Ο “ανθρωπιστικός” χαρακτήρας των επεμβάσεων

Αρκετός χρόνος έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλώ συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Ορίζοντας και Οριοθετώντας την Έννοια της Επέμβασης

Το ζήτημα της επέμβασης και της νομιμότητάς της, κατά τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, έχει απασχολήσει τη διεθνή σκηνή, καθώς αποτελούσε, και εξακολουθεί να αποτελεί, αντικείμενο αντιπαραθέσεων και διλημμάτων, κυρίως όσον αφορά στη σκοπιμότητα και στο χαρακτήρα των επεμβάσεων. Είναι πράγματι δύσκολο να αποδοθεί ένας ακριβής και γενικά αποδεκτός ορισμός της έννοιας της επέμβασης, τόσο λόγω της πολυπλοκότητάς της, όσο και λόγω των διαφόρων διαστάσεων που μπορεί να λάβει. Σύμφωνα με τον Hedley Bull,

“επέμβαση είναι η εξαναγκαστική παρέμβαση από ένα έξωθεν μέρος ή μέρη στη σφαίρα της δικαιοδοσίας ενός κυρίαρχου κράτους ή, ευρύτερα, μιας ανεξάρτητης πολιτικής κοινότητας”.

Επομένως, ως επέμβαση δύναται να θεωρηθεί η δράση εκείνη που αναλαμβάνει ένα ή περισσότερα κράτη, ή ένας διεθνής οργανισμός, για να επιδράσει στα εσωτερικά ζητήματα ενός άλλου κράτους, και λειτουργεί ως δύναμη εξαναγκασμού.

Η λογική των επεμβάσεων προϋπήρχε του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, εξελίχθηκε, όμως, και ενισχύθηκε κατά τη δεκαετία του 1990 και ύστερα, καθώς τότε άρχισαν να νομιμοποιούνται επεμβάσεις, λαμβάνοντας έγκριση από τα αρμόδια όργανα της διεθνούς έννομης τάξης και κοινότητας. Έτσι, οι επεμβάσεις διακρίθηκαν σε βίαιες ή μη, άμεσες ή έμμεσες, ενώ έθεσαν ως στόχο τόσο την ικανοποίηση εθνικών συμφερόντων, όσο και την εξάλειψη των απειλών κατά της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Το παράδοξο, ωστόσο, έγκειται στο ότι η αρχή της μη επέμβασης προβλέπεται στο Άρθρο 2.7 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο ορίζει ότι

“καμία διάταξη αυτού του Χάρτη δεν θα δίνει στα Ηνωμένα Έθνη το δικαίωμα να επεμβαίνουν σε ζητήματα που ανήκουν ουσιαστικά στην εσωτερική δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους”,

ενώ στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου καθιερώνεται η υποχρέωση των κρατών να επιλύουν ειρηνικά τις διαφορές τους, καθώς και η απαγόρευση απειλής ή χρήσης βίας -που αποτελεί, άλλωστε, κανόνα jus cogens-, αντίστοιχα. Αντιθέτως, από τις ελάχιστες εξαιρέσεις των παραπάνω αρχών είναι η χρήση βίας υπό τη μορφή της νόμιμης άμυνας -ατομικής ή συλλογικής- και η συλλογική δράση, οι οποίες κατοχυρώνονται στα άρθρα 51 και 53 του Χάρτη, αντιστοίχως.

Εφόσον, λοιπόν, η επέμβαση δεν προβλέπεται ρητά και γραπτά ούτε από τον Καταστατικό Χάρτη του Ο.Η.Ε., αλλά ούτε και από το εθιμικό δίκαιο, από πού πηγάζει, τελικά, η “νομιμότητα” των επεμβάσεων;

Ο “Ανθρωπισμός” στην Επέμβαση

Η κατάρρευση του διπολικού συστήματος, κατά τη δεκαετία του 1990, συνέβαλε στην όξυνση των εσωτερικών συγκρούσεων των κρατών, αλλά και στην άμβλυνση των διακρατικών αντιπαραθέσεων. Οι απειλές της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας άρχισαν να αναπτύσσονται εκ των έσω, οι εμφύλιες συγκρούσεις κλιμακώνονταν, ενώ αναδείχθηκε και η ανάγκη αποκατάστασης δημοκρατικών καθεστώτων σε χώρες των οποίων οι πολίτες στερούνταν των βασικών δικαιωμάτων τους.

Ο Καταστατικός Χάρτης, όμως, δεν συμπεριέλαβε ακριβή ορισμό του τί θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως απειλή, και σε ποιον βαθμό αυτή θα έθετε σε κίνδυνο τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, επιτρέποντας έτσι, έστω και έμμεσα, να προσλάβει η επέμβαση ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Εκ πρώτης όψεως, επομένως, η ανθρωπιστική επέμβαση φαίνεται να πηγάζει κυρίως από την ηθική υποχρέωση των δρώντων να εξαλείψουν τις διακρίσεις και τις ανισότητες που επικρατούν σε ορισμένα κράτη, παρόλο που, στην πραγματικότητα, ο θεσμικός αυτός χαρακτήρας αποτελεί το πρόσχημα για την εξυπηρέτηση στρατηγικών επιδιώξεων και συμφερόντων, τα οποία συνήθως συνεπάγονται την παραβίαση της εδαφικής κυριαρχίας ενός κράτους.

Τα ερωτήματα και οι καχυποψίες σχετικά με το αν τελικά οι ανθρωπιστικές επεμβάσεις πραγματοποιούνται στο όνομα της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή του ιδιοτελούς “ανθρωπισμού” οδήγησε τον Ο.Η.Ε. να υιοθετήσει κυρίως τη λογική, παρά τα πρακτικά της “ευθύνης για προστασία”, γνωστής και ως Responsibility to Protect (R2P). Σύμφωνα με το R2P, ένα κράτος είναι υπεύθυνο για την ασφάλεια των πολιτών του και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους, γεγονός που το καθιστά κυρίαρχο. Υπήρξαν και υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις όπου το κράτος αδυνατεί να εκπληρώσει το καθήκον του, και τότε η ευθύνη προστασίας μεταβιβάζεται αυτομάτως στη διεθνή κοινότητα, η οποία, με τη σειρά της, θέτει ως στόχο την εξάλειψη των διενέξεων. Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Μέσω των ανθρωπιστικών επεμβάσεων. Η απουσία, όμως, ενός σαφούς μηχανισμού αναγνώρισης του βαθμού παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δημιουργεί το πρακτικό πρόβλημα της αδυναμίας εγγύησης της μη χρήσης ή κατάχρησης βίας, η οποία, αν ξεπεράσει τα όρια, παύει πλέον να χρησιμοποιείται με ανθρωπιστικούς όρους, και μετατρέπει την ανθρωπιστική δράση σε ένοπλη επέμβαση.

Ακόμα, όμως, και μια ένοπλη επέμβαση θα μπορούσε να ενταχθεί στα πλαίσια του ανθρωπισμού, αν και εφόσον διασφάλιζε ότι δεν θα υπάρξουν περισσότερες παραβιάσεις και απώλειες από εκείνες που στοχεύει να διορθώσει ή να αποτρέψει. Βέβαια, η ιστορία έχει αποδείξει ουκ ολίγες φορές ότι, σε αυτό το άναρχο διεθνές σύστημα, κάθε πράξη ή ενέργεια, ασχέτως αν έχει θετικό ή αρνητικό αντίκτυπο, συνδέονται με διαφορετικά συμφέροντα, τα οποία φροντίζουν να “ντύνονται” με τις έννοιες της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Σομαλίας, της οποίας η ανθρωπιστική κρίση ήταν αποτέλεσμα των αλληλοσυγκρουόμενων συμμοριών των φατριών που επικρατούσαν στη χώρα, οι οποίες οδήγησαν σε χιλιάδες θανάτους. Η διεθνής κοινότητα, θορυβημένη καθώς ήταν από την επιδείνωση της κατάστασης, αποφάσισε πως τα δρώμενα στη Σομαλία έθεταν σε κίνδυνο τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, ενώ παραβίαζαν και στερούσαν από τους κατοίκους τα βασικά τους ανθρώπινα δικαιώματα. Η διανομή, όμως, ανθρωπιστικής βοήθειας σε ένα κράτος χωρίς κεντρική διοίκηση είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη, πόσω μάλλον στο κράτος της Σομαλίας, το οποίο, ήδη από το 1991, είχε ενταχθεί στα failed states.

Η αδυναμία παροχής βοήθειας, συνοδευόμενη από την εύθραυστη πραγματικότητα της Σομαλίας, οδήγησε στη διεξαγωγή τριών αποστολών, της UNOSOM I, της UNITAF και της UNOSOM II, εκ των οποίων η UNITAF, ύστερα από την αποτυχία της UNOSOM I, προέβλεπε τη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας με τη χρήση βίας, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της αποστολής, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι Η.Π.Α., με κίνητρα το γόητρο, από τη μια πλευρά, και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από την άλλη.

Αντίθετα, όμως, η γενοκτονία στη Ρουάντα, και η συνακόλουθη απουσία εμπλοκής της διεθνούς κοινότητας και των διεθνών οργανισμών συνέβαλαν στη διαμόρφωση της άποψης πως, τελικά, ο “ανθρωπισμός” των μεγάλων κρατών είναι επιλεκτικός, αφού, στην εν λόγω περίπτωση, επέτρεψαν να φτάσει η αιματοχυσία σε τέτοιο απάνθρωπο επίπεδο. Τις πρώτες μέρες, μόνο οι γαλλικές και οι βελγικές δυνάμεις βρέθηκαν στη χώρα, έχοντας ως μοναδικό σκοπό να απομακρύνουν τους υπηκόους τους, ενώ η μικρή δύναμη του Ο.Η.Ε. χαρακτήρισε αδύνατο το εγχείρημα της καταστολής των σφαγών και των εγκλημάτων.

Συμπεράσματα

Καταληκτικά, υπό το πρίσμα του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, η ύπαρξη απειλής για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δικαιολογείται και να αιτιολογείται η ανθρωπιστική επέμβαση. Όταν, επομένως, η κατάσταση που δημιουργείται στο εσωτερικό ενός κράτους λόγω της εκτεταμένης και μαζικής παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, ήτοι η ανθρωπιστική κρίση, κρίνεται ως απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. νομιμοποιείται να ενεργήσει επί τη βάσει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη, παρέχοντας την κατάλληλη εξουσιοδότηση για λήψη στρατιωτικών μέτρων.

Η επιτυχία μιας ανθρωπιστικής επέμβασης κρίνεται με βάση τη σκοπιμότητά της. Στην επέμβαση, τα μέσα και οι πρακτικές προσαρμόζονται ανάλογα με το εάν τελικά η διεθνής κοινότητα είναι ικανοποιημένη με την προσωρινή παύση μιας κρίσης, ελπίζοντας στην ειρηνική διευθέτησή της, ή με την προοπτική μιας μακροπρόθεσμης διευθέτησης του προβλήματος, χρησιμοποιώντας ως κύριο μέσο τη στρατιωτική ισχύ.

Η αλήθεια, όμως, είναι πως η διεθνής κοινότητα δεν είναι υπεύθυνη να ανταποκριθεί σε κάθε έκκληση για βοήθεια, πόσω μάλλον να πάρει την πρωτοβουλία και να επιλύσει κάθε πρόβλημα ή ανισότητα που προκύπτει μέσω προσφυγής στη στρατιωτική ισχύ.

Πηγές:

  1. Σπυρόπουλος, Γ. (2000). Η ανθρωπιστική επέμβαση στις διεθνείς σχέσεις. Αθήνα: Παπαζήσης.
  2. Bull, H. (2009). Η άναρχη κοινωνία. Αθήνα: Ποιότητα.
  3. Χειλά, Ε. (2013). Οι διεθνείς συγκρούσεις στον 21ο αιώνα. Αθήνα: Ποιότητα.
  4. Council on Foreign Relations. (2013). The Dilemma of Humanitarian Intervention. [online] Available at: http://www.cfr.org/humanitarian-intervention/dilemma-humanitarian-intervention/p16524 [Accessed 20 Mar. 2017].

Tagged under:

1 Comment

  1. Pingback: Ειρηνευτικές Δυνάμεις του ΟΗΕ: μια ελπίδα ειρήνης σ’ έναν κόσμο πολέμου » Power Politics

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest