Ιράκ 2003: Ένας «πόλεμος αμφισβητούμενης νομιμότητας»

Μπορεί να έχουν περάσει 14 χρόνια από την επέμβαση και κατάληψη του Ιράκ από τις Η.Π.Α. και τη Μεγάλη Βρετανία, ωστόσο το γεγονός αυτό αποτέλεσε ένα από τα πιο κρίσιμα διεθνή ζητήματα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας κατά το μεγαλύτερο μέρος της προηγούμενης δεκαετίας. Η πρόθεση των Η.Π.Α. να προχωρήσουν στην επέμβαση, χωρίς έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από την πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου, και έθεσε το ερώτημα αν εν τέλει ο πόλεμος ήταν νόμιμος βάσει του διεθνούς δικαίου. Πώς και γιατί, όμως, προκλήθηκε ο πόλεμος του Ιράκ;

Το ιστορικό της επέμβασης

Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 σηματοδότησε μια νέα εποχή για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, καθώς το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους έφερε το θέμα της τρομοκρατίας στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας των Η.Π.Α., και οδήγησε στη χάραξη της Νέας Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας το 2002 (Χειλά, 2013). Στόχος ήταν η καταπολέμηση της τρομοκρατίας εντός και εκτός των συνόρων, καθώς και η υπεράσπιση των αμερικανικών αξιών, ενώ η Κυβέρνηση χρησιμοποίησε τον λεγόμενο «προληπτικό πόλεμο». Σύμφωνα με την αντίληψη Αμερικανών αξιωματούχων της προεδρίας Bush, το Ιράκ, η Βόρεια Κορέα και το Ιράν ανήκαν στον «άξονα του κακού» (axis of evil), επειδή υποστήριζαν την τρομοκρατία, και επιθυμούσαν να αποκτήσουν όπλα μαζικής καταστροφής, συνιστώντας με αυτό τον τρόπο απειλή τόσο για τις Η.Π.Α. όσο και για την παγκόσμια ασφάλεια (Borger, 2002). Υπό το πρίσμα αυτό, ο Bush θεωρούσε επιτακτική την ανάγκη για επέμβαση ως απάντηση σε μια προδιαγεγραμμένη απειλή, προερχόμενη είτε από επικίνδυνα καθεστώτα -ικανά να απειλήσουν με τα πιο καταστροφικά όπλα-, είτε από μη κρατικούς δρώντες (τρομοκράτες), πριν να είναι αργά (Χειλά, 2013).

Παράλληλα, η εισβολή στο Ιράκ βασίστηκε στην ανάγκη επιβολής των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι οποίες καλούσαν το εν λόγω κράτος να συμμορφωθεί με προγενέστερα αιτήματα περί αφοπλισμού και επίβλεψης του πυρηνικού του οπλοστασίου. Πιο συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1991 το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε την Απόφαση 687, η οποία επέβαλε έναν μακρύ κατάλογο υποχρεώσεων για το Ιράκ, συμπεριλαμβανομένων αρκετών αναφορικά με τον αφοπλισμό. Προς τον σκοπό αυτό, το Ιράκ έπρεπε να καταστρέψει όπλα μαζικής καταστροφής που πιθανώς κατείχε, και να συνεργαστεί με την Ειδική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών (UNSCOM), προκειμένου να διενεργηθεί επιθεώρηση του πυρηνικού του προγράμματος. Ωστόσο, κατά τα επόμενα χρόνια, η επίμονη άρνηση του ηγέτη του Ιράκ, Saddam Houssein, να αποδεχθεί τους όρους της εν λόγω απόφασης οδήγησε το Συμβούλιο Ασφαλείας στην καταδίκη -με μια σειρά Ψηφισμάτων- της στάσης αυτής, κάνοντας λόγο για παραβιάσεις των αιτημάτων της Αποφάσεως 687, και προειδοποιώντας για «σοβαρότατες συνέπειες», αν το κράτος δεν συμμορφωθεί.

Παρά τις προσπάθειες του Συμβουλίου, το 1998 το καθεστώς του Saddam Hussein έδιωξε τους επιθεωρητές, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι επεδίωκε να αναβιώσει προγράμματα ανάπτυξης βιομηχανικών και πυρηνικών εξοπλισμών. Κατά τα επόμενα τέσσερα χρόνια, το Ιράκ αρνήθηκε οποιαδήποτε ενέργεια παρέμβασης της διεθνούς κοινότητας, αυξάνοντας περαιτέρω τις υποψίες (Παπασωτηρίου, 2008). Η άρνηση αυτή ανάγκασε το Συμβούλιο Ασφαλείας να προβεί το 2002 στην υιοθέτηση της Απόφασης 1441, η οποία -σύμφωνα με τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών Colin Pοwell- «ήταν η τελευταία ευκαιρία για το Ιράκ να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις περί αφοπλισμού, αφού διαφορετικά θα αντιμετώπιζε σοβαρές συνέπειες». Το Ιράκ, όμως, για ακόμη μια φορά, δεν συμμορφώθηκε πλήρως με τους όρους, με αποτέλεσμα οι Η.Π.Α. και η Μεγάλη Βρετανία να ζητήσουν από το Συμβούλιο μια νέα Απόφαση η οποία θα εξουσιοδοτούσε τη χρήση βίας εναντίον του. Αντίθετα, η πλειοψηφία των κρατών-μελών του Συμβουλίου δεν συναινούσε με τη χρήση βίας, και επιθυμούσε την ειρηνική επίλυση. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, δημιουργήθηκε η γνωστή «συμμαχία των προθύμων» υπό την ηγεσία των Η.Π.Α. και της Μεγάλης Βρετανίας και, κατ’επέκταση, δρομολογήθηκε η μονομερής επέμβαση στις 19 Μαρτίου 2003.

Ήταν νόμιμη η επέμβαση;

Ο Πρόεδρος των Η.Π.Α., George Bush, ανακοινώνει τηλεοπτικά την έναρξη του πολέμου ανάμεσα στην Αμερική και στο Ιράκ από το Γραφείο του, στις 19 Μαρτίου 2003.

Αρχικά, η απαγόρευση χρήσης βίας συνιστά θεμελιώδη κανόνα του διεθνούς δικαίου, καθώς, σύμφωνα με το Άρθρο 2(4) του Χάρτη του Ο.Η.Ε., τα κράτη καλούνται να απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας που εκδηλώνεται εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας. Η προσφυγή σε ένοπλη βία είναι -κατ’ εξαίρεση- επιτρεπτή σε δυο μόνο περιπτώσεις. Η πρώτη αφορά στην ατομική ή συλλογική άμυνα που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 51 του Χάρτη, και αναγνωρίζει το «φυσικό δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας, σε περίπτωση που ένα κράτος δέχεται επίθεση», και η δεύτερη στην εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας βάσει του Άρθρου 39 του Κεφαλαίου VII. Στο εν λόγω άρθρο ορίζεται ότι το Συμβούλιο «θα αποφαίνεται αν υπάρχει απειλή για την ειρήνη ή επιθετική ενέργεια, και θα κάνει συστάσεις, ή θα αποφασίζει ποια μέτρα θα λαμβάνονται για να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια».

Το δικαίωμα της αυτοάμυνας ισχύει μόνο όταν έχει ήδη πραγματοποιηθεί ή είναι επικείμενη η επίθεση του εχθρού. Ακόμη και αν ένα κράτος θεωρήσει ότι απειλείται από ένα άλλο, υποχρεούται να καλέσει το Συμβούλιο Ασφαλείας – το μόνο όργανο που είναι εξουσιοδοτημένο να νομιμοποιεί τη στρατιωτική δράση (Schwarz, 2003). Το Ιράκ είχε μεν εισβάλει στο Ιράν και στο Kuwait το 1980 και το 1990 αντίστοιχα, δεν είχε, όμως, επιτεθεί ούτε στις Η.Π.Α. ούτε στους συμμάχους τους. Ο Bush και ο τότε Βρετανός Πρωθυπουργός Tony Blair δεν επεσήμαναν πληροφορίες που υποδείκνυαν επικείμενη απειλή. Αντιθέτως, είχαν στηρίξει τα επιχειρήματά τους κυρίως στον φόβο μιας μελλοντικής -άμεσης ή έμμεσης- χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής από τον Saddam Houssein. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο διοικητής των επιθεωρητών του Ο.Η.Ε., Hans Blix, κλήθηκε να αναζητήσει, να καταγράψει και, στη συνέχεια, να καταστρέψει όπλα μαζικής καταστροφής. Ο ίδιος δήλωσε στις εκθέσεις ότι δεν βρέθηκαν τέτοιου είδους όπλα και, συνεπώς, δεν υπήρχαν στοιχεία που να υποστηρίζουν τις παραπάνω υποψίες. Ωστόσο, Αμερικανός Υπουργός Άμυνας, Donald Rumsfeld, απέρριψε τις εκθέσεις του Blix, υποστηρίζοντας ότι: «η απουσία αποδεικτικών στοιχείων δεν αποτελεί ένδειξη μη ύπαρξης» (Blix, 2013). Επιπλέον, ο Colin Powell επεσήμανε τον κίνδυνο που θέτει η Κυβέρνηση του Saddam για τις Η.Π.Α. και για τους συμμάχους τους, υποστηρίζοντας -χωρίς απτά στοιχεία- ότι τα όπλα του Ιράκ μπορούν να συνδεθούν με τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Al-Qaeda. Με βάση τα παραπάνω, η Διεθνής Επιτροπή Δικαστών (International Commission of Jurists) στη Γενεύη κατέληξε ότι οι Η.Π.Α. προέβησαν σε κατάφωρη παραβίαση της απαγόρευσης της χρήσης βίας, καθώς η εισβολή τους στο Ιράκ δεν πληρούσε καμία από τις δύο προϋποθέσεις βάσει του Κεφαλαίου VII. Τα επιχειρήματα που προέβαλε η αμερικανική Κυβέρνηση θεωρήθηκαν ανεπαρκή, και σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογούν την επέμβαση ως νόμιμη (Schwarz, 2003).

Ο Υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α., Colin Powell, κρατάει ένα φιαλίδιο το οποίο ισχυρίζεται ότι μπορεί να περιέχει άνθρακα, καθώς παρουσιάζει στοιχεία για τα υποτιθέμενα οπλικά προγράμματα του Ιράκ στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, στις 5 Φεβρουαρίου 2003.

Εν συνεχεία, ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας της Μεγάλης Βρετανίας, Lord Goldsmith, δήλωσε ότι η εξουσία χρήσης βίας κατά του Ιράκ προέκυψε από το συνδυαστικό αποτέλεσμα των Αποφάσεων 678, 687 και 1441 του Συμβουλίου (Jeffery, 2005). Αυτές οι αποφάσεις εγκρίθηκαν βάσει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο επιτρέπει τη χρήση βίας με ρητό σκοπό την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή. Ειδικότερα, η Απόφαση 678, που υιοθετήθηκε το 1990, προέβλεπε τη ρητή εξουσιοδότηση για χρήση βίας ως απάντηση στην εισβολή και κατοχή του Κουβέιτ από το Ιράκ. Η απόφαση εξουσιοδότησε τα κράτη να «χρησιμοποιήσουν όλα τα απαραίτητα μέσα για να εφαρμόσουν την Απόφαση 660, που απαιτούσε την αποχώρηση του Ιράκ από το Κουβέιτ, καθώς και τις μεταγενέστερες αποφάσεις». Έτσι ισχυρίστηκαν ότι, επειδή το Ιράκ δεν συμμορφώθηκε με την επόμενη σχετική Απόφαση -δηλαδή την 687-, η οποία απαίτησε από αυτό να αφοπλιστεί και να συνεργαστεί με τους επιθεωρητές, τα κράτη εξακολουθούν να έχουν επαρκή νομική εξουσία χρήσης βίας εναντίον του. Επιπρόσθετα, η Κυβέρνηση Bush δήλωσε ότι η Απόφαση 687 αναστέλλεται, και δεν τερματίζεται η χρήση βίας με την Απόφαση 678 (Jeffery, 2005). H παραπάνω άποψη, όμως, δεν έχει επαρκή νομική βάση για τη δικαιολόγηση της χρήσης βίας, ενώ, σε τελική ανάλυση, ακόμη και αν η Απόφαση 678 επέτρεπε τη χρήση βίας, δεν παρέχει σε καμία περίπτωση εξουσία για αλλαγή καθεστώτος (Happold, 2003).

Στις 9 Απριλίου 2003, ένας Αμερικανός πεζοναύτης καλύπτει με την αμερικανική σημαία ένα άγαλμα που απεικονίζει το πρόσωπο του Ιρακινού Προέδρου Saddam Houssein.

Τέλος, η Απόφαση 1441 διαπίστωσε -μεταξύ άλλων- ότι το Ιράκ παραβιάζει τους όρους των δύο προαναφερθέντων αποφάσεων σχετικά με τον αφοπλισμό, και γι’ αυτό απειλούσε το κράτος με «σοβαρές συνέπειες». Αυτή η διατύπωση -σύμφωνα με τον Διευθυντή του Ινστιτούτου για το Διεθνές Δίκαιο, Rüdiger Wolfrum- είναι υπερβολικά ασαφής για να δικαιολογήσει τη χρήση βίας, και εναπόκειται μόνο στο ίδιο το Συμβούλιο -και όχι σε μεμονωμένα κράτη- να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα επιβληθούν οι Αποφάσεις (Schwarz, 2003). Στη συνέχεια, η Απόφαση διευκρινίζει ότι το Συμβούλιο πρέπει να συναντηθεί για να συζητήσει τον τρόπο αντιμετώπισης της μη συμμόρφωσης, ενώ δεν γίνεται σαφές αν θα πρέπει να εγκριθεί άλλη απόφαση, ή αν τα μέλη μπορούν να ενεργήσουν από μόνα τους. Η Γαλλία και άλλες χώρες του Συμβουλίου ισχυρίστηκαν ότι οι δηλώσεις ήταν ανεπαρκείς, και θα έπρεπε πρώτα να εξαντληθούν οι προσπάθειες αφοπλισμού από τους επιθεωρητές του Ο.Η.Ε. ενώ, σε περίπτωση αποτυχίας, το Συμβούλιο θα εξέταζε πιθανές λύσεις – συμπεριλαμβανομένης της χρήσης βίας (Happold, 2003). Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι υπήρξαν μονομερείς και κατά το δοκούν ερμηνείες των αποφάσεων από τις Η.Π.Α. και τη Μεγάλη Βρετανία, γεγονός που δεν μπορεί να δικαιολογήσει τα παραπάνω επιχειρήματά τους ως νομιμοποιητική βάση.

Ζητήματα διεθνοπολιτικού χαρακτήρα

Η μονομερής επέμβαση στο Ιράκ ήγειρε ζητήματα τόσο δικαιϊκού όσο και διεθνοπολιτικού χαρακτήρα. Εκ των υστέρων φάνηκε ότι το Ιράκ δεν διέθετε προγράμματα κατασκευής όπλων μαζικής καταστροφής, με αποτέλεσμα η ρητορική του «προληπτικού πολέμου» να αντικατασταθεί με το επιχείρημα του εκδημοκρατισμού της χώρας. Προβλεπόταν, λοιπόν, το γκρέμισμα όλου του παλιού κρατικού μηχανισμού κατά την επαύριον της επέμβασης, και η αντικατάστασή του από ένα καινούριο, πλήρως ελεγχόμενο σύστημα. Η «εδραίωση κράτους» (state-building) θεωρήθηκε αδήριτη ανάγκη όχι μόνο για την ασφάλεια των Η.Π.Α., αλλά και για την εσωτερική ασφάλεια του Ιράκ, καθώς και για την περιφερειακή ειρήνη (Χειλά, 2013). Παρ’ όλα αυτά, η εσωτερική σταθερότητα της χώρας στη μετά-Saddam εποχή παρέμεινε ένα δύσκολο εγχείρημα, και είχε, μάλιστα, το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, διότι υπήρξε αποσταθεροποίηση όχι μόνο του εν λόγω κράτους, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι άμεση συνέπεια της κατάστασης αυτής ήταν η άνοδος του Ισλαμικού Κράτους (ISIS). Έτσι, μετά την εισβολή, το Ιράκ έγινε μαγνήτης των τζιχαντιστών που άνθησαν στο κενό και στην αποσταθεροποίηση που υπήρχε μετά την ανατροπή της Κυβέρνησης της χώρας (Hussain, 2015).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική δράση των Η.Π.Α., χωρίς την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές της διεθνούς κοινότητας -όπως η κρατική κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα-, διαβρώνοντας με αυτό τον τρόπο τις αξίες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η διακρατική τάξη από τη Βεστφαλία και μετά. Προκειμένου οι Η.Π.Α. να νομιμοποιήσουν τον «προληπτικό πόλεμο», προσέδωσαν σε αυτόν μια ηθική διάσταση, σαν να επρόκειτο για έναν αγώνα καλών έναντι κακών (Χειλά, 2013). Ο ίδιος ο Bush, σε ομιλία του το 2002, τόνισε χαρακτηριστικά: «Είμαστε σε σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και στο κακό…, και θα ηγηθούμε διεθνώς για να αντικρούσουμε το κακό». Η παραβίαση αυτή των κανόνων του διεθνούς δικαίου, ακόμη και αν επρόκειτο για την τιμωρία ενός επικίνδυνου καθεστώτος και ενός καταπιεστικού ηγέτη, δημιούργησε επικίνδυνο προηγούμενο. Τέθηκε, λοιπόν, το ερώτημα αναφορικά με το κατά πόσο η απόλυτη και αποκλειστική κυριαρχία των κρατών υποχωρεί εν ονόματι της προάσπισης της ειρήνης και της διατήρησης της ασφάλειας.

Συμπέρασμα

Συνοπτικά, τα αίτια που προβλήθηκαν από τις Η.Π.Α. δεν ήταν παρά προσχήματα που διαψεύστηκαν μετά το τέλος του πολέμου. Οι Κυβερνήσεις Bush και Blair, προκειμένου να δικαιολογήσουν την επέμβαση, επικεντρώθηκαν τόσο στην ερμηνεία των τριών Αποφάσεων-Ψηφισμάτων που αναλύθηκαν παραπάνω, όσο και σε έναν κώδικα αξιών περί προώθησης της δημοκρατίας και καταπολέμησης της τρομοκρατίας, με αποτέλεσμα να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της επίθεσης. Η πρόωρη εισβολή, χωρίς προηγουμένως να έχουν εξεταστεί μέχρι τέλους οι εναλλακτικές επιλογές σε διπλωματικό επίπεδο, οδήγησε σε ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα που είχε ολέθριες συνέπειες για την ίδια τη χώρα, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή, οι οποίες διαφαίνονται ακόμη και σήμερα.

Πηγές:

  1. Χειλά, Ε. (2013). Οι διεθνείς συγκρούσεις στον 21ο αιώνα. Βάρη Αττικής: ΠΟΙΟΤΗΤΑ.
  2. Παπασωτηρίου, X. (2008). Η διεθνής πολιτική στον 21ο αιώνα. Αθήνα: ΠΟΙΟΤΗΤΑ
  3. Jeffery, S. (2005). Lord Goldsmith’s legal advice and the Iraq war. [online] the Guardian. Available at: https://www.theguardian.com/world/2005/apr/27/iraq.iraq2 [Accessed 20 Jul. 2017].
  4. Fuller, J. (2014). The 4th best State of the Union address: “Axis of evil”. [online] Washington Post. Available at: https://www.washingtonpost.com/news/the-fix/wp/2014/01/25/the-4th-best-state-of-the-union-address-axis-of-evil/?utm_term=.6d04ec20b129 [Accessed 20 Jul. 2017].
  5. MacAskill, E. and Borger, J. (2004). Iraq war was illegal and breached UN charter, says Annan. [online] the Guardian. Available at: https://www.theguardian.com/world/2004/sep/16/iraq.iraq [Accessed 20 Jul. 2017].
  6. Happold, M. (2003). The legal case for war with Iraq. [online] the Guardian. Available at: https://www.theguardian.com/world/2003/mar/13/qanda.politics [Accessed 20 Jul. 2017].
  7. Taylor, Ρ. (n.d.). International Law – War in Iraq – United Nations – Iraq. [online] Available at: http://www.worldpress.org/specials/iraq/ [Accessed 20 Jul. 2017].
  8. Schwarz, P. (2003). International legal experts regard Iraq war as illegal. [online] Wsws.org. Available at: http://www.wsws.org/en/articles/2003/03/ilaw-m26.html [Accessed 20 Jul. 2017].
  9. Dorf, M. (2003). Is the War on Iraq Lawful?. [online] Findlaw. Available at: http://supreme.findlaw.com/legal-commentary/is-the-war-on-iraq-lawful.html [Accessed 20 Jul. 2017].
  10. Hussain, D. (2015). ISIS: The “unintended consequences” of the US-led war on Iraq  [online] Foreign Policy Journal. Available at: https://www.foreignpolicyjournal.com/2015/03/23/isis-the-unintended-consequences-of-the-us-led-war-on-iraq/ [Accessed 20 Jul. 2017].
  11. Clark, N. (2017). The Iraq War and its catastrophic consequences. [online] RT International. Available at: https://www.rt.com/op-edge/381623-iraq-war-anniversary-us-consequences/ [Accessed 20 Jul. 2017].
  12. United Nations Security Council. (2002). Resolution 1441 (2002) Adopted by the Security Council at its 4644th meeting, on 8 November 2002. [online] Available at: http://www.un.org/Depts/unmovic/documents/1441.pdf [Accessed 20 Jul. 2017].
  13. United Nations Security Council. (1991). Resolution 687 (1991) Adopted by the Security Council at its 2981th meeting, on 3 April 1991. [online] Available at: http://www.un.org/Depts/unmovic/documents/687.pdf [Accessed 20 Jul. 2017].
  14. NationalSecurityStrategy. (2002). The National Security Strategy of the United States of America. [online] Available at: http://nssarchive.us/NSSR/2002.pdf [Accessed 20 Jul. 2017].
  15. Porter, K. (2017). The Iraq War: Background and History. [online] ThoughtCo. Available at: https://www.thoughtco.com/profile-the-iraq-war-3310430 [Accessed 20 Jul. 2017].
  16. Jones, S. (2017). Understanding the Bush Doctrine. [online] ThoughtCo. Available at: https://www.thoughtco.com/the-bush-doctrine-3310291 [Accessed 20 Jul. 2017].

 

Tagged under:

Τελειόφοιτη φοιτήτρια του τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ενδιαφέρεται για τον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και για τη διεθνή ασφάλεια και άμυνα. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια διεθνούς πολιτικής και στρατηγικής και έχει συμμετάσχει σε προσομοίωση των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και σε χαμηλότερο επίπεδο ιταλικά.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest