Ορίζοντας την τρομοκρατία

Αυτό το άρθρο είναι το 1ο μέρος από τα 3 με τίτλο: Ανάλυση του Φαινομένου της Τρομοκρατίας

Η άσκηση βίας με πολιτικά κίνητρα αποτελεί ένα παλαιό κοινωνικό φαινόμενο. Τα εν λόγω κίνητρα εδράζονται στη διεκδίκηση εθνικής, θρησκευτικής ή κοινωνικής ελευθερίας, στην αποκατάσταση κοινωνικών αδικιών, στην εξάλειψη κοινωνικών ανισοτήτων, στην επιβολή θρησκευτικών ή εθνοτικών ομάδων επί άλλων, αλλά και στην επιδίωξη πραγμάτωσης ιδεολογικών ή θρησκευτικών «μεσσιανισμών». Οι δε βίαιες αυτές πράξεις διακρίνονται και χαρακτηρίζονται ως τρομοκρατικές, επαναστατικές/εξεγερσιακές ή εγκληματικές.

Ωστόσο, η παραπάνω διάκριση είναι ενδεικτική της διαφορετικότητας με την οποία το κάθε ακροατήριο ή άτομο προσλαμβάνει τη βία. Έτσι, η ίδια πράξη ενδέχεται να χαρακτηριστεί με διαφορετικό τρόπο από διαφορετικούς αποδέκτες, ενώ ακόμα και ο ίδιος αποδέκτης αναλύει ξεχωριστά την κάθε βίαιη ενέργεια. Το αίτιο για τη διαφορετική αυτή πρόσληψη των βίαιων πράξεων φαίνεται να είναι το αίσθημα συμπάθειας ή απέχθειας που αναπτύσσεται με βάση την -ασυνείδητη ή συνειδητή- αντίληψη σχετικά με το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της βίας που ασκήθηκε.

Η παραπάνω διαφορετική αντίληψη, όμως, παράγει ένα βασικό πρόβλημα ως προς τα είδη βίας που θα ενταχθούν σε κάθε κατηγορία, προκειμένου να είναι εφικτή η καλύτερη κατανόησή τους, και να επιτευχθεί η αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να καταστεί δυνατή η παραγωγή ορισμών για τα εκάστοτε είδη βίας, με σκοπό την ένταξή τους σε ένα πλαίσιο κανονικότητας.

Πως ορίζεται, λοιπόν, η τρομοκρατία;

Ήδη, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, το συγκεκριμένο θέμα έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την ακαδημαϊκή κοινότητα, όχι μόνο του κλάδου των Σπουδών Ασφάλειας, αλλά και ετέρων κλάδων, όπως αυτών της Πολιτικής Επιστήμης, της Ψυχολογίας, της Κοινωνιολογίας, κ.λ.π., καθώς και σημαντικούς Διεθνείς Οργανισμούς, όπως ο Ο.Η.Ε. Μέχρι στιγμής, παρά την πληθώρα των προτάσεων, δεν έχει επικρατήσει ένας κοινός ορισμός, εξαιτίας της αδυναμίας καθολικής αποδοχής όσων ήδη έχουν διατυπωθεί.

Στο παρόν άρθρο, εξετάζοντας τρεις εκ των πλέον γνωστών και αποδεκτών ορισμών, θα υποδειχθούν οι βασικοί άξονες και τα γνωρίσματα του φαινομένου της τρομοκρατίας, σε μια προσπάθεια να διακριθεί η τελευταία από τη βία της εξέγερσης, και να αναδειχθούν τα παράδοξα που αναφύονται από την εκδήλωσή της.

Οι τρεις εν λόγω γνωστοί και αποδεκτοί ορισμοί της τρομοκρατίας έχουν ως ακολούθως:

  • Το 1983, το State Department όρισε την τρομοκρατία ως «μια προσχεδιασμένη βίαιη ενέργεια, στρεφόμενη ενάντια σε άμαχους στόχους, που πραγματοποιείται από υποεθνικές ή μυστικές ομάδες με πολιτικά κίνητρα, οι οποίες συχνά επιθυμούν να ασκήσουν επιρροή σε ένα ακροατήριο».
  • Η προσπάθεια του General Assembly των Ηνωμένων Εθνών να δώσει έναν ορισμό στο φαινόμενο, μέσω του Resolution 51/210, κατέληξε σε ένα μη δεσμευτικό κείμενο, όπου η τρομοκρατία ορίζεται ως «εγκληματικές ενέργειες που αποσκοπούν στην πρόκληση φόβου, είτε στο σύνολο της κοινωνίας είτε σε μια ομάδα ατόμων είτε σε μεμονωμένα άτομα, έχοντας ως κίνητρο πολιτικές στοχεύσεις. Οι πράξεις αυτές είναι σε κάθε περίπτωση μη δικαιολογημένες, άσχετα από τη φύση των -εθνικών, θρησκευτικών, φιλοσοφικών, ιδεολογικών, πολιτικών, φυλετικών, θρησκευτικών- κινήτρων που επικαλούνται οι δράστες».
  • Τέλος, ένας ορισμός του 1988 από τους ακαδημαϊκούς Schmid και Jongman, με ευρεία απήχηση και αποδοχή, έχει ως εξής: «Η τρομοκρατία είναι μια μέθοδος επαναλαμβανόμενων πράξεων βίας, στην οποία εμπλέκονται σχετικά κρυφά άτομα, ομάδες ή κρατικοί δρώντες, λόγω ιδιοσυγκρασίας, εγκληματικών ή πολιτικών λόγων, και όπου, σε αντίθεση με τη δολοφονία, οι άμεσοι στόχοι της βίας δεν αποτελούν και τον απώτερο σκοπό αυτής. Tα δε άμεσα θύματα επιλέγονται τυχαία ή μέσω συμβολικής στοχοποίησης, ως μέρος ενός ευρύτερου πληθυσμού-στόχου στον οποίο αποσκοπεί η πράξη, λειτουργώντας ως μήνυμα προς αυτόν. Έτσι, διαμέσου του θύματος, αποκαθίσταται μια επικοινωνία μεταξύ των δρώντων και του -τελούντος σε κίνδυνο- ακροατηρίου, μέσω της επιδίωξης τρομοκράτησης, της προβολής απαιτήσεων ή της έλκυσης προσοχής, ανάλογα με την τελική στόχευση, που μπορεί να είναι ο εκφοβισμός, ο πειθαναγκασμός ή η προπαγάνδα».

Με βάση τους τρεις αυτούς ορισμούς, φαίνεται ότι το φαινόμενο της τρομοκρατίας συνίσταται από τα παρακάτω στοιχεία:

  1. Φύση του φαινομένου: οι τρεις παραπάνω ορισμοί συμφωνούν ότι πρόκειται για μια βίαιη πράξη, η οποία, ωστόσο, δεν προσδιορίζεται μονοσήμαντα ως ένοπλη και φονική. Κι αυτό γιατί η τρομοκρατία περιλαμβάνει και μη φονικές πράξεις, όπως απαγωγές ή καταστροφές. Στον πρώτο ορισμό διατυπώνεται η απαίτηση να είναι η πράξη προσχεδιασμένη, ενώ στον τρίτο βασικό χαρακτηριστικό αποτελεί η επανάληψή της.
  2. Δρώντες: ομάδες ή άτομα τα οποία δρουν «αόρατα», και αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως μια εμπροσθοφυλακή που διεγείρει και κινητοποιεί τις μάζες στο όνομα ενός ιερού σκοπού.
  3. Κίνητρα: οι τρεις ορισμοί συμφωνούν ως προς την πολιτική φύση των πράξεων της τρομοκρατίας, δηλαδή ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένων στοχεύσεων ιδεολογικού τύπου, απορρίπτοντας την επιδίωξη κέρδους ως συστατικό στοιχείο της εγκληματικής πράξης. Αντίθετα με την εξέγερση, η οποία στοχεύει στην ανατροπή/εκθρόνιση των αντιπάλων της, η τρομοκρατία φαίνεται να επιδιώκει την αλλαγή της συμπεριφοράς ή της στάσης του στόχου απέναντι σε κάποιο ζήτημα. Και εδώ ακριβώς δημιουργείται η πρώτη γκρίζα ζώνη, όταν ομάδες με ιδεολογικά ή θρησκευτικά κίνητρα δεν απαιτούν απλά την αλλαγή της συμπεριφοράς του στόχου, αλλά επιζητούν την πλήρη αναδιοργάνωση των κοινωνικών δομών (από αναρχικές ομάδες) ή την επιβολή θεοκρατίας (από το Χαλιφάτο). Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις, είναι φανερό ότι ο τελικός σκοπός είναι η ανατροπή και η διάλυση των υφιστάμενων πολιτειακών δομών. Είναι, επίσης, άξιο προσοχής ότι ο ορισμός των Schmid και Jongman αναγνωρίζει ως κίνητρο και την ιδιοσυγκρασία των πράξεων, εκτιμώντας ότι η βία εμπεριέχεται ενδογενώς στην πρακτική ορισμένων ιδεολογικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων.
  4. Θύματα: αν και ο πρώτος ορισμός αναφέρει ότι μόνο οι άμαχοι αποτελούν θύματα της τρομοκρατίας, εντούτοις, στόχο τρομοκρατικών επιθέσεων αποτελεί και το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Αντίθετα, η εξέγερση στοχοποιεί σχεδόν αποκλειστικά τη δεύτερη κατηγορία.
  5. Πεδίο εκδήλωσης: το πεδίο δράσης των τρομοκρατικών ενεργειών είναι το κοινωνικό πεδίο (social ή human domain). Σε αντίθεση, όμως, με την εξέγερση, η οποία εκδηλώνεται εντός του φυσικού πεδίου δράσης ή κυριαρχίας του αντιπάλου της, η τρομοκρατία μεταφέρει το επιχειρησιακό της πεδίο και εκτός του φυσικού πεδίου των επιδιώξεών της. Για παράδειγμα, η Παλαιστινιακή τρομοκρατία δεν εκδηλώθηκε μόνο στην Παλαιστίνη, αλλά οπουδήποτε μπορούσε να επηρεάσει τους φυσικούς της αντιπάλους, όπως στην Ολυμπιάδα του Βερολίνου (1972), στην Κύπρο (1978), κ.α.
  6. Λειτουργία της δράσης: αν και η βίαιη πράξη είναι συχνά φονική, εντούτοις, ο απώτερος σκοπός της δεν είναι η τριβή του αντιπάλου, όπως συμβαίνει στην εξέγερση, αλλά η -μέσω του θύματος- επίδραση σε ένα ευρύτερο ακροατήριο. Το πλήγμα του άμεσου θύματος λειτουργεί ως φορέας μεταφοράς του μηνύματος στον πραγματικό στόχο, που είναι ένα ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ή μια κυβέρνηση. Αντίθετα, δε, από την εξέγερση, το θύμα επιλέγεται τυχαία, χωρίς να αποτελεί στόχο συγκεκριμένης τακτικής ή επιχειρησιακής αξίας.
  7. Τελικός σκοπός: μέσω της επίδρασης στο ακροατήριο-στόχο, επιδιώκεται η αλλαγή της στάσης και της συμπεριφοράς του τελευταίου, επί ενός ζητήματος που κινητοποιεί τον δρώντα. Αντίθετα, η εξέγερση επιδιώκει την πλήρη καταστροφή, καθυπόταξη ή παράδοση του αντιπάλου.
  8. Ένταση επιρροής: η ένταση επιρροής των τρομοκρατικών ενεργειών ποικίλλει ανάλογα με τον βαθμό ταύτισης και συμπάθειας -σε εθνικό, ιδεολογικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό, φυλετικό επίπεδο- που αισθάνεται το ακροατήριο-στόχος προς το άμεσο θύμα.

Η γκρίζα ζώνη μεταξύ εξέγερσης, τρομοκρατίας και εγκλήματος

Η λέξη κλειδί και το αίτιο της γκρίζας ζώνης είναι η υποκειμενικότητα ως προς το βαθμό ταύτισης του ακροατηρίου της πράξης με τα κίνητρα του δρώντος. Ανάλογα με το διαμορφούμενο αίσθημα επί του εκάστοτε συγκεκριμένου ακροατηρίου, επέρχεται νομιμοποίηση ή απονομιμοποίηση της δράσης, γεγονός που μεταφράζεται αντίστοιχα σε υποστήριξη ή αντίδραση. Για παράδειγμα, η δράση της Εθνικής Οργανώσεως Κυπρίων Αγωνιστών (Ε.Ο.Κ.Α.) θεωρήθηκε από την Ελλάδα ως μια ηρωική εξέγερση ενάντια στους Άγγλους, για τους οποίους η δράση της ίδιας οργάνωσης εκλήφθηκε ως τρομοκρατική. Αντίστοιχα, υπάρχουν πολλά παρόμοια παραδείγματα, όπου οργανώσεις θεωρούνται από ένα ακροατήριο ως εθνικοί ή κοινωνικοί αγωνιστές, ενώ από άλλο ως τρομοκράτες ή εγκληματίες.

Παράδοξα της τρομοκρατίας

Συναφώς, έναν δευτερεύοντα -αλλά κρίσιμο- στόχο της τρομοκρατίας αποτελεί η προσπάθεια ηθικής νομιμοποίησής της. Αυτό σημαίνει ότι η επιδίωξη της τρομοκρατικής δράσης δεν περιορίζεται στον εκφοβισμό ενός συγκεκριμένου ακροατηρίου, αλλά στοχεύει και σε ένα δεύτερο ακροατήριο, αποζητώντας την υποστήριξή του. Αυτό γεννά το πρώτο παράδοξο, καθώς μια βίαιη τρομοκρατική πράξη ασκεί ταυτόχρονα δύο διαφορετικές λειτουργίες: εκφοβισμό και προπαγάνδα.

Η δεύτερη παραδοξότητα αποτελεί συνειρμική συνέχεια της πρώτης, καθώς η συνήθης μέθοδος της τρομοκρατίας, δηλαδή η τυχαία επιλογή θυμάτων, στοχοποιεί ταυτόχρονα και τα δύο ακροατήρια στα οποία απευθύνεται. Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό, αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι, κατά την πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών, τα θύματα θα μπορούσαν να είναι κάλλιστα και μουσουλμάνοι – τη συμπάθεια και υποστήριξη των οποίων επιζητούσαν -σε ένα δεύτερο επίπεδο- οι δράστες.

Πολλές φορές η τρομοκρατία αποτελεί τον προθάλαμο της εξέγερσης, καθώς η ενδυνάμωση τρομοκρατικών ομάδων αναβαθμίζει τη δράση τους σε εξεγερσιακή. Αντίστοιχα, κινήματα εξέγερσης σε παρακμή καταφεύγουν σε τρομοκρατικές πράξεις, προκειμένου να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Η παραδοχή αυτή αποτελεί την τρίτη παραδοξότητα, καθώς, παρά το γεγονός ότι η τρομοκρατία αποτελεί μια δυναμική ενέργεια, η εκδήλωσή της αποτελεί ένδειξη αδυναμίας του φορέα της.

Τέταρτο και τελευταίο παράδοξο αποτελεί το γεγονός ότι, αν και η τρομοκρατία συνιστά πράξη εξ’ ολοκλήρου αντιδημοκρατική, εντούτοις, τρέφεται από τη δημοκρατία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εκδηλώνεται μόνο σε δημοκρατίες, παρά μόνο ότι ασκεί μεγαλύτερη επίδραση σε δημοκρατικό περιβάλλον, εφόσον, βέβαια, επιτύχει τον εκφοβισμό του κοινού. Επιζητώντας την αλλαγή συμπεριφοράς της κοινωνίας μέσω του εκφοβισμού της, είναι λογικό να είναι αποτελεσματικότερη εκεί όπου οι πολιτικές αποφάσεις επηρεάζονται σε μεγαλύτερο βαθμό από το κοινό αίσθημα.

Θα μπορούσε, τελικά, η τρομοκρατία να χαρακτηρισθεί ως πόλεμος;

Η απάντηση είναι θετική. Αν και οι δρώντες δεν είναι κράτη, και η προέλευσή τους είναι πολλές φορές απροσδιόριστη, εντούτοις, τίθεται το ζήτημα επιβολής της βούλησης μιας ομάδας επί ενός ευρύτερου συνόλου. Υπό αυτή την έννοια, η τρομοκρατία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πόλεμος σε πρωτογενές στάδιο, καθώς τα κίνητρα και οι τελικοί σκοποί της δράσης της, όπως και οι ίδιες οι πρακτικές της απολαμβάνουν εξαιρετικά μικρής αποδοχής των μαζών τις οποίες επιθυμούν να κινητοποιήσουν.

Πηγές:

  1. Sinai, J. (2008) ‘How to Define Terrorism’, Perspective on Terrorism, II(4).
Πλοήγηση στις σειρέςΤρομοκρατία: Μια διαχρονική αόρατη απειλή >>

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest