Θατσερισμός-Ρηγκανισμός: η στροφή της Συντηρητικής Δεξιάς στο Νεοφιλελευθερισμό

Margaret Thatcher, η αποκαλούμενη “Σιδηρά Κυρία”. Διετέλεσε Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας κατά την περίοδο 1979-1990.

Η ιδέα της ελευθερίας υπήρξε ένα από τα θεμελιώδη προσδιοριστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής πολιτικής παράδοσης και του δυτικού πολιτισμού.

Ο Νεοφιλελευθερισμός υπήρξε η κύρια έκφραση της ατομικής ελευθερίας. Ξεκίνησε από τον κλασσικό φιλελευθερισμό του John Locke, ο οποίος πρόταξε το λεγόμενο “κοινωνικό συμβόλαιο” ως αντίβαρο της κρατικής αυθαιρεσίας, και ως μέσο κατοχύρωσης των πολιτικών δικαιωμάτων. Σταδιακά, εξαπλώθηκε σε περισσότερους τομείς (όπως στον οικονομικό), με κύριο εμπνευστή της φιλελευθεροποίησης των αγορών τον γνωστό Άγγλο οικονομολόγο, Adam Smith.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εμφανίστηκε ένας σύγχρονος κληρονόμος του οικονομικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα, ο -εξίσου ριζοσπαστικός- Νεοφιλελευθερισμός. Πρόκειται για το θεωρητικό ρεύμα που προασπίζεται την ανεξαρτησία του μηχανισμού των τιμών της αγοράς, τον ελεύθερο ανταγωνισμό των επιχειρήσεων, και την ύπαρξη ενός λιτού κράτους δικαίου που θα λειτουργεί ως διαμεσολαβητής των τυχόν λειτουργικών προβλημάτων της ελεύθερης αγοράς. Βασικός πολιτικός φορέας του υπήρξε η Συντηρητική Δεξιά ή, αλλιώς, “Νέοσυντηρητική Δεξιά”, που ταυτίστηκε με την ορμητική άνοδο των Νεοφιλελεύθερων, τόσο στη Μεγάλη Βρετανία όσο και στις Η.Π.Α.

Hayek, Friedman και η γέννηση του Νεοφιλελευθερισμού στην πράξη.

Ως οικονομική θεωρία, ο Νεοφιλελευθερισμός συστηματοποιήθηκε από τους -βραβευμένους με Νόμπελ- οικονομολόγους Milton Friedman και Friedrich Hayek, μέντορα του πρώτου. Η δε οικονομική Σχολή του Σικάγο ανεδείχθη στον μεγαλύτερο ακαδημαϊκό υπέρμαχό του.

Ο στρατηγικός στόχος των δύο αυτών θεωρητικών υπήρξε η μέγιστη πραγμάτωση της ελευθερίας. Δεν αντιμετώπιζαν την ελευθερία ως μονήρες ή μονοσήμαντο ιδεώδες οικονομικής μόνο σημασίας˙ αμέσως διέκριναν την εγγενή πολυμορφία του και την άρρηκτη σχέση της οικονομικής προς την πολιτική έκφανσή του. Και για τους δύο, είναι εγγενώς αδύνατο οποιοδήποτε σύστημα οικονομικής οργάνωσης να συνδυαστεί επιτυχώς με οποιοδήποτε πολιτικό σύστημα, επειδή η σχέση πολιτικής και οικονομικής ελευθερίας είναι περίπλοκη και πολυσήμαντη.

Friedrich Hayek, οικονομολόγος της Σχολής του Σικάγο. Θεμελιωτής της οικονομικής θεωρίας του Νεοφιλελευθερισμού και βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομίας.

Έτσι, παρ’ ότι αναγνώρισαν την υψηλή αξία της, διερωτήθηκαν κατά πόσο η πολιτική ελευθερία να επιλέγει ο λαός μιας χώρας την κυβέρνησή του καθιστά τους πολίτες της αυτομάτως ελεύθερους και αυτενεργούς. Έχοντας δει εκατομμύρια ανθρώπους να ψηφίζουν και, παράλληλα, να συνεχίζουν να υπακούν στον τύραννο ή στο δικτάτορα της χώρας τους, συμπέραναν ότι το δικαίωμα αυτό ούτε ταυτίζεται, ούτε διασφαλίζει από μόνο του την ελευθερία στο σύνολό της. Κατά το Fr. Hayek, μάλιστα, η συνεχής κίνηση προς τον κρατικό οικονομικό παρεμβατισμό θα αποδεικνυόταν ένας “Δρόμος προς τη δουλεία” (όπως και τιτλοφόρησε ένα βιβλίο του), η δε ελεύθερη οικονομική οργάνωση της κοινωνίας προάγει και την πολιτική ελευθερία, επειδή ο σαφής διαχωρισμός τους επιτρέπει στη μία να αποτελεί αντίρροπη δύναμη της άλλης.

Milton Friedman, οικονομολόγος της Σχολής του Σικάγο. Βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομίας.

Εξίσου σημαντική θέση στη σκέψη των δύο βραβευμένων οικονομολόγων κατέχει η σχέση ελευθερίας-νόμων, και ο ρόλος της κυβέρνησης στην εξασφάλισή της. Για εκείνους, είναι αναγκαίο να περιοριστεί το πεδίο του κρατικού παρεμβατισμού, με αφετηρία τη δημοκρατική αρχή νομοθέτησης των κανόνων δικαίου – δηλαδή, την αξίωση καθολικής και ισότιμης συμμετοχής στη διαμόρφωση του περιεχομένου τους. Έτσι, η μοναδική παραβίαση της ελευθερίας αφορά τον εξαναγκασμό ανθρώπου από άνθρωπο. Όμως, ο εξαναγκασμός αυτός παρίσταται ως μια μάλλον προβληματική έννοια: δεν διακρίνουμε με σαφήνεια αυτό που οι άλλοι άνθρωποι υποβάλλουν σε μας, λόγω των συνεπειών που έχουν πάνω μας οι φυσικές περιστάσεις. Επομένως, η κυβέρνηση, ως μηχανισμός καταναγκασμού, είναι απαραίτητη -κατά τον M. Friedman- ως φόρουμ που καθορίζει τους “κανόνες του παιχνιδιού”-νόμους, και ως διαιτητής που τους ερμηνεύει και επιβάλλει την εφαρμογή τους. Για εκείνον, μάλιστα, η κυβέρνηση έχει τριπλή αποστολή: τη θεσμοθέτηση και την επιβολή κανόνων συμπεριφοράς (νόμων), την υπεράσπιση της εξωτερικής ανεξαρτησίας του κράτους, και τη χρηματοδότηση (μέσω των φόρων) της παροχής από τους “παίκτες” της αγοράς – δηλαδή, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις εκείνων των υπηρεσιών που, για διάφορους λόγους, δεν θα παρείχαν χωρίς την υποχρεωτική ανάθεσή τους από το κράτος – της οποίας προηγείται ο κατάλληλος επιμερισμός των αναγκαίων πόρων, κατά την εκπεφρασμένη προτίμηση των τελικών καταναλωτών-χρηστών. Για παράδειγμα, ως αντιστάθμισμα του περιορισμού της δημόσιας εκπαίδευσης, ο M. Friedman πρότεινε ένα ευφυές και πρακτικό σύστημα παροχής κουπονιών διαφόρων ποσών, με τα οποία οι γονείς των μαθητών επιλέγουν το σχολείο της αρεσκείας τους και εξοφλούν, ολοσχερώς ή μερικώς, το αντίστοιχο τίμημα των τροφείων. Έτσι, επιτυγχάνεται η πρόκληση που αντιμετωπίζει ο φιλελεύθερος θιασώτης: να συμφιλιώσει την ευρύτατη κοινωνική αλληλεξάρτηση με την ατομική ελευθερία του.

Η Margaret Thatcher και ο Ronald Reagan καθόρισαν, με τις πολιτικές επιλογές τους, τη διεθνή πολιτική σκηνή της ύστερης περιόδου της λεγόμενης εποχής του Ψυχρού Πολέμου, και εφάρμοσαν στην πράξη αυτές τις θεωρίες.

Milton Friedman, Margaret Thatcher, Ronald Reagan: οι τρεις βασικοί υπέρμαχοι του Νεοφιλελευθερισμού.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι Η.Π.Α. βρίσκονταν σε οικονομικό τέλμα: άνοδος του πληθωρισμού, πολύ χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, αύξηση της ανεργίας, υπερφορολόγηση και άνοδος θρησκευτικών υπερσυντηρητικών ομάδων – ιδίως των Ευαγγελιστών. Η προεκλογική εκστρατεία του R.Reagan βασίστηκε σε αυτά τα δεδομένα, αντιστρέφοντάς τα και προτείνοντας μείωση της φορολογίας και συντηρητική στροφή της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Εφαρμόζοντας τις αρχές του Νεοφιλελευθερισμού, ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος των Η.Π.Α., R.Reagan, θεσμοθέτησε την κατάργηση των ελέγχων των τιμών των προϊόντων, τη διευκόλυνση της πρόσβασης νέων και ανειδίκευτων εργατών στην αγορά εργασίας, την ελαχιστοποίηση του κρατικού παρεμβατισμού, τις περικοπές των κοινωνικών προγραμμάτων και την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Αυτό το μείγμα επιτυχημένης νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, με έντονα συντηρητικά στοιχεία, γέννησε τον όρο “Reaganomics”.

Βράβευση του Milton Friedman από τον Πρόεδρο των Η.Π.Α., Ronald Reagan, για το Νόμπελ Οικονομίας.

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού Ωκεανού, ξεκινά, κατά το έτος 1974, η σύγχρονη ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας – όπως, χαρακτηριστικά, γράφει στη Βρετανική εφημερίδα Guardian ο Hugo Jung, κορυφαίος Βρετανός πολιτικός αναλυτής της εποχής. Ήταν η χρονιά που έπεσε η συντηρητική κυβέρνηση του Edward Heath, μετά από πρόωρες εκλογές στις οποίες ο ίδιος προσέφυγε, και στη θέση του ηγέτη του κόμματος των Συντηρητικών ανήλθε η Margaret Thatcher. Επρόκειτο για μια περίοδο κατά την οποία το Α.Ε.Π. της Μεγάλης Βρετανίας είχε πέσει κατακόρυφα, ο πληθωρισμός είχε εκτοξευθεί στο 17%, τα εργατικά συνδικάτα έκαναν επ’ αόριστον απεργίες, και η χώρα αποτάνθηκε, για πρώτη φορά, στο Δ.Ν.Τ., για να βάλει φραγμό στην οικονομική κατάρρευσή της, και τάξη στο αντιπαραγωγικό οικονομικό σύστημά της – στο οποίο οφειλόταν το προσωνύμιο “Άγγλος ασθενής”.

Πέντε χρόνια αργότερα, κατά το έτος 1979, η Margaret Thatcher αναλαμβάνει την πρωθυπουργία. Είχε έρθει η ιστορική στιγμή για ένα νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, το οποίο θα ανέτρεπε ριζικά τη μέχρι τότε φιλοσοσιαλιστική συμπεριφορά της Βρετανικής κοινωνίας.

Καθ’ όλη τη δωδεκαετή πρωθυπουργία της, η M. Thatcher ανήγαγε το “Σύνταγμα της Ελευθερίας” του Fr. Hayek σε προσωπικό της Ευαγγέλιο. Αντί να “χαϊδέψει” τους εργαζομένους και να “στρουθοκαμηλίσει”, αναβάλλοντας τις λύσεις για αργότερα, όπως έκαναν όλοι οι προκάτοχοί της, έβαλε βαθιά το μαχαίρι στην πληγή με μια μέθοδο-ηλεκτροσόκ: άφησε τη Βρετανική βιομηχανία να κολυμπήσει στα βαθιά νερά της διεθνούς οικονομικής ύφεσης χωρίς το σωσίβιο των κρατικών επιχορηγήσεων, κατάργησε τους ελέγχους συναλλάγματος και τιμών, και περιόρισε σημαντικά τις υπερεξουσίες των εργατικών συνδικάτων που, ως τότε, είχαν τη δύναμη να ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις και να επιβάλλουν πολιτικές. Μάλιστα, κατά το έτος 1983, η νίκη της Μεγάλης Βρετανίας εναντίον της Αργεντινής -στον πόλεμο επανάκτησης της Βρετανικής αποικίας των Falkland Islands- εκτόξευσε τη δημοτικότητά της στα ύψη, καθιερώνοντάς την ως την πιο ισχυρή ηγετική Ευρωπαϊκή προσωπικότητα της εποχής της. Χάρη στη δημοφιλία της, προέβη, κατά τη δεύτερη πρωθυπουργική τετραετή θητεία της, σε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις (η ίδια προτιμούσε τον όρο “αποκρατικοποιήσεις”), όπως της British Telecom, της British Gas και της British Airways, που ώθησαν την οικονομία σε αυτόνομη και υγιή ανάπτυξη. Η ανεπίδεκτη εκβιασμών πολιτική στάση της και η καθολική στρατηγική αντίληψή της γέννησαν τον όρο “Θατσερισμός”, και της προσέδωσαν το προσωνύμιο “Σιδηρά Κυρία”. Παράλληλα, τουλάχιστον μέχρι το έτος 1983, η M. Thatcher επεχείρησε να εφαρμόσει ένα είδος “λαϊκού καπιταλισμού”, πουλώντας στους μέχρι τότε ενοίκους τους τις επονομαζόμενες κοινοτικές κατοικίες. Η πολιτική της ριζοσπαστικοποιήθηκε πλήρως κατά την τρίτη πρωθυπουργική τετραετία της, οπότε εφήρμοσε το λεγόμενο “κοινωνικό Θατσερισμό”, θέλοντας να καταργήσει πλήρως το δημόσιο κράτος πρόνοιας. Αυτό υπήρξε το μοιραίο λάθος της, διότι υποτίμησε την ψυχολογική αξία του συστήματος δημοσίας ασφάλισης και υγείας σε έναν υφεσιακό κόσμο, και τη θεματοφυλακή του από το εκλογικό σώμα που το είχε δημιουργήσει και χρηματοδοτήσει.

Ωστόσο, μεταξύ θεωρίας του Fr. Hayek και πράξης της M. Thatcher μεσολαβεί το εξής παράδοξο: την ίδια στιγμή που ο Fr. Hayek, ωσεί προφήτης της Ο.Ν.Ε. και του Μάαστριχτ, είχε προαναγγείλει, νωρίτερα από τον καθένα, ότι μια ενιαία Ευρωπαϊκή νομισματική αρχή, κείμενη υπεράνω των αντίστοιχων εθνικών, θα σήμαινε λιγότερο κράτος και λιγότερο παρεμβατισμό, η M. Thatcher παρέμεινε, καθ’ όλη την πολιτική της διαδρομή, Ευρωσκεπτικίστρια – ίσως διότι ήταν ιδεολογικώς αντίθετη στη μείωση της Βρετανικής εθνικής οικονομικής κυριαρχίας, αλλά και διότι τυχόν φιλοευρωπαϊκή στάση θα υποθήκευε τη διαχρονική συμπόρευση της Μεγάλης Βρετανίας με τις Η.Π.Α. σε θέματα εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής.

Ο Πρόεδρος της Αμερικής, Ronald Reagan, και η Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Margaret Thatcher. Σύμμαχοι κατά την εφαρμογή της οικονομικής θεωρίας του Νεοφιλελευθερισμού και αναδιαμορφωτές της Νέας Δεξιάς.

Απόρροια αυτού του Ευρωσκεπτικισμού υπήρξε η αύξηση των αμυντικών δαπανών. Σε αυτό, μάλιστα, συνέπιπτε η πολιτική των M. Thatcher και R. Reagan, όπως και στην ηχηρή διαμάχη τους με τα εργατικά συνδικάτα. Την ίδια περίοδο που ο R. Reagan κρατούσε ανυποχώρητη στάση έναντι των απεργών εναέριας κυκλοφορίας, η M. Thatcher υπήρξε αμείλικτη στη σύγκρουσή της με τους -παντοδύναμους, ακόμα, τότε- ανθρακωρύχους, έχοντας συγκεντρώσει μεγάλα αποθέματα κάρβουνου, ώστε να αντέξει την ενεργειακή πίεση μιας πιθανής μακρόχρονης απεργίας τους.

Η σκληρή νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική των R. Reagan και M. Thatcher τελικά απέδωσε καρπούς. Βασισμένη στην ιδιωτική πρωτοβουλία, και απαλλαγμένη από τον κρατικό έλεγχο, η οικονομία των Η.Π.Α. γνώρισε εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι διατηρήθηκαν μέχρι και τη δεκαετία του 1990, και νέους οικονομικούς τομείς και καινοτόμες τεχνολογίες, που προκάλεσαν αύξηση των θέσεων εργασίας και μεγάλη οικονομική άνθηση της μεσαίας τάξης. Ακόμα και οι αμυντικές δαπάνες, παρ’ ότι αύξησαν το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, δημιούργησαν βιομηχανική ανάπτυξη και κατέστησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες μοναδική πολεμική υπερδύναμη.

Σε αντίθεση με τις Η.Π.Α., που είχαν από χρόνια εμπεδωμένη και εκλαϊκευμένη καπιταλιστική συνείδηση, η Μεγάλη Βρετανία, που μαστιζόταν επί δεκαετίες από μια άκρως παρεμβατική λογική ενός κράτους-ομπρέλας, άργησε να δει θετικά αποτελέσματα. Το άνοιγμα της Βρετανικής οικονομίας στον ελεύθερο ανταγωνισμό, και ο περιορισμός των συνδικαλιστικών αντιδράσεων στο ελάχιστο, ταρακούνησε σε τέτοιο βαθμό την -έως τότε απαρχαιωμένη και υφεσιακή- Βρετανική βιομηχανία και την -έως τότε νωχελική και παρακμάζουσα- Βρετανική κοινωνία, που άνοιξε ο δρόμος για νέες, πιο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, ικανές να παράγουν πλούτο για όλους, και να δημιουργήσουν αυξανόμενη απασχόληση για τις μελλοντικές γενιές.

Εξαιτίας, κυρίως, των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων, η Βρετανίδα Πρωθυπουργός προσωποποίησε το ρεύμα του Νεοφιλελευθερισμού πολύ περισσότερο από τον R. Reagan. Ως παλιός ηθοποιός του Hollywood, ο R. Reagan υπήρξε πιο πραγματιστής, και στάθηκε ιδιαίτερα προσεκτικός στο να μη θίξει το κράτος πρόνοιας, μειώνοντας ελάχιστα τις δημόσιες δαπάνες, ως ποσοστό του Α.Ε.Π. Έτσι, αν και συσσώρευσε μεγάλα ελλείμματα στις πλάτες τους, οι Αμερικανοί τον ανέδειξαν, μετά το θάνατό του, ως έναν εκ των δημοφιλέστερων Προέδρων των Η.Π.Α. Αντιθέτως, η “Σιδηρά Κυρία”, παρ’ ότι άφησε πίσω της γερά θεμέλια στην οικονομία, που αντέχουν μέχρι σήμερα, παραμένει στη Μεγάλη Βρετανία, παρά την αναγνώριση του έργου της, μία από τις πιο αντιπαθητικές και διχαστικές προσωπικότητες.

Είναι βέβαιο ότι οι M. Thatcher και R. Reagan προκάλεσαν μια εντυπωσιακή στροφή παγκοσμίως υπέρ της οικονομίας της αγοράς. Εξίσου βέβαιο, όμως, είναι ότι, μετά το κλείσιμο του ιστορικού κύκλου τους, έννοιες όπως Θατσερισμός-Ρηγκανισμός και Νεοφιλελευθερισμός απέκτησαν μια αίσθηση ακρότητας, που δεν έχει θέση πλέον σε μια εποχή πραγματισμού όπως η σύγχρονη, στην οποία ζητούμενο είναι, αντί της εξεύρεσης μιας καθαρής ιδεολογίας (οικονομικής ή πολιτικής), ο δημιουργικός συγκερασμός των ιδεολογιών, ενόψει διαμόρφωσης αποτελεσματικών κυβερνητικών προγραμμάτων ευρείας εκλογικής συναίνεσης.

Πηγές:

  1. Χάγιεκ, Φ.Α. (2008) Το Σύνταγμα της ελευθερίας. Edited by Γ. Αρχόντας. 1st edn. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
  2. Hayek, F.A. and the Institute of Economic Affairs (1973) Economic freedom. 3rd edn. London: Published for the Wincott Foundation by the Institute of Economic Affairs. pp.383-399.
  3. Nell, E.J. (ed.) (2009) Free market conservatism: A critique of theory and practice. London, United Kingdom: Routledge. pp. 162-200.
  4. Φρίντμαν, Μ. (2012) Καπιταλισμός και ελευθερία. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδόπουλος.
  5. Gray, J. (1998) Hayek on liberty. 3rd edn. London: Taylor & Francis. pp. 79-89.
  6. Περλικός, Φ. (2011) Κατανοώντας την ελευθερία. Αθήνα: Εκδόσεις Πύλες. pp.47-52.
  7. Λούλης, Γ. (2007) Πολιτική Κυριαρχία: Πώς κερδίζεται και Πώς χάνεται. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνης. pp.53-79.
  8. Αγγελίδης, Μ. and Ψυχοπαίδης, Κ. (1996) Κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής. Εκδόσεις Εξάντας. pp.341-375.
  9. Μακρής, Σ. (2008) Ισχύς και ελευθερία. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. pp.153-163.
  10. Μακρής, Σ. (2007) Φιλελευθερισμός. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. pp.197-274.
  11. Εμμανουηλιδης, Ε. (2012) Ο Ρηγκανισμός στις Η.Π.Α., Ιστορικά Θέματα, 110. pp. 95–100.
  12. Κιτρομηλίδης, Π. (2015) Έννοιες της ελευθερίας. Available at: http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=687960 (Accessed: 16 January 2017).
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (12 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Φοιτήτρια Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονικής. Συμμετοχή σε διάφορες προσομοιώσεις θεσμών των Ηνωμένων Εθνών με σημαντικές διακρίσεις. Μέλος της ELSA Θεσσαλονίκη με συμμετοχές σε διάφορες διοργανώσεις της. Ερωτευμένη με την διεθνή ιστορία και με την αλληλεξαρτηση της με την σύγχρονη πολιτική αρενα. Ενασχόληση με την εκμάθηση της ρωσικής γλώσσας. Λάτρης των ταξιδιών και της διεύρυνσης των πνευματικων-πολιτιστικών οριζόντων. Προσωπικό moto: If you set out to be liked you will accomplish nothing. Margaret Thatcher

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest