Η Στρατηγική Εθνοκάθαρσης «Υψηλού Επιπέδου»

Η στρατηγική της εθνοκάθαρσης μπορεί να φέρει μία πολύ αρνητική χροιά, και να συνδέεται στο μυαλό μας με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ωστόσο ελάχιστοι συνειδητοποιούν πόσο συχνά αυτή χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Ειδικά κατά την περίοδο συγκρότησης εθνικών κρατών, χρησιμοποιήθηκε αρκετά εκτεταμένα με σκοπό την ομογενοποίηση του πληθυσμού, και την καλύτερη άσκηση ελέγχου επί συγκεκριμένων περιοχών από τους εκάστοτε φορείς εξουσίας. Εφαρμόστηκε, δε, και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Τα τελευταία χρόνια, θα περίμενε κανείς η στρατηγική της εθνοκάθαρσης να έχει εκλείψει, λόγω της υποτιθέμενης προόδου και των προσπαθειών προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκόσμια. Παρά τις όποιες προσδοκίες, αυτή συνεχίζει να εφαρμόζεται ευρέως, στο πλαίσιο των λεγόμενων «νέων πολέμων» ― αυτοί αναφέρονται στην οργανωμένη και εκτεταμένη χρήση βίας που ασκείται από μία σειρά μη κρατικών δρώντων, που όμως διαφέρει κατά πολύ σε σχέση με αυτή που ασκείται στους συμβατικούς διακρατικούς πολέμους. Παραδείγματα αποτελούν οι πολιτικές ομάδες που επιζητούν την εξουσία σε υπό διάλυση κράτη -όπως συνέβη με τις συγκρούσεις που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουκοσλαβίας- ή οι παραστρατιωτικές οργανώσεις (Carmichael, 2002).

Η ύπαρξη τέτοιων παραστρατιωτικών οργανώσεων είναι πολύ έντονη στα κράτη της νοτιοανατολικής Ασίας και της υποσαχάριας Αφρικής ― περιοχές που αποτελούν και βασικό θέατρο των «νέων πολέμων». Χαρακτηριστικό των εν λόγω οργανώσεων είναι, επίσης, το γεγονός ότι η πολεμική βία και η οργανωμένη εγκληματικότητα αλληλοδιαπλέκονται συστηματικά. Επιπλέον, οι υποκινητές της πολεμικής βίας δεν επιζητούν κάποια τελική λύση, αλλά ενδιαφέρονται απλά να επεκτείνουν την εδαφική κυριαρχία τους. Σκοπός τους είναι να χρησιμοποιήσουν τη γη που «ελέγχουν» και τον ντόπιο πληθυσμό ως πηγή πλούτου. Για να επιβληθούν αποτελεσματικότερα οι παραπάνω ομάδες σε αυτούς τους πληθυσμούς, χρησιμοποιούν στρατηγικές εθνοκάθαρσης «υψηλού επιπέδου», αποσκοπώντας να εκφοβίσουν, να διασπάσουν και να αποδυναμώσουν τις τοπικές κοινότητες (Münkler, 2005). Πριν αναλύσουμε, όμως, σε τί ακριβώς συνίσταται αυτού του είδους η στρατηγική, κρίνεται απαραίτητο να διαχωριστούν οι έννοιες της εθνοκάθαρσης και της γενοκτονίας, οι οποίες συχνά συγχέονται.

O όρος «εθνοκάθαρση» προκάλεσε έντονες συζητήσεις στη διεθνή κοινότητα, έως ότου αναγνωριστεί επίσημα από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), το 1993, ως «η προσπάθεια δημιουργίας εθνικά ομοιόμορφων γεωγραφικών περιοχών, συχνά ολόκληρων κρατών, εις βάρος τμημάτων του πληθυσμού τα οποία ανήκουν σε εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες» (Williams, 2013). Ο λόγος που προκλήθηκαν οι παραπάνω συζητήσεις είναι πως, κατά την εξέλιξη της ιστορίας, πολλά ανεπτυγμένα -σήμερα- κράτη εφάρμοσαν στρατηγικές εθνοκάθαρσης κατά τη διαδικασία σύστασης και εδραίωσής τους ως εθνικά κράτη, ενάντια στο μοντέλο της αυτοκρατορίας ή σε άλλους μικρότερους πολιτειακούς σχηματισμούς ― πράγμα που συχνά επιλέγουν να λησμονούν (Mann, 2005).

Στην ελληνική ιστορική μνήμη κυριαρχεί η περίπτωση εθνοκάθαρσης του τουρκικού κράτους υπό τον Mustafa Kemal Atatürk, μετά τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η εθνοκάθαρση αυτή -που αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός κράτους Τούρκων χωρίς ισχυρές και επικίνδυνες για την ακεραιότητά του μειονότητες- πραγματοποιήθηκε μέσω της γενοκτονίας των Ποντίων και των Αρμενίων. Όπως γίνεται αντιληπτό, οι έννοιες εθνοκάθαρση και γενοκτονία δεν ταυτίζονται. Με το ψήφισμα του Ο.Η.Ε. στις 9 Δεκεμβρίου 1948 «για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας», ως γενοκτονία ορίζεται «καθεμία από τις ακόλουθες πράξεις που λαμβάνει χώρα, με στόχο την ηθελημένη καταστροφή ή τον αφανισμό ενός μέρους ή μιας ολόκληρης εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας ανθρώπων. Αυτές οι πράξεις αφορούν τη δολοφονία μελών της ομάδας αυτής, την πρόκληση σοβαρών σωματικών ή ψυχολογικών τραυμάτων σε μέλη της ομάδας, την ηθελημένη επέμβαση στις συνθήκες ζωής των ομάδων αυτών, με στόχο τον φυσικό αφανισμό τους. Ακόμα, την επιβολή μέτρων με στόχο την παρεμπόδιση των γεννήσεων εντός της ομάδας αυτής και, τέλος, τη βίαιη μετατόπιση παιδιών από την ομάδα αυτή σε μία άλλη ομάδα ανθρώπων» (Bassiouni, 2011). Κατά συνέπεια, οι έννοιες εθνοκάθαρση και γενοκτονία δεν ταυτίζονται, αλλά η δεύτερη έχει χρησιμοποιηθεί ιστορικά ως μέσο για την επίτευξη της πρώτης (Williams, 2013).

Η έννοια της γενοκτονίας είναι αρκετά «ισχυρή», από την άποψη ότι περιγράφει μία μείζονα ανθρωπιστική καταστροφή, και θέτει στη διεθνή κοινότητα άμεσα το ζήτημα της στρατιωτικής επέμβασης ενάντια στους δρώντες που εφαρμόζουν τέτοιες τακτικές. Αποσκοπώντας, λοιπόν, να στρέψουν πάνω τους όσο το δυνατόν λιγότερο το βλέμμα της διεθνούς κοινότητας, και, κατ’ επέκταση, να περιορίσουν το ενδεχόμενο αντίδρασής της εναντίον τους, οι παραστρατιωτικές οργανώσεις και οι πολιτικές ομάδες που αναφέρθηκαν στην αρχή επιλέγουν τη στρατηγική της εθνοκάθαρσης «υψηλού επιπέδου» για να επιβληθούν στους τοπικούς πληθυσμούς (Barkawi, 2006). Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί στο να πραγματοποιηθεί μία διαδικασία εθνοκάθαρσης χωρίς γενοκτονία, αλλά μέσω του φόβου και της βίας, που θα εξαναγκάσει μεγάλες ομάδες του πληθυσμού να εγκαταλείψουν εκουσίως τις οικίες και την οποιουδήποτε είδους ιδιοκτησία τους, παίρνοντας μαζί τους μονάχα ότι μπορούν να φέρουν πάνω τους. Μία τέτοια στρατηγική μπορεί να εφαρμοστεί με τρεις τρόπους:

Πρώτον, με την εκτέλεση -συνήθως δημόσια- πολιτικών και πολιτιστικών ηγετών της υπό διωγμό ομάδας, αλλά και ενός αριθμού ανδρών που μπορούν εν δυνάμει να υποστηρίξουν ένοπλο αγώνα. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται ο «αποκεφαλισμός» της εκδιωκόμενης ομάδας. Αυτό γίνεται γιατί εκτελούνται μέλη της που θα μπορούσαν να τη συσπειρώσουν, ή να οργανώσουν αποτελεσματική αντίσταση ενάντια στους καταπιεστές ― γεγονός που μπορεί και να τους αποθάρρυνε να συνεχίσουν, ειδικά εάν το κόστος των συγκρούσεων ξεπερνούσε τα πιθανά κέρδη. Αξίζει να αναφερθεί ότι μία άλλη, πιο αποτρόπαια μέθοδος «αποκεφαλισμού» της ομάδας -η οποία πάλι στρέφεται εναντίον των ανδρών- είναι, αντί για την εκτέλεση, ο ακρωτηριασμός και τα βασανιστήρια. Αυτά εφαρμόζονται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις εκτελέσεις, και αφήνουν πιο έντονο το στίγμα τους στην εκάστοτε κοινότητα, καθώς όχι μόνο μειώνουν τον αριθμό των ανδρών ικανών να την υπερασπιστούν, αλλά τους μετατρέπουν στα πιο αδύναμα μέλη της (Gallagher, 2013).

Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο επιβάλλεται εθνοκάθαρση «υψηλού επιπέδου» δεν στρέφεται πια κατά των ανδρών, αλλά κατά των γυναικών της διωκόμενης ομάδας, και αφορά τη συστηματική χρήση σεξουαλικής βίας μέσα από συνεχείς βιασμούς. Όταν, δε, οι βιασθείσες αυτές γυναίκες συλλάβουν παιδί, περιφέρονται σαν τρόπαια από τους βιαστές-μαχητές ενώπιον της κοινότητάς τους, ως ύστατο εξευτελισμό. Το αποτέλεσμα είναι πολλές από αυτές τις γυναίκες να αφαιρούν οι ίδιες τη ζωή τους μετά από όλα αυτά που έχουν υποστεί, ενώ αυτές που βρίσκουν το σθένος να κυοφορήσουν, συνήθως κρατούνται έγκλειστες μέχρι να γεννήσουν, για να μπορέσουν οι βιαστές τους να κρατήσουν τα παιδιά, τα οποία θα γίνουν μελλοντικοί μαχητές (Krammer, 2010).

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο βιασμός εδώ δεν χρησιμοποιείται ως μέσω επιβράβευσης του μαχητή, αλλά ως πολιτικό-στρατιωτική τακτική. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι οι βιασμοί έχουν εισαχθεί πλέον σε κοινωνίες που δεν συντελούνταν πολλά περιστατικά τέτοιου είδους. Αναφερόμαστε σε κοινωνίες πιστές στη Σαρία και το Ισλάμ, το οποίο και απαγορεύει να βιάζονται μουσουλμάνοι από μουσουλμάνους. Για παράδειγμα, η εκτόξευση των καταγγελθέντων βιασμών γυναικών, προερχόμενων συγκεκριμένα από την εθνότητα των Ουσάρα κατά τη δεκαετία του ‘90, στην περιοχή Massari Sarif του βόρειου Αφγανιστάν από μαχητές των Talibans, αποτελούσε κάτι το πρωτόγνωρο, και συνδεόταν άμεσα με την προσπάθεια των Talibans να αποδυναμώσουν την τοπική κοινότητα των Ουσάρα, για να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της περιοχής (Münkler, 2005).

Η τρίτη και τελευταία τακτική που ακολουθείται κατά τη διάρκεια εφαρμογής ενός σχεδίου εθνοκάθαρσης «υψηλού επιπέδου», είναι η καταστροφή ιερών και πολιτιστικών κτιρίων, αλλά και κάθε είδους μνημείου που δημιουργεί ένα δέσιμο μεταξύ της μειονοτικής ομάδας και του συγκεκριμένου τόπου, όπως τα νεκροταφεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω είναι ότι, πριν την έναρξη των συγκρούσεων που οδήγησαν στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, στο κρατίδιο της Κράινα υπήρχαν περισσότερα από 1000 τζαμιά, ενώ, με το τέλος των εχθροπραξιών, το 1995, είχαν απομείνει μόλις 97 (Carmichael, 2002). Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της συγκεκριμένης τακτικής και της πρόσφατης καταστροφής κτιρίων και μνημείων ιδιαίτερης σημασίας στις περιοχές που κατέλαβαν οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους. Πιο συγκεκριμένα, η καταστροφή της αρχαίας πόλης της Παλμύρας έγινε πιθανότατα για να εμπορευθεί το «Χαλιφάτο» τις αρχαιότητες, και να σταλεί ένα μήνυμα καταστροφής στη Δύση, παρά για λόγους επιβολής στις τοπικές κοινωνίες.

Όλα, λοιπόν, τα παραπάνω αναδεικνύουν τον τρόπο λειτουργίας μίας στρατηγικής εθνοκάθαρσης «υψηλού επιπέδου». Αυτή στοχεύει στο να αναγκάσει διάφορες μειονοτικές ομάδες να εγκαταλείψουν μία περιοχή, χωρίς να συντελεστεί γενοκτονία, αλλά μέσω του φόβου, της συνεχούς πίεσης και της καταστροφής οποιουδήποτε δεσμού τους με την περιοχή. Πρόκειται για μία στρατηγική που επιλέγεται ιδιαίτερα στο πλαίσιο των «νέων πολέμων», καθώς τα αντιμαχόμενα μέρη προσπαθούν να μην προκαλέσουν τη διεθνή αντίδραση, μην έχοντας τα μέσα να αντιμετωπίσουν μία καλά οργανωμένη και εξοπλισμένη δύναμη. Επιπρόσθετα, η εθνοκάθαρση «υψηλού επιπέδου» μπορεί εύκολα να συγκαλυφθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα πίσω από γεγονότα που μοιάζουν τυχαία. Ειδικά σε χώρες όπως αυτές στην υποσαχάρια Αφρική, όπου η πρόσβαση της Δύσης σε στοιχεία σχετικά με την εγκληματικότητα και τις μετακινήσεις πληθυσμών είναι πολύ περιορισμένη, είναι πολύ δύσκολο να αναγνωριστεί εγκαίρως εάν όντως συντελείται μία εθνοκάθαρση «υψηλού επιπέδου». Κι αυτό γιατί πολλά στοιχεία που σχετίζονται με τις πρακτικές που ακολουθούνται στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής είναι πολύ πιθανό να παρουσιάζονται, ή να εκλαμβάνονται ως μεμονωμένα περιστατικά. Το γεγονός, πάντως, ότι κατά τη διάρκεια της εθνοκάθαρσης δεν συντελείται γενοκτονία, δεν θα πρέπει να αποτελεί δικαιολογία για την αδράνεια της διεθνούς κοινότητας. Η εθνοκάθαρση «υψηλού επιπέδου» εμπεριέχει αποτρόπαιες πρακτικές χρήσης βίας, οι οποίες απειλούν με αφανισμό ολόκληρες κοινότητες ανθρώπων, και είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσουν μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις απ’ ό,τι ένας συμβατικός πόλεμος.

Πηγές : 

  1. Ball, H. (2011). Genocide. ABC-CLIO Publications
  2. Barkawi, T. (2006). Globalization and War. Rowman & Littlefield Publications
  3. Bassiouni, Ch. (2011). Crimes Against Humanity: Historical Evolution and Contemporary Application. Cambridge University Press
  4. Carmichael, C. (2002). Ethnic Cleansing in the Balkans. Routledge Publications
  5. Gallagher, A. (2013). Genocide and its Threat to Contemporary International Order. Palgrave Macmillan Publications
  6. Krammer, A. (2010). War Crimes, Genocide, and the Law. Praeger Publications
  7. Mann, M. (2005). The Dark Side of Democracy. Cambridge University Press
  8. Tatum, D. (2010). Genocide at the Dawn of the Twenty-First Century. Palgrave Macmillan Publications
  9. Tesser, L. (2013). Ethnic Cleansing and the European Union. Palgrave Macmillan Publications
  10. Williams, P. (2013). Security Studies an Introduction. Routledge Publications
  11. Μύνκλερ, Χ. (2005). Οι Νέοι Πόλεμοι. Εκδόσεις Καστανιώτη
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (9 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Ο Πέτρος Κατωπόδης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και μέλος των ομάδων Intelligence και Στρατηγικής Κουλτούρας του Τομέα Αμυντικών Θεμάτων. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

2 Comments

  1. M;artha Reply

    Kai η συνεχόμενη κρίση σε μια χώρα (βλέπε ελλάδα) συνιστά κίνδυνο και επίσης
    παραβίαση αξιακών αρχών της αστικής δημοκρατίας-
    μόνο οι καταστηματάρχες είναι το μόνο σημάδι αξιοπρεπούς βιωσιμότητας-
    είναι αυτό λογικό?

    1. Πέτρος Κατωπόδης Reply

      Οι οικονομικές κρίσεις είναι κι αυτές επισόδεια του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος και εν τέλει ξεπερνιούνται. Τώρα στην προσπάθεια αυτές να ξεπεραστούν οι πολιτικές που επιλέγονται, ακόμα κι αν μοιάζουν αντιδημοκρατικές, είναι στη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης. Εδώ όμως περιγράφεται ένα οργανωμένο και συστηματικοποιημένο σχέδιο εξόντωσης ή ξεριζωμού μίας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων με κριτήριο συνήθως την εθνοτική ή τη θρησκευτική τους ταυτότητας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest