όχι στο Ανατολικό Μέτωπο, διότι δεν ανέμενε μεσοπρόθεσμη ανάκαμψη του ρώσικου στρατού μετά την ήττα που υπέστη στη μάχη του Τάννενμπεργκ. Γι’ αυτό εκτιμούσε πως ο κύριος εχθρός ήταν η Μεγάλη Βρετανία, και προτίμησε να πάρει την επιθετική πρωτοβουλία πρώτος, πριν την επίθεση των Συμμάχων. Ο σχεδιασμός του στρατηγικού του πλάνου είχε ως αξονικό στοιχείο να πείσει τη Βρετανία ότι η Γερμανία δεν μπορούσε να ηττηθεί, εξοντώνοντας το “καλύτερο σπαθί της Αγγλίας“, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε στον Κάιζερ – δηλαδή, τη Γαλλία. Με άλλα λόγια, ο πολιτικός αντικειμενικός σκοπός του Falkenhayn ήταν η συνθηκολόγηση της Μεγάλης Βρετανίας, με την εξόντωση του σημαντικότερου της συμμάχου στην ηπειρωτική Ευρώπη (Foley, 2005, σ. 188).

Ο τρόπος με τον οποίο σκόπευε να προσεγγίσει και να οργανώσει το δόγμα επίθεσης συνίστατο σε μία «επιχειρησιακή εξουθένωση» (operational attrition / Ermattungsstrategie), όπου οι στόχοι θα καταστρέφονταν από σωρευτική εφαρμογή υλικής ισχύος και υπέρτερης δύναμης πυρός. Γιατί όμως στο Verdun; Η επιλογή του βασίσθηκε στους παρακάτω λόγους:

  • Κυρίως λόγω συμβολικότητας της περιοχής της Λωραίνης, όπου οι γαλλικές δυνάμεις θα υποχρεούνταν να ενισχύσουν πάση θυσία για να μην «πέσει» σε γερμανικά χέρια. Η παγίδα αυτή εξυπηρετούσε τους γερμανούς ώστε να προσελκύσουν και να σταθεροποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες γαλλικές δυνάμεις (Ferro, 1993, σ. 160) για να τις εξοντώσουν σταδιακά, μία εμμονή του Falkenhayn που αποκρυσταλλώθηκε στη φράση «bleed the French white» (Verblutung).
  •  Η περιοχή διέθετε σιδηροδρομικές γραμμές, οι οποίες ευνοούσαν πολύ τα “logistics” – δηλαδή τη διοικητική επιμελητεία-μέριμνα, όπως για παράδειγμα τη μεταφορά των εφεδρειών και του πολεμικού υλικού. Το πλεονέκτημα των Γερμανών ήταν η χρήση των «εσωτερικών γραμμών».
  • Η γεωγραφική θέση. Το φρούριο του Verdun βρισκόταν στο κέντρο ενός τμήματος οχύρωσης το οποίο ήταν εκτεθειμένο, και μπορούσε εύκολα να προσβληθεί από το εχθρικό πυροβολικό.

 

Είναι άξιο αναφοράς το γεγονός ότι μία από τις υποθέσεις του γερμανικού επιτελείου ήταν το ενδεχόμενο οι Βρετανοί να επιχειρήσουν επίθεση σε άλλο σημείο του Μετώπου, για να ανακουφίσουν την πίεση που θα είχε ασκηθεί στο Verdun, όπως κι εν τέλει έγινε στο Somme. Η πρώτη φάση της επιχείρησης (Operation Gericht = δίκη) θα επεδίωκε την εξουδετέρωση των αμυντικών γραμμών μέσω πολλαπλών βομβαρδισμών και επιθέσεων που θα προκαλούσε μαζικές απώλειες στον εχθρό. Αν αυτό δεν γινόταν, τότε η δεύτερη φάση θα συνίστατο σε μία αποφασιστική μάχη που θα αποτελείωνε ό,τι είχε απομείνει από τις γαλλικές δυνάμεις σε Γαλλία και Βέλγιο.

Όσον αφορά τη γαλλική πλευρά, το Grand Quartier Général (Γενικό Επιτελείο) αδιαφορούσε για το Verdun, γεγονός που αποδεικνύεται από την ελλιπή επάνδρωση και τον ανεπαρκή εξοπλισμό των αμυντικών του θέσεων. Ωστόσο, τόσο ο υπεύθυνος διοικητής περιοχής Herr, όσο κι ο πολιτικός και αντισυνταγματάρχης Émile Driant ανέμεναν μία επίθεση εκεί, και ζήτησαν από τους Joffre (Αρχηγό Γενικού Επιτελείου Στρατού) και στρατηγό Gallieni (τότε Υπουργό Πολέμου) να μεριμνήσουν για την κατάσταση εκεί. Παρ’ όλα αυτά δεν πρόλαβαν.

H άμεση κλιμάκωση της μάχης

Στις 21 Φεβρουαρίου, περίπου 1.400 γερμανικά πυροβόλα για σχεδόν οκτώ ώρες βομβαρδίζουν ασταμάτητα τις γαλλικές θέσεις, καταστρέφοντας σε μία μέρα τις γραμμές επικοινωνίας και τις πρώτες γραμμές άμυνας. Ενδεικτικό της φονικότητας της γερμανικής επίθεσης είναι ότι τις πρώτες πέντε μέρες της μάχης οι γαλλικές απώλειες υπολογίζονταν περίπου στο 84% του συνόλου των γαλλικών δυνάμεων (Pedroncini, 196, p. 8). Στις 25 Φεβρουαρίου χάνεται το Fort Douaumont, η καρδιά του αμυντικού συστήματος οχυρώσεων των Γάλλων, όπου η 51η και 72η Μεραρχία έχουν υποστεί απώλειες της τάξης του 60% (Strachan, 2014, σ. 181). Σε αυτό το σημείο της κατάρρευσης, η γαλλική ηγεσία στρέφεται στον διοικητή 2ης Στρατιάς Philippe Pétain, ο οποίος, λόγω της ηγετικής του μορφής αλλά και στρατηγικής του διορατικότητας, καταφέρνει να αλλάξει και να βελτιώσει την όλη αμυντική οργάνωση των γαλλικών δυνάμεων, κυρίως με δύο κινήσεις: αφενός με τον εμποτισμό επιθετικού πνεύματος στα γαλλικά στρατεύματα, χαρακτηριστικό παράδειγμα το γνωστό: «Courage! On les aura!» (κουράγιο, τους έχουμε) και, αφετέρου, με τη δημιουργία της «Ιεράς Οδού» (Voie Sacrée), δηλαδή τη μετατροπή του δρόμου που συνδέει το Bar-Le-Duc με το Verdun σε γραμμή προμηθειών, οπλισμού και συντήρησης των δυνάμεων πρώτης γραμμής με νέες δυνάμεις, ώστε να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία των logistics και των περιστατικών λιποταξίας αντιστοίχως (Pedroncini, 196, σ. 10). Ενδεικτικά, χάρη σε αυτό το σύστημα, από τα 330 τάγματα του συνόλου σχεδόν του γαλλικού στρατού, τα 259 πέρασαν από το Verdun (Ferro, 1993, p. 164).

Οι δύο πρωταγωνιστές και προσωπικότητες που συνέδεσαν το όνομά τους με τη μάχη του Verdun. O Erich von Falkenhayn (αριστερά) και ο Philippe Pétain (δεξιά).

 Καθ’ όλη τη διάρκεια της γαλλικής άμυνας, από τον Μάρτιο μέχρι και τον Μάιο, όταν και το Μort Homme -ένα σημαντικό ύψωμα- καταλαμβάνεται από τους Γερμανούς, οι απώλειες είναι τεράστιες λόγω λανθασμένων τακτικών χειρισμών και υπολογισμών. Το γαλλικό πυροβολικό έχει εξισορροπήσει περίπου το αντίστοιχο γερμανικό, με τις απώλειες και των δύο πλευρών να αυξάνονται σημαντικά, χωρίς όμως αντίκρυσμα σε εδαφικά κέρδη. Ωστόσο το γαλλικό ηθικό αναπτερώνεται, καθώς συνειδητοποιούν ότι η γερμανική προέλαση έχει σταθεροποιηθεί, κι έτσι η γαλλική ηγεσία αντικαθιστά τον Pétain με τον Robert Nivelle, υποστηρικτή της μετωπικής επίθεσης, ώστε να περάσει στην αντεπίθεση.

Εντούτοις, το καλοκαίρι του 1916 είχε εκπλήξεις.

Από τη μία ο αναδιοργανωμένος ρωσικός στρατός, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Brusilov, ξεκίνησε στις 4 Ιουνίου την επιθετική του κίνηση, και έτρεψε σε φυγή τον στρατό της Αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας στην περιοχή της σημερινής Δυτικής Ουκρανίας, με αποτέλεσμα ο Falkenhayn να αποδεσμεύσει πολύτιμες δυνάμεις προς υποστήριξη των συμμάχων του (Strachan, 2014, σ. 185). Από την άλλη, η μάχη του Somme την 1η Ιουλίου επιβεβαίωσε τις αρχικές υποθέσεις, και θεωρητικά ικανοποιούσε πλήρως τον Falkenhayn αναφορικά με τη δεύτερη φάση της επιχείρησής του, όμως οι ισχύουσες συνθήκες ήταν εξαιρετικά δυσμενείς. Ειδικά μετά και την είσοδο της Ρουμανίας στον πόλεμο στο πλευρό της Entente στις 27 Αυγούστου του 1916, που δημιούργησε περαιτέρω προβλήματα στην Αυστρο-ουγγαρία.

Πλέον οι Κεντρικές Δυνάμεις βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Από το καλοκαίρι μέχρι τον Σεπτέμβρη έχουμε τις τελευταίες επιθετικές κινήσεις των Γερμανών, κυρίως προς κατάληψη του φρουρίου Souville, οι οποίες αποτυγχάνουν, με αποτέλεσμα ο Κάιζερ να προχωρά σε διοικητικές αλλαγές. O Falkenhayn μετατίθεται στα Καρπάθια Όρη, και πλέον αναλαμβάνουν στις 29 Αυγούστου το δίδυμο Hinderburg – Ludendorff, οι οποίοι αντικαθιστούν την αποτυχημένη «Ermattungsstrategie» με το παραδοσιακό πρωσικό προπολεμικό δόγμα «Vernichtungsstrategie», που προέβλεπε μεγάλες αποφασιστικές μάχες (Foley, 2005, σ. 258).

Επίλογος. Λήξη εχθροπραξιών Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 1916.

Προέλαση –  Τελμάτωση – Υποχώρηση. Στον πίνακα διαφαίνεται η προώθηση των γερμανικών δυνάμεων  μέχρι την αποκορύφωσή τους  τον Σεπτέμβριο. Από αυτό το σημείο ξεκινά η σταδιακή υποχώρηση τους μέχρι και τις αρχικές γραμμές επίθεσης του περασμένου Φεβρουαρίου, στα μέσα Δεκεμβρίου.

Οι αλλαγές ηγεσίας στη γερμανική διοίκηση δεν μπορούσαν να αντρέψουν το αναπόφευκτο. Οι γαλλικές αντεπιθέσεις οδήγησαν στη σταδιακή επανάκτηση των χαμένων εδαφών, όπως για παράδειγμα το Fort Douaumont, μέχρι και στις 19 Δεκεμβρίου του 1916, οπότε και λήγουν οι συγκρούσεις, με τις γερμανικές δυνάμεις τρία μόνο μίλια μπροστά από τις αρχικές τους θέσεις τον Φεβρουάριο (Chickering, 1998, σ. 70). Πρόκειται για μια μάχη που έχει στιγματίσει το συλλογικό ιστορικό ασυνείδητο των Γάλλων, μια μάχη που θυμίζει τον ηρωϊσμό και τη μαχητικότητα ενός λαού, και μιας χώρας για την οποία θυσιάστηκε κυριολεκτικά μία γενιά.

Πηγές:

  1. Chickering, R. (1998). Imperial Germany and the Great War, 1914-1918. UK: Cambridge University Press.
  2. Ferro, M. (1993). O Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918. 2η έκδοση.  μτφ.  Κατσιλιέρη Τζίνα, . Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  3. Foley, R. (2005). German Strategy and the Path to Verdun. Erich von Falkenhayn and the Development of Attrition 1870-1916. Cambridge: Cambridge University Press.
  4. Pedroncini, G. (196). La bataille de Verdun. Regards sur sa conduite par les Francais. Guerres mondiales et conflits contemporains (182), 7-15.
  5. Strachan, H. (2014). The First World War: A New History. UK: Simon & Schuster Ltd.
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (8 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Μεταπτυχιακός φοιτητής στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές του τμήματος ΔΕΠΣ του Παντείου Πανεπιστημίου. Ερευνητής στις Ομάδες Στρατιωτική Ιστορία , Στρατηγική Κουλτούρα και Cybersecurity του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων. Για λεπτομέρειες μπορείς να τον βρεις Εφημερίδα ATH όταν θα παίζει ο Eversor.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest